Θηλιά στην Οικονομία η υποχώρηση του ευρώ

Η ελληνική οικονομία, παρά την υποχρεωτική διολίσθηση της δραχμής έναντι του ευρώ τα δύο τελευταία χρόνια, δεν βγαίνει «κερδισμένη», όπως πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, από την πτώση του ευρώ.

Αντίθετα, η απόστασή της αυξάνει και το φαινόμενο θα γίνει εντονότερο από την 1/1/2001, αν το ευρώ συνεχίσει να παραμένει «φτηνό».

Η εικόνα αυτή προβάλλει μέσα από την τριμηνιαία Εκθεση της Κομισιόν για την ανταγωνιστικότητα, που θα δημοσιοποιηθεί μέσα στην εβδομάδα. Η Εκθεση αποκαλύπτει ότι η επί δύο χρόνια πτώση του ευρώ έναντι του δολαρίου και του γιεν έκανε τους «πλούσιους» ετέρους της Ε.Ε. -κυρίως της ευρωζώνης- πλουσιότερους και τους «φτωχούς» φτωχότερους.

Συγκεκριμένα, η διολίσθηση του ευρώ έχει ευνοήσει σημαντικά τις εξαγωγικές οικονομίες της ευρωζώνης και κυρίως τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, ενώ αντίθετα έχει επιδεινώσει τη θέση των φτωχότερων και μικρότερων οικονομιών.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι από τα στοιχεία της Εκθεσης επιβεβαιώνεται πως οι οικονομίες της ευρωζώνης που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την πτώση του εύρω για να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους, αύξησαν ταυτόχρονα και την απόστασή τους από τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητά τους και έναντι αυτών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την τελευταία διετία που η δραχμή -λόγω αντιπληθωριστικής πολιτικής- διατηρείτο σε ψηλά επίπεδα έναντι του ευρώ (πέραν των εφ’ άπαξ υποτιμήσεων), η διολίσθηση του ευρώ βοήθησε τη γερμανική και τη γαλλική οικονομία να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους κατά 2% και 1, 1% αντίστοιχα, ενώ αντίθετα επιδείνωσε συγκριτικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας κατά 0, 9%. Με άλλα λόγια, παρά την υποτίμηση και στη συνέχεια τη διολίσθηση της δραχμής τον τελευταίο χρόνο, η απόσταση της ελληνικής οικονομίας από τη γερμανική -από πλευράς ανταγωνιστικότητας- αυξήθηκε αντί να συγκλίνει κατά 3%…

Τα στοιχεία αυτά ανατρέπουν την εικόνα που έχει δοθεί μέχρι σήμερα από πλευράς οικονομικού επιτελείου ότι η ελληνική οικονομία δεν υφίσταται επιπτώσεις από τη διολίσθηση του ευρώ την τελευταία διετία (πέραν βέβαια των επιπτώσεων στην αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους).

Η αισιόδοξη αυτή άποψη στηριζόταν στο επιχείρημα ότι το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας είναι πλέον με την Ε.Ε., οπότε η είσοδος στο ευρώ «ακυρώνει» κάθε συνέπεια από την πτώση του. Τώρα αποδεικνύεται με τα στοιχεία της Κομισιόν ότι έχουν ήδη υπάρξει επιπτώσεις. Ακόμα περισσότερο αφού από 1/1/2001, όταν θα έχει ολοκληρωθεί και το τελευταίο τμήμα της διολίσθησης της δραχμής και θα έχει μετατραπεί σε υποδιαίρεση του ευρώ, η ελληνική οικονομία θα υποστεί -αν συνεχίσει να υποτιμάται το ευρώ- ακόμα περισσότερες συνέπειες, όπως αυτές που έχουν υποστεί οι περισσότερες «φτωχές» χώρες της ευρωζώνης, όπως, π.χ., η Πορτογαλία, η Ισπανία ή ακόμα και οι «μικρές», όπως η Φινλανδία και Ολλανδία.

Οπως αναφέρει η Εκθεση, «τα τελευταία δύο χρόνια η Ολλανδία, η Φινλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν καταγράψει μια επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας έναντι των εταίρων τους στη Νομισματική Ενωση». Ακόμα περισσότερο παρατηρείται μια διαδικασία επαναπροσέγγισης στις αποκλίσεις του παρελθόντος… Εξαίρεση αποτελεί, σύμφωνα με την Εκθεση, η Ιρλανδία, η οποία, παρά τις σημαντικές πιέσεις που καταγράφονται σε επίπεδο κόστους εργασίας και πληθωρισμού, έχει καταφέρει να διατηρεί πολύ ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και να διατηρεί έτσι την ανταγωνιστικότητά της.

Για την Ελλάδα παρατηρείται ότι αν περιοριστεί η χρονική περίοδος εξέτασης στον ένα χρόνο, στο επίπεδο της οικονομίας, αλλά και της βιομηχανίας, διαπιστώνεται βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αλλα αυτή εκτιμάται ως προσωρινή καθώς οφείλεται μόνο στην επιπρόσθετη (στη διολίσθηση του ευρώ) υποχρεωτική διολίσθηση της δραχμής η οποία όμως τώρα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας θα αρχίσει να παίρνει τις πραγματικές του διαστάσεις από την 1/1/2001, όταν η οικονομία θα «χάσει» όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα, σε επίπεδο συναλλαγματικής και νομισματικής πολιτικής, που της επέτρεπαν μέχρι τώρα να εκμεταλλεύεται τη συγκυρία και να ομαλοποιεί τις «τριβές» της προσαρμογής.

Συνολικά πάντως η Εκθεση της Κομισιόν υποστηρίζει ότι για τις εξαγωγικές οικονομίες της ευρωζώνης η διολίσθηση του εύρω ήταν «θείο δώρο» καθώς επέτρεψε τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους τόσο έναντι των ΗΠΑ όσο και απέναντι στην Ιαπωνία. Εναντι των ΗΠΑ στο γ’ τρίμηνο του 2000 η ευρωζώνη βρέθηκε στην καλύτερη θέση της τελευταίας δεκαπενταετίας, ενώ έναντι της Ιαπωνίας βρίσκεται στην καλύτερη θέση των τελευταίων δεκαετιών.

Από την άποψη αυτή είναι πλέον προφανές γιατί η γερμανική, αλλά και οι άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν αντιμετωπίζουν την πτώση του ευρώ ως «επικίνδυνη», πολύ δε περισσότερο τώρα που η διοίκηση της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας, ρίχνοντας «νερό στο κρασί της», άφησε να εννοηθεί ότι από τούδε και στο εξής θα λαμβάνει υπόψη της και το «δομικό πληθωρισμό» πέραν του εναρμονισμένου, προτού μεταβάλλει τη νομισματική της πολιτική.

Προηγούμενο άρθροΕμείς δεν έχουμε δουλειά με τον Xριστόδουλο
Επόμενο άρθροΠολιτιστική Ολυμπιάδα: Ολοταχώς!
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας