Μετοχοδάνεια θηλιές

Σοβαρότατα προβλήματα, που ενέχουν κινδύνους για το πιστωτικό σύστημα, αλλά και πρόβλημα «διαστρέβλωσης» ισολογισμών, αντίστροφο της υπερβολικής κερδοφορίας του 1999, για τις επιχειρήσεις δημιουργεί η κάθετη πτώση των τιμών των μετοχών.

H εξήγηση είναι απλή. Σε μεγάλο βαθμό οι επιχειρηματικές κινήσεις εξαγοράς συμμετοχών, αλλά και πλειοψηφικών πακέτων από εισηγμένες σε άλλες εισηγμένες της Σοφοκλέους, πραγματοποιήθηκαν με τραπεζικά δάνεια, τα οποία είχαν ως εγγύηση μετοχές.

Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις σχηματίσθηκαν κατά κάποιο τρόπο «αεροπλανάκια», όπου οι μετοχές της πρώτης εξαγοράς έμπαιναν εγγύηση στη δεύτερη και ούτω καθεξής.

H ύπαρξη του προβλήματος είναι διαπιστωμένη και ομολογείται ανεπίσημα από αρκετούς επιχειρηματίες. Eκείνο που δεν είναι γνωστό είναι η έκταση του φαινομένου. Σύμφωνα με ορισμένες, κατά τεκμήριο αξιόπιστες πηγές (καθώς επίσημα στοιχεία δεν μπορούν ευλόγως να υπάρξουν), ο συνολικός όγκος αυτών των χορηγήσεων ανέρχεται σε κάποιες εκατοντάδες δισ. δραχμές, προσεγγίζοντας πιθανώς, ως τάξη μεγέθους, ακόμη και τα 500 δισ. δρχ., τουλάχιστον κατά την άποψη κάποιων ειδημόνων.

H πιθανότητα να έχει λάβει το φαινόμενο αυτό τέτοιες διαστάσεις εξηγείται και από τον υπερβολικό ζήλο με τον οποίο πολλές εταιρείες έσπευσαν να προχωρήσουν σε αγοραπωλησίες μετοχών όταν η Σοφοκλέους ήταν ανθηρή και να ενισχύσουν με τον τρόπο αυτό τα περσινά αποτελέσματά τους και, σε μικρότερο βαθμό, τα φετινά. H αρνητική συγκυρία όμως στη Σοφοκλέους έκανε τα κέρδη ζημιές σε πολλές περιπτώσεις.

Tα δάνεια για εξαγορές αποτελούν σήμερα πραγματικό «βρόχο» για τις τράπεζες, καθώς τα περιθώρια ελιγμών που στην πραγματικότητα διαθέτουν είναι περιορισμένα. H υπερβολική πίεση της τράπεζας προς την επιχείρηση που έλαβε το δάνειο ενδεχομένως να εντείνει τα προβλήματα της εταιρείας και δι’ αυτού του τρόπου την περαιτέρω απαξίωσή της και περαιτέρω υποχώρηση της μετοχής.

Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, δεδομένου ότι οι μετοχές είναι και η εγγύηση του δανείου, το πρόβλημα απλώς θα πολλαπλασιασθεί, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε πρόσφατα σε ιδιωτική συνομιλία υψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος.

Tο ζήτημα βεβαίως έγκειται στους ρυθμούς αποπληρωμής των δανείων αυτών, καθώς ο αρχικός σχεδιασμός μερικών «παράτολμων» επιχειρηματιών ήταν να αποπληρώσουν τα δάνεια ρευστοποιώντας ένα μέρος των μετοχών που αγόραζαν, σε πολύ υψηλότερες τιμές από τις τιμές κτήσεως.

Kάτι που βέβαια δεν μπορεί να γίνει σήμερα, μετά την κατρακύλα της Σοφοκλέους, που έχει οδηγήσει σε μειώσεις κατά 50-60% έως και 90%. Aμεση συνέπεια, η δημιουργία προβλημάτων ρευστότητας στην αποπληρωμή δόσεων, η οποία βεβαίως δεν μπορεί παρά να έχει κάποια στιγμή επιπτώσεις και στη λειτουργία και τα αποτελέσματα των τραπεζών.

Για τη στήριξη

Στο πρόβλημα αυτό πρέπει να προστεθεί και η λήψη δανείων από επιχειρηματίες για τη στήριξη μετοχών τους, μία πρακτική που ακολουθήθηκε κατά κόρον από αρκετές εισηγμένες επιχειρήσεις, ιδίως στην τελευταία προεκλογική περίοδο. Eν τούτοις, ο συνολικός όγκος αυτών των δανείων δεν είναι παρά κλάσμα εκείνων της προηγούμενης κατηγορίας.

Aπό την άλλη πλευρά, υψηλός είναι και ο αριθμός των εισηγμένων επιχειρήσεων, χρηματοοικονομικών και μη, που στο τέλος του χρόνου θα αντιμετωπίσουν σοβαρό πρόβλημα με την αποτίμηση μετοχών που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους.

Tο πρόβλημα σε αρκετές περιπτώσεις δεν εμφανίζεται στα τελευταία τριμηνιαία αποτελέσματα (τρίτο τρίμηνο του έτους), θα καταγραφεί όμως υποχρεωτικά στους ετήσιους ισολογισμούς, με την εμφάνιση σημαντικότατων απωλειών.

Λύσεις, όπως είναι φανερό, αναζητούνται σε ανώτατο επίπεδο με εκκλήσεις πολύ γνωστών επιχειρηματιών για αλλαγές στη νομική-λογιστική ρύθμιση του προβλήματος.

Mία λύση, που σύμφωνα με πληροφορίες ήδη συζητείται σε ορισμένους κύκλους, κάνει λόγο για τη μετατροπή των χρηματοοικονομικών ζημιών, που υφίστανται οι εισηγμένες εταιρείες από το χαρτοφυλάκιό τους, σε έξοδα πολυετούς αποσβέσεως πιθανώς 5ετούς διάρκειας.

Aλλες πληροφορίες κάνουν λόγο ακόμη και για μετατροπή του συστήματος αποτίμησης των συμμετοχών και του χαρτοφυλακίου με βάση τη χαμηλότερη τιμή μεταξύ κτήσεως και τρέχουσας τιμής, κάτι που δεν φαίνεται όμως ότι μπορεί να γίνει στο χρονικό διάστημα που έχει απομείνει ώς το τέλος του έτους.

Γ.Π.

«Kαπέλο» 600 δισ. για όσους

δανείστηκαν σε δολάριο-γεν

Tου XP. ZIΩTH

ME ΠEPIΣΣΟTEPA από 600 δισ. δρχ. επιβαρύνθηκε το χρέος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που έχουν δανειστεί σε συνάλλαγμα, εξαιτίας της υποχώρησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο δανεισμός σε συνάλλαγμα, που ξεπερνά τα 5,2 τρισ. δρχ., επιβαρύνθηκε πρόσθετα, καθώς η δραχμή υποχώρησε (ακολουθώντας το ευρώ) έναντι του γεν και του δολαρίου, νομίσματα στα οποία έχουν συναφθεί περισσότερο από τα 2/3 των δανείων σε συνάλλαγμα. Ετσι, το συνολικό ποσό των δανείων το οποία έχουν χορηγηθεί στον ιδιωτικό τομέα, προσεγγίζει πλέον τα 18 τρισ. δρχ. και αντιστοιχεί στο 44% του ΑΕΠ της χώρας μας.

Παρ’ όλο που η Τράπεζα της Ελλάδος είχε δεσμεύσει μέχρι το Μάρτιο 436 δισ. δρχ., τα οποία είχαν «αφαιρεθεί» από τις τράπεζες για να «φρενάρουν» τη χορήγηση δανείων, οι τελευταίες ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια που είχε θέσει η ΤτΕ και χορήγησαν νέα δάνεια 3,2 τρισ. δρχ. Και τούτο διότι οι περισσότερες ήθελαν να κερδίσουν μερίδια αγοράς.

Για πρώτη φορά η Τράπεζα της Ελλάδος πιστοποιεί ότι ένα μεγάλο μέρος από τα προσωπικά δάνεια ελήφθησαν για την αγορά μετοχών, γεγονός που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις ίδιες τις τράπεζες, εφόσον η κακή πορεία της Σοφοκλέους καταστήσει αβέβαιη την αποπληρωμή τους.

H Τράπεζα της Ελλάδος, με ένα χρόνο καθυστέρηση, παρατηρεί ότι το φαινόμενο αυτό «συνδέεται με μικροεπενδυτές οι οποίοι προσέφευγαν στο δεύτερο εξάμηνο του 1999 στα προσωπικά δάνεια για να χρηματοδοτήσουν τις θέσεις τους στο Χρηματιστήριο».

Το φαινόμενο επαναλήφθηκε σε μεγαλύτερη έκταση και στο πρώτο εξάμηνο του 2000, ενώ και αρκετοί τραπεζίτες παραδέχονται ότι οι τράπεζες προχωρούσαν προεκλογικά στη χορήγηση δανείων με ενέχυρο μετοχές, σε επιχειρηματίες, οι οποίοι ήθελαν να αγοράσουν τις μετοχές των επιχειρήσεών τους, προκειμένου να στηριχθούν οι τιμές τους στο Χρηματιστήριο. Βέβαια οι ίδιοι οι τραπεζίτες σπεύδουν να καθησυχάσουν ότι η όλη αυτή μεθόδευση δεν θέτει σε κίνδυνο τις τράπεζες, καθώς οι επιχειρηματίες παρείχαν εξασφαλίσεις πολύ μεγαλύτερες από τις μετοχές που εξαγόραζαν.

Η «έντονη» δραστηριότητα στη χορήγηση των δανείων φέτος δεν συνδέεται βέβαια μόνο με την παραπάνω δραστηριότητα. Οπως φαίνεται από τα στοιχεία της ΤτΕ ένα αρκετά μεγάλο μέρος της δραστηριότητας του ιδιωτικού τομέα καλύφθηκε με δανεικά, αφού τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν στο φετινό εννεάμηνο κατά 22,4%, ενώ πέρυσι στο ίδιο διάστημα είχαν αυξηθεί μόνο κατά 9,6%.

Mεγάλο μέρος από τα δάνεια αυτά χορηγήθηκε σε ευρώ, καθώς πλέον τα δάνεια αυτά εκτοκίζονται με επιτόκια χαμηλότερα κατά περίπου 5 εκατοστιαίες μονάδες από τα δραχμικά, ενώ αφετέρου η συναλλαγματική επιβάρυνση που ενσωματώνουν έχει πλέον σχεδόν μηδενισθεί. Αποτέλεσμα ήταν τα δάνεια αυτά να αυξάνονται με ρυθμό 206%.

Παράλληλα, οι παλαιοί δανειολήπτες σε δολάριο και γεν (περίπου το 48% των δανειοληπτών σε συνάλλαγμα) σπεύδουν να μετατρέψουν τα δάνειά τους σε ευρώ, στο οποίο η δραχμή θα «κλειδωθεί» από 1/1/2001 με την ισοτιμία των 340,75 δρχ. Ως επί το πλείστον πρόκειται για δανειολήπτες σε γεν, το πλέον ίσως «επικίνδυνο» νόμισμα, με αποτέλεσμα στο τέλος Σεπτεμβρίου ο ετήσιος ρυθμός ανόδου των δανείων στο ιαπωνικό νόμισμα να εμφανίζεται με αρνητικό πρόσημο (Σεπτέμβριος 2000: -24,5%, Δεκέμβριος 1999: +14,4%.

H καταναλωτική πίστη

Πάντως, η καταναλωτική πίστη, παρά τα περιοριστικά μέτρα που εφάρμοσε η ΤτΕ, συνέχισε να καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος από την συνολική πίτα των χορηγήσεων των τραπεζών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι από την καταναλωτική πίστη άρχισε να κερδίζει έδαφος η χρήση των πιστωτικών καρτών, παρ’ όλο που τα επιτόκιά τους διατηρούνται σε υψηλό επίπεδο, σε σύγκριση με τα επιτόκια που έχουν διαμορφωθεί στα καταναλωτικά και προσωπικά δάνεια. Ετσι, τα υπόλοιπα των πιστωικών καρτών εμφανίζουν το Σεπτέμβριο αύξηση 44,4%.

Παράλληλα μεγάλη αύξηση κατά 14,4% φαίνεται ότι παρουσιάζουν τα δάνεια έναντι δικαιολογητικών (καταναλωτικά ύψους έως 8 εκατ. δρχ.), ενώ στη διάρκεια του περσινού έτους είχαν αυξηθεί μόλις κατά 2,3%. Βέβαια, συγκριτικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες της καταναλωτικής πίστης (τα προσωπικά δάνεια αυξήθηκαν με ρυθμό 35%) ο ρυθμός αύξησης των δανείων αυτής της κατηγορίας είναι μικρότερος. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι τα δάνεια αυτά έχουν υποκατασταθεί στην πράξη με πιστώσεις που οι ίδιες οι εμπορικές επιχειρήσεις χορηγούν στην πελατεία τους.

Προηγούμενο άρθροΟ θησαυρός φάντασμα
Επόμενο άρθροΙδια χρέωση για αστικά και υπεραστικά τηλεφωνήματα
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας