Ελένη Καραΐνδρου: Η ζωή μου όλη είναι ένας αυτοσχεδιασμός

Το σπίτι είναι μικρό και στενόμακρο. Χτιστοί καναπέδες, μπρούντζινα στολίδια, πολλά βιβλία. Η Ελένη Καραΐνδρου, αγχωμένη αλλά χαμογελαστή, με το τζιν της αλλά και μια ιδέα βαμμένη, μετατοπίζει αντικείμενα, διευκολύνει το φωτογράφο, και με στέλνει να χαζέψω λιγάκι στο δικό της δωμάτιο. «Αυτός είναι ο γιος μου», λέει με καμάρι, δείχνοντας τα κάδρα πάνω στο πιάνο. «Εδώ, νεότερος. Εδώ με την οικογένειά του. Ξέρεις, δεν είναι πια επίκουρος, είναι καθηγητής στο Πάντειο!».

Δεν είναι όμως αυτό που με ξαφνιάζει, όσο το πιάνο. Μοιάζει φθαρμένο και ταπεινό. «Αυτό το πιανάκι το αγόρασα μόνη μου, στο Παρίσι, εξοικονομώντας χρήματα από την υποτροφία μου. Εχει έναν ήχο συγκλονιστικό. Τόσο γλυκό, που η καρδιά μου ανθίζει. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, το φόρτωσα κι αυτό μέσα στο φορτηγό. Δεν μ’ ενδιαφέρουν τα μεγαλεία, ούτε έχω απωθημένα. Παίζω στα καλύτερα πιάνα με ουρά, και όλα δικά μου τα νιώθω. Αυτό εδώ όμως έχει ψυχή, το αγαπάω και το κρατάω».

Ο Νοέμβριος είναι ένας πολύ φορτωμένος μήνας. Μόλις προηγήθηκε η συναυλία με την Καμεράτα και η βράβευσή της από το ΤΕΙ Κρήτης, δια χειρός του προέδρου της Δημοκρατίας. Την Πέμπτη και την Παρασκευή η Ελένη Καραΐνδρου παρουσιάζει όλα τα συμφωνικά έργα που έγραψε με αφορμή τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Και στις 30 Νοεμβρίου θα βρίσκεται στο Ντίσελντορφ, για την πρεμιέρα του μπαλέτου «Φαίδρα», που χορογράφησε ο Γιόχαν Ούλριχ, εμπνεόμενος από τη μουσική της.

EP.: Ετσι φορτωμένοι είναι και οι μήνες που ακολουθούν;

AΠ.: Προσπαθώ να μην οργανώνω πάρα πολύ τα πράγματα. Θέλω να κρατάω τους ρυθμούς μου, να χαλαρώνω παρά να στριμώχνομαι μέσα από τη δουλειά μου. Την αντζέντα μου τη φτιάχνω μόνη μου και υπάρχει πάντα ένα περιθώριο αυτοσχεδιασμού. Για παράδειγμα, εδώ και τέσσερα χρόνια μια βελγίδα σκηνοθέτρια, η Μάριον Χάνσεν, προσπαθεί να μπει στη ζωή μου. Επανήλθε φέτος για να γράψω μουσική για την καινούρια ταινία της. «Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον», μου λέει… Εχω δεχτεί πάρα πολλές προτάσεις τα τελευταία δέκα χρόνια από διάφορες χώρες.

EP.: Και πώς δεν είχατε επενδύσει σε κάποιον άλλον σκηνοθέτη έως τώρα;

AΠ.: Χρειάζεται ένα ειδικό βάρος στο κάθε σχέδιο, για να πειστώ ότι πρέπει να το κάνω. Το ζητούμενο είναι να μη θαμπωνόμαστε από την επιτυχία, να μην παρασυρόμαστε από τον πειρασμό της μεγαλύτερης οικονομικής άνεσης.

EP.: Δεν έχετε κερδίσει χρήματα από τη δουλειά σας;

AΠ.: Φυσικά και έχω κερδίσει. Από το 1990, είμαι συνδεδεμένη δισκογραφικά με την ECM, μια εταιρεία παγκόσμιας εμβέλειας. Σκαλοπάτι το σκαλοπάτι έγινε γνωστό το όνομά μου. Το «Βλέμμα του Οδυσσέα» έχει πουλήσει πάνω από 250.000 αντίτυπα, ενώ «Η αιωνιότητα και μια μέρα» πλησιάζει τα 200.000. Τέτοια νούμερα δεν εντυπωσιάζουν στο εξωτερικό, αλλά για τα ελληνικά μεγέθη είναι πολύ μεγάλα. Ποτέ όμως δεν είχα οικονομικό άγχος, ακόμα κι όταν δεν είχα μία. Με τον πρώτο μου άντρα, με τον οποίο είχα παντρευτεί πολύ μικρή, στα 17-18 μου, βλέπαμε πενηντάρικο στο δρόμο και τρέχαμε να το πιάσουμε. Το πενηντάρικο αντιπροσώπευε για μας ένα βιβλίο που δεν μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε ή ένα μέρος από το εισιτήριο του σινεμά. Με θυμάμαι όμως να σηκώνω το χέρι για ταξί, ακόμα κι όταν είχα άδεια τσέπη.

EP.: Πότε συνειδητοποιήσατε ότι θα γίνετε συνθέτρια;

AΠ.: Από επτά χρόνων που έβαλα τα χέρια μου στο πιάνο, αυτοσχεδίαζα, αλλά δεν ήξερα τι ήταν αυτό. Ηταν το κρυφό μου ταλέντο. Ο μπαμπάς μου ήταν λυκειάρχης και πρόβαλε συνεχώς αντιρρήσεις για την αφοσίωσή μου στο πιάνο. Επρεπε λοιπόν να τον αποζημιώσω με τις επιδόσεις μου στο σχολείο, πράγμα εύκολο για μένα. Και στο πανεπιστήμιο, για οικογενειακούς λόγους πήγα αρχικά. Η μουσική όμως ήταν το πάθος μου το μεγάλο.

EP.: Στο Ωδείο δεν προσπάθησαν να σας βάλουν στα καλούπια της κλασικής μουσικής;

AΠ.: Βέβαια, αλλά έκανα την επανάστασή μου! Βοήθησε και το πανεπιστήμιο σ’ αυτό. Εκανα παρέα τότε με πολλούς ανθρώπους της τέχνης. Τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τον Μπαμπινιώτη, το Νίκο Ζία, το Νικηφόρο Παπανδρέου, τη Χρύσα Προκοπάκη… Με αποκαλούσαν «ποιήτρια» γιατί έγραφα και ποιήματα τότε! Είχα μάλιστα ιδρύσει και μια ορχήστρα, την Φοιτητική Λαϊκή Ορχήστρα Αθηνών. Παραμονές της δικτατορίας δώσαμε μια συναυλία στο «Διάνα», με τη συμμετοχή της Φαραντούρη και του Θεοδωράκη (ο οποίος είχε βγάλει και λόγο, πάντα έβγαζε λόγο ο Μίκης!) και ο κόσμος κρεμόταν από παντού σαν σταφύλια. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν για «Κόκκινη συναυλία»… Κι έπειτα, σταμάτησαν όλα απότομα λόγω της χούντας, οπότε κι αναγκάστηκα να φύγω στο Παρίσι.

EP.: Σας κυνήγησαν ως Ελένη Καραΐνδρου ή ως κόρη αριστερής οικογένειας;

AΠ.: Ο πατέρας μου ήταν προοδευτικός, χωρίς να μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε κι επαναστάτη. Υπήρχαν στην οικογένεια αντιστασιακοί και πρώην εξόριστοι, αλλά η Ασφάλεια εμένα έψαχνε. Οχι πως είχα κάνει τίποτα σπουδαίο, ό,τι έκαναν όλοι εκείνη την εποχή: να κρύψω ανθρώπους στο δυαράκι μου, να διακινήσω μια γραπτή διαμαρτυρία προς τα έξω, τέτοια πράγματα. Με πιάσανε μαζί με τον τετράχρονο γιο μου. Δεν είχαν όμως συγκεκριμένες αποδείξεις, κι ο πατέρας μου κατάφερε να μας βγάλει. Αυτοί ήθελαν να με ξαναφυλακίσουν χωρίς το παιδί. Οπότε πήρα το αεροπλανάκι και την κοπάνησα!

EP.: Ανοίξατε μόνη το δρόμο σας. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε κυρίως; Η υπερβολική φιλοδοξία ή η υπερβολική αυτοπεποίθηση;

AΠ.: Ολα έχουν να κάνουν με το χαρακτήρα του ανθρώπου. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Από μικρό παιδί με προειδοποιούσαν για τις δυσκολίες, αλλά έλεγα «εντάξει! Εγώ θα κάνω αυτό που μ’ ευχαριστεί». Εγραψα τη μουσική για τη «Ρόζα» του Χριστοφή και καμιά εταιρεία δεν ήθελε να την εκδώσει. Αλλά βρέθηκε μια φίλη μου γλύπτρια, μεγαλύτερη στην ηλικία και πλούσια, που μου είπε «θα σε βοηθήσω εγώ». Ετσι έγινε, κι όλοι οι δίσκοι πουλήθηκαν. Να πώς ανοίγει ένας δρόμος. Επιμένοντας. Γιατί, όλοι θέλανε τραγούδια τότε. Τραγούδια! Στην Ελλάδα, συνθέτης ίσον τραγουδοποιός.

EP.: Ακούγοντας όλο το βουητό γύρω σας, δεν μπαίνετε στον πειρασμό να γράψετε κι εσείς τραγούδια; Μήπως έχετε χαράξει έναν δρόμο πια και τα τραγούδια δεν «κολλάνε» με την καριέρα σας;

AΠ.: Δεν έχω μπει σε κανένα καλούπι. Οταν έγραψα τραγούδια για τη Φαραντούρη, βομβαρδιζόταν το σπίτι μου από στιχουργούς. Ωραίοι άνθρωποι ήταν όλοι, ωραίες ιδέες είχαν, αλλά, πώς να το κάνουμε, δεν κόλλησα. Αντίθετα, καταπιέστηκα. Ηθελα να ήμουν ελεύθερη. Κι όλο αυτό το αλισβερίσι με τις εταιρείες δεν θα μπορούσα να το αντέξω ποτέ!

EP.: Επιδιώξατε ποτέ να ξαφνιάσετε τον εαυτό σας, να πειραματιστείτε με κάτι καινούριο;

AΠ.: Ποτέ. Δεν γράφω μουσική βάσει κάποιου πλάνου. Πρώτα παίζω και μετά σκέφτομαι. Δεν το προετοιμάζω. Εχω ένα σωρό κασέτες γεμάτες συνθέσεις που περιμένουν στη γωνιά τους. Ο,τι κάνω είναι ένας αυτοσχεδιασμός.

EP.: Ακόμα κι όταν πρόκειται για τη μουσική μιας ταινίας;

AΠ.: Εγώ δεν γράφω μουσική για τον κινηματογράφο. Γράφω μουσική με αφορμή τον κινηματογράφο. Συζητάω, ακούω, συγκινούμαι, βυθίζομαι στο όραμα, κι έπειτα κάτι προκύπτει. Και βγαίνει μονοκόμματα. Τη σουίτα για το «Βλέμμα του Οδυσσέα», 17,5 λεπτά μουσική, την έγραψα μια κι έξω. Μέσα σε 15 μέρες, την ηχογράφησα, τη μετέγραψα, την ενορχήστρωσα και δεν πείραξα τίποτα! Αυτό σημαίνει αυτοσχεδιασμός. Η άμεση, αυθόρμητη εγγραφή των συναισθημάτων μου πάνω στο πιάνο. Χωρίς να το σκεφτώ, από μια κεντρική ιδέα -π.χ την απώλεια της αθωότητας- μπορεί ν’ ανασύρω πολύ δικά μου πράγματα. Και σίγουρα, αν δεν επικοινωνήσουν οι ψυχές εκείνων που δουλεύουν μαζί, δεν μπορεί να βγει τίποτα.

EP.: Με το Θόδωρο Αγγελόπουλο έχετε κάνει έξι ταινίες, τώρα πάτε για την έβδομη. Κάνετε παρέα τις περιόδους που δεν συνεργαζόσαστε;

AΠ.: Φυσικά. Αν δεν ταιριάζαμε και ως άνθρωποι, δεν θα εργαζόμουν μαζί του. Πιστεύω ότι έχουμε μεγάλη συγγένεια, κι αισθητικά με καλύπτει απολύτως. Δεν έχω κάνει ποτέ με τον Θόδωρο μια ήρεμη συνεργασία. Αλλά βρείτε μου μια ανθρώπινη σχέση που να μη σφυρηλατείται μέσα από συγκρούσεις. Ο Θόδωρος τις επιζητά. Κι επειδή είναι τόσο ασκητής, τόσο απαιτητικός, τόσο σκληρός με τον εαυτό του, σε παρακινεί να κάνεις κι εσύ το ίδιο. Η σύγκρουση ξεκινάει, κι είναι πάντα δημιουργική, από τη στιγμή που προσπαθείς να τον πείσεις. Οταν οι συζητήσεις μαζί του σε ανεβάζουν, όταν νιώθεις ότι μιλάει κάποιος την ίδια γλώσσα μ’ εσένα, τι παραπάνω να ζητήσεις; Είμαι περήφανη ως Ελληνίδα, που αυτό το άτομο ανασαίνει και δημιουργεί ανάμεσά μας. Αυτή είναι η απάντηση. Κι έτσι υπερασπίζομαι πάντα τους φίλους μου!

EP.: Γράφετε μουσική χωρίς παραγγελία;

AΠ.: Ακόμα κι όταν υπάρχει παραγγελία, την ξεχνάω.

EP.: Αντιλαμβάνεστε την πρόοδό σας ως μουσικός; Νιώθετε όσο περνάει ο καιρός μεγαλύτερη πληρότητα και ικανοποίηση;

AΠ.: Πληρότητα νιώθεις κι όταν είσαι νέος και κάνεις κάτι που σ’ εκφράζει. Δεν νομίζω ότι οι καλλιτέχνες έχουμε συνείδηση της προόδου μας. Νεότερη στόλιζα τη μουσική πιο πολύ. Μεγαλώνοντας κατάλαβα καλύτερα τον Σεφέρη: «Την τέχνη μας την φορτώσαμε με τόσα μαλάματα που φαγώθηκε το πρόσωπό της. Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας ίσως αύριο κάνει πανιά». Αυτό το ποίημα μ’ εκφράζει βαθύτατα. Πιστεύω ότι έχω πια αγγίξει την ωριμότητα.

EP.: Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας σε επιτελική θέση;

AΠ.: Α πα, πα, πά! Ούτε γι’ αστείο! Εχω δεχτεί πολλές προτάσεις, και μάλιστα εδώ και χρόνια: να πολιτευτώ, να διοικήσω, κ.ο.κ. Πάντα καθιστούσα σαφές ότι το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι η μουσική. Και κατά μία έννοια, μεσ’ από αυτή, τα κοινά υπηρετώ.

EP.: Εχετε την αίσθηση ότι κάπου έχετε αποτύχει;

AΠ.: Καθόλου και σε τίποτα. Ούτε καν εκεί που μ’ ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα, στην προσωπική μου ζωή. Αυτό θα μου ήταν πολύ επώδυνο. Στοχάζομαι πολύ τα πράγματα και τις αποφάσεις μου τις βασανίζω πάρα πολύ, τις ξεθωριάζω που λέει κι ο ποιητής. Σε σχέση δε με τη δουλειά μου, έχω την αίσθηση ότι όσα έκανα εκτιμήθηκαν περισσότερο κι απ’ ό,τι ήλπιζα.

EP.: Ετυχε ποτέ να διασχίσετε «μαύρες τρύπες», φάσεις απελπισίας ή απογοήτευσης, οι οποίες να σας οδήγησαν κάπου καλύτερα;

AΠ.: Εχω περάσει και μαύρες τρύπες, και συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα. Ως άνθρωπος όμως, όχι ως καλλιτέχνης.

EP.: Το γεγονός ότι ο σύζυγός σας, ο Αντώνης Αντύπας, είναι επίσης καλλιτέχνης, δεν φέρνει το μικρόβιο του ανταγωνισμού στη σχέση σας; Πόσο μάλλον όταν εσείς κάνετε καριέρα και στο εξωτερικό.

AΠ.: Αν ήμασταν και οι δυο μουσικοί, μπορεί να είχαμε φάει τα μουστάκια μας. Αλλά εδώ υπάρχει κάτι ευλογημένο, καθώς εκείνος είναι σκηνοθέτης. Οσο για την καριέρα στο εξωτερικό, ξεχνάτε ότι οι δυνατότητες διαφέρουν. Στο χώρο της μουσικής γίνονται άλματα και θαύματα. Στο χώρο του θεάτρου όμως, μεγάλοι καλλιτέχνες με τεράστια προσφορά στον τόπο τους, αδυνατούν να βγουν προς τα έξω. Πάρτε παράδειγμα τον Διαλεγμένο. Μέγας, μέγιστος συγγραφέας! Πού να πάει ο Γιώργος; Τον μειώνει σε τίποτε που δεν παίζεται έξω; Μην μπλέκουμε τα πράγματα. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα σ’ εμένα και τον Αντύπα. Μέσα από τη δουλειά μας, άλλωστε, γνωριστήκαμε και ζυμωθήκαμε. Μου ζήτησε να γράψω μουσική για τη Νίκη της Λούλας Αναγνωστάκη. Και ήταν κάτι το μαγικό!

EP.: Λέτε καμιά φορά από μέσα σας, αναπολώντας τα παιδικά σας χρόνια στη Ρούμελη και τη διαδρομή που έχετε κάνει από τότε, «μπράβο βρε Ελένη, τα κατάφερες!».

AΠ.: Οχι. Στο χωριό μου το σκέφτονται αυτό! Κι επειδή διατηρώ ακόμα το πατρικό μου, έχω πάει και πιάνο και δουλεύω συχνά εκεί, βλέπω πόση χαρά τους έχω δώσει. Είμαι περισσότερο περήφανη για όσα έχει πετύχει ο γιος μου, παρά για όσα έκανα εγώ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας