Έλληνες: Οι bon viveurs της Ευρωζώνης

Σε δυσμενέστερη θέση έναντι των άλλων ευρωπαϊκών χωρών φέρεται να βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τρεις εκθέσεις στατιστικών υπηρεσιών που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις οποίες η Ελλάδα παρουσιάζεται ως χώρα ανέργων και «καλοπερασάκηδων», αλλά και ως θερμοκήπιο του οργανωμένου εγκλήματος.

Η Έκθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας, που βασίζεται σε στοιχεία του 1999, αναφέρει ότι η ανεργία έφτασε το ποσοστό ρεκόρ του 12,4%. Ωστόσο εκτιμάται ότι ο αριθμός είναι πολύ υψηλός (ο υψηλότερος από τη δεκαετία του ΄50) και μάλλον τα στοιχεία για το 2000 θα δείχνουν υποχώρηση. Η έκθεση αναφέρει ότι στο τέλος του ΄99 οι άνεργοι είχαν φτάσει τους 553.000 και από αυτούς, οι 309.000 δεν επιδοτούνταν από τον ΟΑΕΔ, έχοντας μείνει εκτός εργασίας πάνω από ένα χρόνο. Η Ελλάδα έρχεται έτσι δεύτερη σε ανεργία στην Ευρώπη, μετά την Ισπανία, όπου η ανεργία ξεπερνά το 14%.

Όσον αφορά την ταυτότητα της ανεργίας, η μεγαλύτερη μάζα των ανέργων είναι συγκεντρωμένη στα πολεοδομικά συγκροτήματα Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Στην Αττική οι άνεργοι ανέρχονται σε 233.000, ενώ στην κεντρική Μακεδονία σε 96.000. Τα υψηλότερα, όμως, ποσοστά ανέργων επί του εργατικού δυναμικού καταγράφονται στο νότιο Αιγαίο με 14,4%, στη δυτική Μακεδονία με 14,3% και στην ΄Ηπειρο με 14,1%.

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας επιβεβαιώνουν ότι η ανεργία είναι γένους θηλυκού και ότι πλήττει κυρίως τους νέους. Το συνολικό ποσοστό ανεργίας για τις γυναίκες φτάνει το 18,6%, ενώ έξι στις δέκα γυναίκες ηλικίας 15 έως 19 ετών είναι άνεργες.

Όσον αφορά το επίπεδο εκπαίδευσης, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας (20,9%) καταγράφονται στους φοιτητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ), οι οποίοι, όμως, δεν έχουν πάρει ακόμη πτυχίο. Για τους πτυχιούχους ΑΕΙ, το ποσοστό ανεργίας καταγράφεται σε 8,4% και για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου σε 6,5%.

Η Στατιστική Υπηρεσία ενημέρωσε για τα αποτελέσματα της έρευνάς της την Eurostat. ΄Ερευνα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας αναφέρει ότι η Ελλάδα, παρά τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, έχει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα. Ωστόσο οι ΄Ελληνες ξεχωρίζουν για τις υψηλότερες καταναλωτικές δαπάνες τους, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων μάλιστα αφορά προϊόντα διατροφής. Η έκθεση αναφέρει ότι μεγάλο μέρος των δαπανών αυτών αφορά ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία, που σημαίνει ότι οι ΄Ελληνες μπορούν να θεωρηθούν «καλοπερασάκηδες».

Η τρίτη έκθεση, της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Εuropol) αναφέρει ότι στην Ελλάδα έχει λάβει ιδιαίτερα ανησυχητικές διαστάσεις το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο επί ελληνικού εδάφους αφορά κυρίως διακίνηση ναρκωτικών, σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών, διακίνηση λαθρομεταναστών, κλοπές και οικονομικά εγκλήματα, το κυριότερο των οποίων είναι το ξέπλυμα χρήματος.

Η έκθεση αναφέρει ότι στην Ελλάδα δρουν και άλλες εθνικές συμμορίες – εκτός από τις ελληνικές– όπως Αλβανών, Ρώσων, Βούλγαρων, Ρουμάνων, Τούρκων, Ιρακινών, αλλά και Πακιστανών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Europol, που βασίζονται σε δεδομένα του 1999, πρόκειται για μικρές συμμορίες, 3-10 ατόμων, που δεν λειτουργούν, όπως η Μαφία, έχουν όμως διασυνδέσεις και με ομάδες στο εξωτερικό, κυρίως για τη διακίνηση λαθρομεταναστών και κλεμμένων αυτοκινήτων.

Η έκθεση εκτιμά ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί στις σοβαρότερες πτυχές του οργανωμένου εγκλήματος (ναρκωτικά, πορνεία, λαθρομετανάστες), ενώ θα αυξηθεί και η εγκληματική δράση των «εθνικών συμμοριών», λόγω της εκτεταμένης διεθνούς δράσης τους και της γεωγραφικής θέσης που έχει η Ελλάδα.