Η επιτροφή του εξόριστου

Ο Ζαν Λικ Γκοντάρ έχει περάσει ήδη στην ιστορία του σινεμά. Ο Γκοντάρ όμως τι κάνει; Ζει «Στην εξορία του Παραδείσου», κατά το περιοδικό «Νιου Γιόρκερ», που συνάντησε το Γάλλο κινηματογραφιστή στο Παρίσι για να διαπιστώσει πως ο Παράδεισός του δεν είναι στρωμένος με… ρόδα, όπως θα περίμενε κανείς, κι ακόμα πως η εξορία του δεν είναι απολύτως εθελοντική.

Οπως και να ‘χει, τους ερχόμενους μήνες ο 70χρονος Γκοντάρ θα επιστρέψει στα πρωτοσέλιδα ύστερα από μια μακρά απουσία. Και αυτό γιατί, πρώτον, στις 27 Δεκεμβρίου θα αρχίσει να προβάλλεται σε ολόκληρη τη Γαλλία η νέα ταινία τής επί σειρά ετών συνεργάτιδάς του Αν-Μαρί Μιεβίλ «Μετά τη συμφιλίωση», στην οποία εκείνος πρωταγωνιστεί. Δεύτερον, θα ακολουθήσει τον Ιανουάριο η προβολή, στη γαλλική ταινιοθήκη, του διάρκειας 50 λεπτών βίντεο, με τίτλο «The old place», που γύρισε ο Γκοντάρ με τη Μιεβίλ κατόπιν παραγγελίας του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Περίπου τότε, τρίτον, θα προβληθεί στις αίθουσες και η 90ή περικομμένη εκδοχή της 5ωρης διάρκειας, περίφημης «Ιστορίας του σινεμά», που αποτελούμενη κανονικά από 8 επεισόδια ολοκληρώθηκε σε μία δεκαετία (1988-1998), αποτελώντας όχι μια βατή, ντοκιμαντερίστικη αφήγηση, αλλά έναν κινηματογραφικό διαλογισμό σχετικό με θέματα που άπτονται του σινεμά και της ιστορίας ή του πολιτισμού.

Την ίδια εποχή που ξεκινούσε τα γυρίσματα του πρώτου επεισοδίου, ο Γκοντάρ δήλωνε: «Τα περισσότερα φιλμ μου βασίζονται σε ιστορίες που μου έρχονται ξαφνικά στο μυαλό, όταν έχω εξασφαλίσει τα χρήματα για τα γυρίσματα».

Στα χρόνια που ήρθαν, καθώς εκείνος αναζητούσε τρόπους να προσεγγίσει τις νέες γενιές κινηματογραφόφιλων, η εξασφάλιση πόρων αποδείχτηκε μια μάλλον δύσκολη υπόθεση: έχοντας πουλήσει τα δικαιώματα των ταινιών του κατά τα τρία τέταρτα στη γαλλική εταιρεία κινηματογραφικής παραγωγής Γκομόν, ανακάλυψε ξαφνικά «πως φτάνω στο τέλος της ζωής μου. Δεν έχω κάνει λεφτά, δεν έχω βάλει τίποτε στην άκρη, δεν έχω σύνταξη, δεν έχω ασφάλιση. Αν πάθω ένα ατύχημα…».

Κακή έκβαση είχαν και κάποια σχέδιά του. Π.χ. το 1990 μαζί με τη Μιεβίλ υπέγραψαν 5ετές συμβόλαιο, ώστε το στούντιό τους να ενταχθεί στην περίβλεπτη κινηματογραφική σχολή «Λα Φεμί» στο Παρίσι. Το σχέδιο δεν ευοδώθηκε ποτέ…

Λίγα χρόνια αργότερα ο Γκοντάρ ζήτησε από τη Σχολή Yποκριτικής του Εθνικού Θεάτρου του Στρασβούργου να του επιτρέψει να γυρίσει μια ταινία μαζί με τους σπουδαστές για την «Εκπαίδευση των ηθοποιών στη Γαλλία». Ούτε η σχολή ούτε οι φοιτητές υπήρξαν πρόθυμοι.

Πικραμένος, αλλά όχι έκπληκτος ο Γκοντάρ γυρίζει το ’94 το αυτοβιογραφικό «JLG/JLG», δηλώνοντας ότι «η τέχνη είναι η εξαίρεση και η κουλτούρα ο κανόνας. Είναι μέρος του κανόνα να θέλει κανείς το θάνατο της εξαίρεσης».

Παράλληλα, πιθανότατα για λόγους βιοποριστικούς, γυρίζει βίντεο κατά παραγγελία, όχι μόνο επίσημων καναλιών αλλά και ιδιωτών. Κάποια από αυτά, όπως το «Τα παιδιά παίζουν στη Ρωσία» (1993), που γυρίστηκε με έξοδα ενός Αμερικανού παραγωγού, δεν προβλήθηκε ποτέ.

Την ίδια τύχη νόμιζε ο Γκοντάρ πως θα έχει και το βίντεο που γύρισε με τη Μιεβίλ για λογαριασμό του ΜΟΜΑ, έναντι 500.000 δολαρίων. Στο φιλμ ο Γκοντάρ και η Μιεβίλ καταδικάζουν ως «έμπορο» τον Γουόρχολ, απορρίπτουν την αφηρημένη τέχνη ως έργο καλλιτεχνών που δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν την ιστορία και διαχωρίζουν την τέχνη σε οπτική (ξεκινώντας με το πλάνο ενός κάμπου με λουλούδια) και πολιτική (παραθέτοντας εικόνες από πολέμους και καταστροφές). Προκλητική και «ενοχλητική» η ταινία, άργησε τόσο να προβληθεί ώστε ο Γκοντάρ είχε σχεδόν βεβαιωθεί ότι δεν θα προβληθεί ποτέ. Κι όμως το ΜΟΜΑ σχεδιάζει εορταστική προβολή το Φεβρουάριο.

Επιμελήτρια του μουσείου και ο άνθρωπος που είχε την ιδέα το βίντεο να ανατεθεί στον Γκοντάρ, η Μέρι Λία Μπάντι θεωρεί το Γάλλο κινηματογραφιστή «τόσο πολύπλοκο όσο ήταν ο Πικάσο ή ο Δάντης». «Είναι», προσθέτει, «σαν μοναχός που μπήκε στο μοναστήρι για να διαλογιστεί. Οι διαλογισμοί του κρύβουν πολλή πίκρα, όμως. Ο πολιτικός ιδεαλισμός του σοσιαλισμού τον απογοήτευσε, αν και παραμένει εξοργισμένος με τον καπιταλισμό».

Εξοργισμένος είναι ο Γκοντάρ και με τον τρόπο που γυρίζονται σήμερα οι ταινίες: «Πριν, αν είχες λίγα χρήματα, μπορούσες να γυρίσεις μια ταινία σαν του Κασαβέτη. Αν είχες πολλά, μπορούσες να κάνεις ένα φιλμ σαν του Καζάν. Τώρα κανείς δεν ξέρει πώς να κάνει είτε το ένα είτε το άλλο…».

Οι ταινίες υπήρξαν και είναι κατά έναν παράδοξο τρόπο το κριτήριό του ακόμη και ως προς τις πολιτικές επιλογές του: «Kάποτε ήμασταν υπέρ του Μάο, αλλά μετά είδαμε τις ταινίες που γύριζε. Ηταν κακές. Κάτι ήταν ασύμβατο. Για μένα το σινεμά είναι το μέτρο ακόμη και της πολιτικής (…) Μ’ αυτό τον τρόπο κατορθώσαμε να επιβιώσαμε και μετά το νουβέλ βαγκ, εμείς οι άνθρωποι του σινεμά. Είμαστε σχεδόν ρατσιστές σε ό,τι το αφορά. Αν κανείς δεν κάνει πια καλές ταινίες, το σινεμά θα εξαφανιστεί. Αλλά όσο εγώ είμαι ζωντανός -για 20 χρόνια ακόμη- θα επιβιώνει».

Προηγούμενο άρθρο7 λόγοι συντηρούν την καχεξία
Επόμενο άρθροΗ τρέλα ταξιδεύει
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας