Η εκδίκηση του Mάνσον

Έχοντας εξασφαλισμένη τη φήμη του απόλυτου εχθρού της ηθικής πλειοψηφίας των Aμερικανών και κατηγορούμενος ως ηθικός αυτουργός της σφαγής στο Γυμνάσιο Κολουμπάιν, το μαύρο πρόβατο της σόου μπίζνες, ο Μέριλιν Μάνσον εντείνει την πρόκληση με το νέο του άλμπουμ και αντεπιτίθεται στους πουριτανούς και τα μίντια.

Στις 20 Απριλίου του 2000 δύο μαθητές του Γυμνασίου Κολουμπάιν του Ντένβερ, ο Ερικ Χάρις και ο Ντίλαν Κέμπολντ, μπήκαν στο προαύλιο οπλισμένοι με δύο αυτόματα πιστόλια, δύο καραμπίνες και τριάντα αυτοσχέδιες βόμβες. Ανοιξαν πυρ στα τυφλά, σκοτώνοντας 13 μαθητές και καθηγητές και τραυματίζοντας είκοσι άλλους και αυτοκτόνησαν μόλις άκουσαν τις σειρήνες των περιπολικών. Οταν η σφαγή τελείωσε άρχισε ο χορός των μέσων ενημέρωσης, που βασισμένα σε μαρτυρίες των συμμαθητών τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι δύο πιτσιρικάδες ανήκαν σε μια ομάδα που αυτοαποκαλούνταν «Η μαφία με τις καμπαρντίνες», ντύνονταν πάντα στα μαύρα και άκουγαν γκόθικ ροκ. Κάπου εκεί ακούστηκε και το όνομα του Μέριλιν Μάνσον κι έτσι, από ένας κακόγουστος ρόκερ που απασχολούσε μόνο τους θρησκόληπτους, ο Μάνσον βρέθηκε να απολογείται ως ηθικός αυτουργός της σφαγής, ακυρώνοντας την περιοδεία του προηγούμενου άλμπουμ «Mechanical Animals».

Η αντεπίθεσή του έρχεται έναν χρόνο μετά, μέ το νέο του άλμπουμ «Holly Wood (In The Shadow Οf The Valley Οf Death) », γεμάτο οργισμένο ροκ ‘ν’ ρολ και με ένα εξώφυλλο που απεικονίζει τον ίδιο ως σταυρωμένο πτώμα, δίπλα σε μια έκθεση νεκροτομίας. Η εταιρεία εξοργίστηκε αλλά αναγκάστηκε να συμβιβαστεί, ενώ οι καθολικές οργανώσεις κάλεσαν τους πιστούς σε μποϊκοτάρισμα του άλμπουμ. «Πριν από τη σφαγή, το κοινό περίμενε να στραφώ σε μια πιο ποπ κατεύθυνση», εξηγεί ο Μάνσον «κι αυτό έκανα, μετατράπηκα σε μια παρωδία του εαυτού μου. Υστερα συνέβη το τραγικό γεγονός κι όλα σταμάτησαν απότομα. Αρχισα να επανεκτιμώ το ρόλο μου ως ροκ καλλιτέχνη, δέχθηκα την εμπάθεια και την οργή του κόσμου και την επέστρεψα μέσα από αυτό το άλμπουμ. Στο «Holly Wood» κυριαρχούν ο Λένον, ο Τζον Κένεντι και ο Χριστός, δηλαδή τρία πρόσωπα που θεωρήθηκαν επαναστάτες στον καιρό τους, κάποιοι που προσπάθησαν να αλλάξουν τον κόσμο και το πλήρωσαν με τη ζωή τους, ενώ οι ιδέες τους διαστρεβλώθηκαν. Είναι ο τρόπος με τον οποίο κηρρύσω τον πόλεμο στους υποκριτές».

Οσο για το ίδιο το αιματηρό επεισόδιο ο Μάνσον δίνει σαφή απάντηση. «Η Αμερική είναι ο ιδανικός τόπος για κάθε είδους μαζικές δολοφονίες και σειριακούς δολοφόνους, επειδή τους ενθαρρύνουν τα μέσα επικοινωνίας προβάλλοντας τα κατορθώματά τους. Η αμερικανική κοινωνία λατρεύει και εξωραΐζει το θάνατο, αλλά όταν τα παιδιά της παρεκτρέπονται, νιώθει ένοχη και ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα. Αυτό που με εξόργισε πιο πολύ ήταν ότι στην περίπτωση του Κολουμπάιν, όλοι κατηγορούσαν τα δύο παιδιά, χωρίς να σκέφτονται ότι και τα ίδια ήταν θύματα».

Ετσι κι αλλιώς, ο Μάνσον ποτέ δεν απέφυγε την πρόκληση. Επιλέγοντας ένα τέτοιο όνομα, μια σύνθεση της Μέριλιν Μονρόε και του Τσαρλς Μάνσον, επιδίωκε να δείξει ότι είναι μια ένωση της ονειρικής πλευράς της Αμερικής με τον εφιάλτη της. Υστερα μιμήθηκε τις θεατρικές μεταμορφώσεις του Μπάουι, το άθλιο μακιγιάζ του Αλις Κούπερ και τη φρενίτιδα του Ιγκι Ποπ. Πόζαρε ως Χίτλερ, χρησιμοποιούσε τσιτάτα του Νίτσε και στίχους του Ουίλιαμ Μπλέικ και σοκάριζε την ηθική πλειοψηφία με άλμπουμ όπως το «Antichrist Superstar» όπου πόζαρε ως διαβολικός εσταυρωμένος ή το «Mechanical Animals» όπου εμφανιζόταν γυμνός χωρίς φύλο, προκαλώντας την επέμβαση της λογοκρισίας. Αλλά αυτά ήταν απλά παιχνίδια, «η παρωδία της παρωδίας, ένα εξ ολοκλήρου απατηλό προϊόν για τη βιομηχανία του θεάματος που στηρίζεται στην απάτη», όπως το ονόμαζε ο ίδιος. «Κανείς δεν βγήκε να κάψει μια εκκλησία επειδή άκουσε ένα κομμάτι μου», εξηγούσε με σαρκασμό.

Τώρα, μετά τις δολοφονίες του Κολουμπάιν, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η περίπτωσή του έχει προκαλέσει μέχρι και την οργάνωση ενός εθνικού ντιμπέιτ σε μεγάλο τηλεοπτικό δίκτυο, όπου διάφοροι «ειδικοί» εξηγούσαν αν και πόσο είναι επικίνδυνος για την ψυχική υγεία των εφήβων. Και ο ίδιος συνεχίζει τις προκλήσεις, λέγοντας: «Εχω πλέον πραγματώσει το αμερικανικό όνειρο, είμαι πλούσιος, πετυχημένος και διάσημος. Ο καθένας μπορεί να γράφει τραγούδια, εγώ όμως προκαλώ το χάος. Και μου αρέσει να το κάνω».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας