Η Φινλανδία παίζει μπλουζ

Ήταν ο άνθρωπος που μας έμαθε το Βυζάντιο. Ο ιστορικός που απέδειξε μέσα από τα σημαντικά του έργα πως ο κλασικός κόσμος επιβίωσε των μεταβαρβαρικών επιδρομών και κατακτήσεων. Ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν, ο φωτισμένος λόγιος, πέθανε προχθές στο Λονδίνο, πλήρης ημερών, σε ηλικία 97 ετών.

Ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν συνδέθηκε και αγάπησε τη χώρα μας, διδάσκοντάς μας βέβαια και Iστορία… Ηρθε σε επαφή με την ελληνική γλώσσα όταν ήταν ακόμη επτά ετών! Χάρη στην γκουβερνάντα του, τη δεσποινίδα Φορμπς, που είχε καλές βάσεις λατινικών και αρχαίων ελληνικών, ξεκίνησε ο θαυμασμός του για την Ελλάδα. Σε ηλικία 21 ετών, συνοδευόμενος από τους γονείς του, ήρθε για πρώτη φορά στη χώρα μας (1924). Τη δεκαετία του ’50 η έκδοση του τρίτομου έργου του «Βυζαντινός πολιτισμός» (A histor yof the Crusades) έκανε το συγγραφέα παγκοσμίως γνωστό και το έργο του κλασικό στο είδος του, έμελλε ν’ αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι μελετητές «κοίταζαν» την Iστορία της περιοχής.

«Τα υψηλά ιδανικά κηλιδώθηκαν από τη βαρβαρότητα και την απληστία, το εγχείρημα και την αντοχή μιας τυφλής και μιας στενόμυαλης ανηθικότητας. Ο ιερός πόλεμος από μόνος του δεν ήταν τίποτε παρά μια επί μακρών μάχη θρησκευτικής μισαλλοδοξίας στο όνομα του Θεού, που είναι φυσικά αμαρτία απέναντι στο Aγιο Πνεύμα», έγραφε ο Ράνσιμαν.

Γεννημένος στις 7 Ιουλίου του 1903, στη βόρεια Αγγλία, ο Ράνσιμαν μεγάλωσε σε μια οικογένεια με έντονη δραστηριότητα στην πολιτική. Οι γονείς του ήταν και οι δύο Φιλελεύθεροι νομικοί, και μάλιστα το πρώτο ζευγάρι που κάθησε μαζί στη Βουλή των Κοινοτήτων. Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε σπάνιες επιδόσεις. Στα 11 του μόλις χρόνια ήξερε γαλλικά, λατινικά, ελληνικά και ρωσικά. Φοίτησε στο διακεκριμένο κολέγιο Ιτον και στο Τρίνιτι Κόλετζ, στο Κέμπριτζ. Προικισμένος, γλωσσομαθής, με ευρείες κοινωνικές επαφές και με ωραία εμφάνιση, ο σερ Ράνσιμαν υπήρξε στη δεκαετία του ’20 όχι μόνον εξαιρετικός εκπρόσωπος μιας «χρυσής» νεολαίας αλλά και ένας άνδρας με εξασφαλισμένο ακαδημαϊκό μέλλον.

Πριν κλείσει τα 30 του χρόνια ήταν καθηγητής πανεπιστημίου στο Κέμπριτζ, ως βυζαντινολόγος. Το 1938, ο θάνατος του πατέρα του και η τεράστια κληρονομιά που του άφησε, του επέτρεψε να κάνει τη ζωή που ήθελε. Παράτησε την πανεπιστημιακή έδρα κι άρχισε τα ταξίδια σε όλο τον κόσμο ως «περιπλανώμενος λόγιος». Το 1925 γράφει για το ταξίδι του στην Κίνα και το ντουέτο του στο πιάνο με τον Χένρι Που Γι, τον τελευταίο αυτοκράτορα. Το 1938 ταξιδεύει στη γαλλική Ινδοκίνα κι αργότερα στο Βουκουρέστι, όπου μοιράζεται καναπεδάκια με χαβιάρι με τη βασίλισσα Μαρί της Ρουμανίας!

Οταν άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τοποθετήθηκε ακόλουθος Τύπου στη Σόφια. Δεν πολέμησε ποτέ γιατί ανέκαθεν η υγεία του δεν ήταν καλή, κι αυτό ήταν το μειονέκτημά του. Οταν ο βασιλιάς Μπόρις συμμάχησε με τη Γερμανία, φυγαδεύτηκε από τη Βουλγαρία στο Κάιρο. Από κει βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα και κατόπιν πρόσκλησης της Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη.

Σε συνέντευξή του στο «Βήμα» το 1997, την τελευταία φορά που ήρθε στη χώρα μας για να τιμηθεί με το βραβείο Ωνάση -το οποίο μοιράστηκε με την Ντόλλη Γουλανδρή- διηγήθηκε πώς βρέθηκε στην πόλη των μελετών του… Ο πρόεδρος Ινονού περπατούσε στην Πόλη και ρωτούσε για διάφορα κτίρια που έβλεπε και ουδείς γνώριζε να του πει τίποτε περισσότερο πέραν του ότι ήταν βυζαντινά. Πρόσταξε λοιπόν να του βρουν αμέσως έναν καθηγητή. Ο Aγγλος πρόξενος στην Τουρκία έτυχε να είναι μαθητής του Ράνσιμαν κι έτσι ο καθηγητής βρέθηκε εκεί να οργανώνει έδρα Bυζαντινών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης.

Το 1945 ήρθε στην Ελλάδα, όπου για δύο χρόνια διηύθυνε το Βρετανικό Συμβούλιο. Τότε ανέπτυξε μια βαθιά φιλία με τον Γιώργο Σεφέρη, τον Γιώργο Κατσίμπαλη, την Τζίνα Μπαχάουερ, τον Τάκη Χορν. Αγάπησε το Aγιον Ορος (ήταν άλλωστε πρόεδρος των Φίλων του Αγίου Ορους) και τη Μονεμβασιά, όπου οι τοπικοί άρχοντες έδωσαν σε ένα δρόμο τους το όνομά του!

Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Βυζαντινός πολιτισμός» (εκδ. Ερμείας), «Βυζαντινή θεοκρατία» (εκδ. Δόμος), «Η τελευταία βυζαντινή αναγέννηση» (εκδ. Δόμος), «Μυστράς» (εκδ. Καρδαμίτσα) και «Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία» (εκδ. Μπεργαδής).

Το τελευταίο βιβλίο του (1991) είναι το «Αλφαβητάρι ενός ταξιδιώτη» και είναι ό,τι δηλώνει ο τίτλος του: είναι ο πνευματικός χώρος του Ράνσιμαν από το Α (Αθως) έως το Ζ (Σιών Ιερουσαλήμ- Zion) οι στάσεις δηλαδή της πνευματικής του περιπλάνησης στον κόσμο.

Εδωσε διαλέξεις σε όλα τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου, ενώ συνεργάστηκε με το Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο Βικτόρια και Αλμπερτ και τη Βιβλιοθήκη του Λονδίνου.

Xρίστηκε ιππότης το 1958 από τη βασίλισσα Ελισάβετ, ενώ έχει τιμηθεί από πολλές χώρες συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας. Εκτός από το βραβείο Ωνάση, του έχει απονεμηθεί (επί δημαρχείας Τρίτση) το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής.

Ποτέ δεν παντρεύτηκε, ενώ οι συγγενείς του ανακοίνωσαν ότι πέθανε στο σπίτι του μεγαλύτερου ανιψιού του. Η κηδεία του θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο.

«Εγινα ιστορικός επειδή μου άρεσε να λέω ιστορίες. Ηθελα μάλιστα να είμαι ιστορικός της παλιάς σχολής, δηλαδή αυτός που γράφει ιστορία…» έλεγε σ’ εκείνη τη συνέντευξή του. Και έγραψε πράγματι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας