«Θησαυρός» στην Πινακοθήκη

Ο εικαστικός «θησαυρός» των συλλογών της Εθνικής Πινακοθήκης είχε λάβει χρόνια τώρα από στόμα σε στόμα διαστάσεις… θρύλου: Ολο τον ακούγαμε, αλλά δεν τον βλέπαμε, με μόνη εξαίρεση κάποιες περιοδικές εκθέσεις (π.χ. «Η γυναίκα στη νεοελληνική τέχνη) που έδιναν τη δυνατότητα παρουσίασης ελάχιστων έργων, με περιοριστικά θεματολογικά κριτήρια. Ο Δεκέμβριος του 2000 θα μείνει λοιπόν στην ιστορία της Πινακοθήκης ως ο μήνας που, επιτέλους, επιτεύχθηκε η οριστική επανέκθεση ενός μέρους από τις μόνιμες συλλογές στις, πλήρως ανακαινισμένες και εξοπλισμένες με υπερσύγχρονα συστήματα φωτισμών, πυρασφάλειας κ.λπ., αίθουσες του 1ου και 2ου ορόφου της Β’ πτέρυγας του Mουσείου.

Η επανέκθεση σηματοδοτεί το τέλος μιας συλλογικής προσπάθειας που ξεκίνησε πριν από το 1994 και την ίδια στιγμή την έναρξη μιας πολύ μεγαλύτερης προσπάθειας για ό,τι απομένει να γίνει. Και αυτό που απομένει δεν είναι καθόλου λίγο, αν σκεφτεί κανείς πως τα εκτιθέμενα έργα είναι περί τα 500 έναντι των 10.000 που έχει συνολικά στην κατοχή του το Mουσείο κι ότι εκκρεμεί βέβαια το θέμα της κτιριολογικής επέκτασης της Πινακοθήκης, το οποίο πάντως έχει μπει κατά τα φαινόμενα στην οδό της οριστικής επίλυσής του: Ο υπουργός Πολιτισμού, Ευάγγελος Βενιζέλος, επαναδιαβεβαίωσε χθες ότι το κτιριολογικό πρόγραμμα και τα απαιτούμενα 9 δισ. δρχ. έχουν διασφαλιστεί από το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, όπως άλλωστε και το επιπλέον 1, 5 δισ. δρχ. για τη δημιουργία της Εθνικής Γλυπτοθήκης, ως παράρτημα της Πινακοθήκης, πιθανότατα στο Γουδί -είναι σε εξέλιξη σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ ΥΠΠΟ και υπουργείου Αμύνης.

Οπως και να ‘χει, η τωρινή επανέκθεση, τα εγκαίνια της οποίας θα είναι διπλά, κεκλεισμένων των θυρών για το ευρύ κοινό, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού τη Δευτέρα, και «ανοιχτά» την επόμενη Πέμπτη από τον υπουργό Πολιτισμού, είναι μια σημαντική στιγμή. «Η σημαντικότερη από όσες έχω ζήσει στα 8 χρόνια που βρίσκομαι εδώ», όπως δήλωσε η διευθύντρια του Mουσείου, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Η παρούσα φάση του έργου ολοκληρώθηκε με το κονδύλι (1, 2 δισ.) που αντλήθηκε από το Β’ ΚΠΣ. Η επανέκθεση γίνεται με τη χορηγία του ιδρύματος (300 εκ.) «Σταύρος Νιάρχος» και με χορηγό επικοινωνίας τον Alpha.

Τόσο η επανέκθεση, όμως, όσο και η προσδοκώμενη επέκταση αλλά και το Ταμείο Αγοράς Εργων ευνοούνται, όπως τονίστηκε χθες, από την ύπαρξη του νόμου 2557 που ψηφίστηκε επί υπουργίας Βενιζέλου το 1997. Ο ίδιος νόμος παρείχε τη δυνατότητα αποπληρωμής του φόρου κληρονομίας σε είδος, γεγονός που επέτρεψε στην Πινακοθήκη να αποκτήσει π.χ. μία σειρά έργων του Παρθένη σε τιμή (700 εκ.) πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία. Ο ίδιος νόμος θα ευνοήσει ακόμα περισσότερο μελλοντικά την Πινακοθήκη αλλά και το Φιξ, προβλέπει ο υπουργός Πολιτισμού.

Η επανέκθεση υλοποιήθηκε με την καθοριστική συμμετοχή των αρχιτεκτόνων καθηγητών Πάνου Τζώνου, Σόνιας Χαραλαμπίδου-Διβάνη και Γιώργου Παρμενίδη σε συνεργασία με την Ειρήνη Χαραλαμπίδου και την Κριστίν Λονγκεπέ, που έκαναν την αρχιτεκτονική μελέτη, φροντίζοντας να εξυπηρετήσουν «τη μουσειολογική λογική της επανέκθεσης». Τη συνολική επιμέλεια και ευθύνη της επανέκθεσης είχε η επιμελήτρια Ολγα Μεντζαφού – Πολύζου και τον επιστημονικό σχεδιασμό της νέας παρουσίασης των μόνιμων συλλογών η κ. Πλάκα.

Η επανέκθεση αφορά ένα πανόραμα ελληνικής ζωγραφικής, με έμφαση σε έργα του 19ου-20ού αιώνα και με κύριο άξονα τη διαλεκτική μεταξύ τέχνης και κοινωνίας. Η παρουσίαση των έργων δεν γίνεται, δηλαδή, με αυστηρά τεχνοϊστορικά κριτήρια, αλλά με σημείο αναφοράς τα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα κάθε εποχής. Ετσι π.χ. για τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, τα χρόνια της βασιλείας του Οθωνα (1832-1862), έμφαση δίνεται στην ιστορική ζωγραφική που έπαιζε τότε και τον πρωτεύοντα ρόλο, ή αντίστοιχα για το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, που σηματοδοτεί την ωρίμαση της αστικής τάξης, ο πρώτος ρόλος παραδίδεται στην ηθογραφία.

Τα εκθέματα εκπροσωπούν ως εκ τούτου τα κυρίαρχα εικαστικά ρεύματα κάθε εποχής, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ανεξάρτητα από τον κοινωνικοπολιτικό περίγυρο. Εκκινούν λοιπόν από την ιστορική ζωγραφική, την ηθογραφία, τη μεγαλοαστική προσωπογραφία, την τοπιογραφία, τα πρώτα σκιρτήματα του ιμπρεσιονισμού, τη συμβολική φάση του Γύζη, το μεταϊμπρεσιονιστικό προβληματισμό πάνω στο φως, τη γενιά του ’30, τη μεταπολεμική γενιά και καταλήγουν στην τέχνη των τελευταίων χρόνων -οι τάσεις της οποίας δεν καλύπτονται πλήρως λόγω έλλειψης χώρου, αν και υπάρχει η σκέψη η αίθουσα που αφιερώνεται στη σύγχρονη τέχνη να λειτουργήσει ως χώρος σχετικών περιοδικών εκθέσεων. Ξεχωριστό τμήμα της έκθεσης αφορά τη δυτικοευρωπαϊκή ζωγραφική, με επιμελήτρια την Αγγέλα Ταμβάκη.

Οι δραστηριότητες της Πινακοθήκης σε ό,τι αφορά περιοδικές εκθέσεις φυσικά θα συνεχιστούν. Προγραμματίζεται ήδη για την ερχόμενη άνοιξη η έκθεση «Από τον ιμπρεσιονισμό στην πρωτοπορία» με έργα από τη συλλογή της βαρόνης Θίσεν. Επεται το φθινόπωρο μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του Γύζη, με αφορμή την 100ή επέτειο θανάτου του. Και το 2002 η έκθεση «Η Ελλάδα και η ιταλική Αναγέννηση», σε συνεργασία με το Ιδρυμα Λόνγκι της Φλωρεντίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας