Γεύσεις από μουσική από τους Imam Baildi

Η Σοφία Βέμπο μπαίνει στο μίξερ. Το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη συνδέεται με το laptop και ο «Πασατέμπος» γίνεται Imam Baildi. Για το ηχητικό μίγμα ευθύνονται δύο αδέρφια, ο Ορέστης και ο Λύσανδρος Φαληρέας, που σερβίρουν το ντεμπούτο τους στα δισκοπωλεία.

Αν και 28 ετών ο πρώτος και μόλις 25 ο δεύτερος, δεν δίστασαν να γυρίσουν πίσω σε μουσικές και τραγούδια που γράφτηκαν πριν από 50 ή και περισσότερα χρόνια και να τα «πειράξουν», δίνοντάς τους ένα σύγχρονο ηλεκτρονικό ήχο.

Ανάμεσα σ’ αυτά, κομμάτια του Μανώλη Χιώτη, όπως ο «Πασατέμπος» ή το «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς», ακόμη τραγούδια που έχει ερμηνεύσει η Σοφία Βέμπο, όπως τα «Πόσο λυπάμαι» και «Η ζωή μας είναι λίγη» της δεκαετίας του ’40. Ο Ορέστης και ο Λύσανδρος επενέβησαν στο μουσικό μέρος, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, πρόσθεσαν ρυθμούς και ήχους, ενώ άφησαν ανέπαφη την τραγουδιστική εκτέλεση. Μερικές μέρες προτού οι Imam Baildi σερβίρουν το υλικό τους στα δισκοπωλεία, η «Agenda» μίλησε μαζί τους.

Ο Ορέστης ανέλαβε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας, εκπροσωπώντας και τον αδελφό του Λύσανδρο, που αυτή την εποχή υπηρετεί την πατρίδα.

Προέρχεστε από μια μουσική οικογένεια. Ο πατέρας σας Γρηγόρης και ο θείος σας Τάσος Φαληρέας έχουν πολλές παραγωγές δίσκων στο ενεργητικό τους, ενώ είχαν δημιουργήσει και το «Pop Eleven», ένα δισκοπωλείο όπου έβρισκε φιλόξενη στέγη η ελληνική ποιοτική μουσική. Το γεγονός ότι επιλέξατε να «πειράξετε» τραγούδια που είχαν κυκλοφορήσει πριν 50 ή 60 χρόνια οφείλεται στο ότι είχατε ανάλογα μουσικά ακούσματα;

Πράγματι έχουμε ανάλογα ακούσματα. Ο πατέρας μας ήταν πάντα στη δισκογραφία. Μέσα από το «Pop Eleven» ασχολήθηκε πολύ με τα ρεμπέτικα, σμυρναίικα, πειραιώτικα ή και παραδοσιακά τραγούδια τα οποία ακούγαμε πολύ συχνά. Πριν από τα δέκα μου χρόνια δούλευα στο δισκάδικο του πατέρα μου, που ήταν στη γωνία Τσακάλωφ και Πινδάρου.

Τα Σαββατοκύριακα ήμουν εκεί και άκουγα δίσκους συνέχεια. Το ίδιο και ο αδελφός μου. Πάντα είχαμε συμμετοχή στα επαγγελματικά του πατέρα μας, ο οποίος μας ρωτούσε και μας ρωτάει τη γνώμη μας για διάφορες παραγωγές.

Πάντα συζητούσαμε για τη μουσική, πηγαίναμε στο στούντιο και παρακολουθούσαμε από κοντά όλη τη διαδικασία για την κυκλοφορία ενός δίσκου. Αποκτήσαμε έτσι μια οικειότητα με αυτά τα ακούσματα. Ωστόσο, μέχρι κάποια ηλικία, γύρω στα 19-20 δεν ήθελα ούτε να ακούσω γι’ αυτά, από αντίδραση περισσότερο, παρά από πεποίθηση. Τα ανακάλυψα λίγο αργότερα.

Ποιο είναι το στίγμα της πρώτης σας παραγωγής;

Πήραμε παλιά κομμάτια, τα οποία χρησιμοποιήσαμε ως παζλ για να κτίσουμε κάτι καινούργιο πάνω σ’ αυτά, αναμιγνύοντας πολλά και διαφορετικά είδη μουσικής. Στο εξωτερικό αυτό συμβαίνει κατά κόρον. Παλιότερα κομμάτια όλων των ειδών και δεκαετιών έχουν γίνει ρεμίξ. Κάτι αντίστοιχο δεν έχει συμβεί σε μεγάλη έκταση και ολοκληρωμένα στην ελληνική μουσική. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε εμείς, δίνοντας σε παλιότερα ελληνικά τραγούδια ένα ηλεκτρονικό άκουσμα. Θέλαμε να δώσουμε την αίσθηση του λίγο απ’ όλα. Σε άλλα έχουμε επέμβει περισσότερο και σε άλλα λιγότερο. Δεν χρησιμοποιούμε πολύ μοντέρνους ήχους. Μας απασχολεί η ομοιομορφία, ενώ σε κάποια κομμάτια είναι δύσκολο να διαχωρίσει ο ακροατής ποιο είναι το επιπλέον, το καινούργιο και ποιο το παλιό. Σε άλλα συνδυάζουμε με τη λογική του κολάζ και του σάμπλινγκ κομματάκια από δύο-τρία τραγούδια, τα οποία ενώνουμε στη συνέχεια.

Πρωτότυπη μουσική γράφετε;

Ναι, γράφουμε και πρωτότυπη μουσική. Κάτι που φαίνεται και σ’ αυτήν τη δουλειά. Σε μερικά κομμάτια, παρόλο που έχουν σάμπλινγκ περιόδους, υπάρχουν και πρωτότυπα μέρη, όπου έχουμε γράψει για παράδειγμα τα έγχορδα. Είναι οι περιπτώσεις όπου από αλλού ξεκινάει η ιδέα και άλλου καταλήγει στο τέλος με την προσθήκη πρωτότυπης μουσικής από εμάς.

Υπάρχουν και κομμάτια στο συρτάρι;

Υπάρχουν πολλά και από διάφορα είδη. Εχουμε και ένα γκρουπάκι, με το οποίο παίζουμε κατά καιρούς ζωντανά μουσική.

Έχετε σπουδάσει μουσική;

Εγώ είμαι εντελώς της τεχνολογίας. Είμαι μηχανικός ηλεκτρονικών συστημάτων. Με ενδιαφέρει πολύ η τεχνολογία της μουσικής. Γι’ αυτό έχω και ένα στούντιο ηχογραφήσεων. Ο Λύσανδρος έχει κάνει πιάνο και σύνθεση.

Ποιοι συνθέτες είναι οι αγαπημένοι σας;

Ο Μανώλης Χιώτης είναι ο αγαπημένος μου. Και ο Βασίλης Τσιτσάνης. Από τους σύγχρονους ακούω Θανάση Παπακωνσταντίνου και Γιάννη Αγγελάκα. Τόσο εγώ όσο και ο Λύσανδρος ακούμε περισσότερο ξένη μουσική.

Τα δεδομένα στη σύγχρονη δισκογραφία έχουν αλλάξει πολύ. Πλέον η μουσική κυκλοφορεί πολύ μέσα στο Διαδίκτυο. Εκεί μπορεί κανείς να ακούσει ήδη κάποια κομμάτια σας παρόλο που ο δίσκος σας δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Ποια είναι η γνώμη σας για το νέο τρόπο επικοινωνίας της μουσικής;

Δύο πράγματα έχουν αλλάξει τελείως στη σημερινή κατάσταση της μουσικής. Πρώτον, έχει γίνει πολύ πιο φθηνή η παραγωγή. Πριν από 20 χρόνια για να κάνεις δίσκο ήθελες ένα πολύ σεβαστό ποσό. Τώρα μπορείς να κανείς την παραγωγή στο σπίτι του. Και δεύτερον, η διάθεση της μουσικής, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα. Ο καθένας μπορεί να βγάλει πέντε, δέκα κομμάτια και να τα βάλει στο Ιντερνετ. Από εκεί και πέρα είναι χαοτικό το πώς θα επιλέξεις τι αξίζει και τι όχι. Αλλά τα πράγματα έχουν αρχίσει να παίρνουν το δρόμο τους σιγά σιγά.

Πιστεύετε πως η μουσική κερδίζει ή χάνει σ’ αυτό το νέο πλαίσιο;

Η μουσική δεν έχει χάσει τίποτα. Μάλλον έχει γίνει πιο δημοκρατική η κατάσταση. Αν κάποιος κάνει καλή μουσική, μπορεί να τη βγάλει πολύ πιο εύκολα και να την ακούσει και ο άλλος πιο εύκολα. Τα ποσά και οι αμοιβές των τραγουδιστών και όλων των εμπλεκόμενων μπορεί να είναι μικρότερα, αλλά είναι πιο δίκαια. Παλιά επένδυαν σε λιγοστούς καλλιτέχνες οι εταιρίες, αυτούς προωθούσαν και τα ποσά που έβγαζαν ήταν τεράστια σε σχέση με αυτό που προσέφεραν τελικά. Τώρα είναι πιο ισορροπημένη η κατάσταση στη μουσική.

Η ανεξάρτητη δισκογραφία έχει ανέβει πολύ. Οι μικρές παραγωγές έχουν βρει διέξοδο και οι μικρές ανεξάρτητες εταιρίες έχουν βρει τρόπους να προωθήσουν τη δουλειά τους. Σ’ αυτό το Διαδίκτυο έχει παίξει μεγάλο ρόλο. Μπορεί η νέα κατάσταση να έπληξε τη βιομηχανία της μουσικής, όμως ίσως δεν χρειάζεται να είναι και τόσο βιομηχανοποιημένη η μουσική τελικά.

Μέχρι να σταθεροποιηθεί ως προοπτική είναι καλύτερη από το προηγούμενο καθεστώς. Η μουσική έχει αρχίσει να κυκλοφορεί δωρεάν. Οι καλλιτέχνες μπορεί να βγάζουν χρήματα από συναυλίες, από δικαιώματα, γράφοντας για κινηματογράφο ή θέατρο. Δεν χρειάζεται να βγάζουν εκατομμύρια από πωλήσεις δίσκων…

Το υλικό του CD σας θα το παρουσιάσετε ζωντανά;

Το δουλεύουμε για να το παρουσιάσουμε. Θα γίνει σαν συνδυασμός ζωντανού και ντι τζέι σετ. Θα ακούγονται δηλαδή και ηχογραφημένα στοιχεία, αλλά και θα παίζουμε κάποια μέρη ζωντανά.

Ο επόμενος δίσκος σας;

Προς το παρόν δεν το έχουμε προγραμματίσει. Μάλλον όμως θα είναι κάτι αντίστοιχο, αλλά θα περιλαμβάνει περισσότερες μουσικές επιρροές μας. Δεν θα έχει μόνο ελληνικά, αλλά και βαλκανικά και λάτιν και φλαμένκο και έθνικ στοιχεία.

Γιατί βαφτίσατε με το όνομα ενός φαγητού το σχήμα σας;

Γιατί ιμάμ μπαϊλντί σημαίνει ανακάτεμα, συνδυασμός διαφορετικών πραγμάτων. Κι επειδή είναι αστείο. Ο,τι κάνουμε, το παίρνουμε ανάλαφρα, χωρίς σοβαροφάνεια. Μπορεί το ιμάμ να μην είναι το αγαπημένο μας φαγητό, αλλά ως μουσικούς μάς αντιπροσωπεύει.

Δείτε τους Imam Baildi ζωντανά στο Guru Bar (Πλατεία Θεάτρου 10, Αθήνα, τηλ.: 210 3246530), στις 16 και 30 Οκτωβρίου 2007.

Ακούστε πρώτοι το 4ο τραγούδι του CD «O πασατέμπος», σε μουσική των Imam Baildi.