Ξεκόλλα από τον τέλειο πρώην

Ξεκόλλα από τον τέλειο πρώην

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Ήταν τέλειος, θεός, ο ιδανικός άντρας, το άπιαστο όνειρο. Και εσύ τον έχασες! Μην κλαις, δεν χάλασε δα και ο κόσμος…

Δεν λέω, ήταν τέλειος, ψηλός, ξανθός, αθλητικός, έκανε διδακτορικό, ιστιοπλοΐα, μπάσκετ, Κάμα Σούτρα, κρέπες, φασολάκια λαδερά, όλα τα χατίρια, τα κόλπα, τα ακροβατικά… Έβαζε όλες τις γυναίκες εκεί κάτω κι εσένα ψηλά, σ’ ένα βάθρο, στα σύννεφα. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. Διότι έφταιξες, αγαπητό μου Cosmo girl. Τον κεράτωσες, τον πρόσβαλες, τον διέλυσες, ήσουν λίγο ατσούμπαλη, λίγο ψώνιο, λίγο μικρή, λίγο χαζή, λίγο απροσάρμοστη. Και τον έχασες.

Να πώς τον έχασες: Πήγες διακοπές με φίλες στη Σαντορίνη. Αυτός δεν μπορούσε να ‘ρθει, είχε την ιστιοπλοΐα, το μπάσκετ, το σκύλο, το διδακτορικό. Πάνω απ’ την καλντέρα ένα μεγάλο πορτοκαλί φεγγάρι έριχνε το φως του πάνω σας. Σ’ αυτό το συγκεκριμένο φως ο παραδιπλανός, που γούσταρε η φίλη σου και σας κερνούσε σφηνάκια τεκίλα, φάνταζε περίπου σαν τον Τζόνι Ντεπ. Ήσασταν δυο κορίτσια, ήταν δυο αγόρια (ο ένας άσχημος, αλλά εσένα σου την έπεφτε ο ωραίος, που τον ήθελε η φίλη σου, που την ήθελε ο φίλος του), ήταν κι οι τεκίλες (όλο και πιο κίτρινες, όλο και περισσότερες). Oύτε που το κατάλαβες, αλλά βρέθηκες να φιλιέσαι με τον ωραίο.

Την επόμενη μέρα όλα φαίνονταν πιο άσχημα. Το καπέλο του ήταν βρόμικο, τα χέρια του πολύ μικρά, τα πόδια του πολύ λεπτά, ο τρόπος που έτρωγε το σίγμα εκνευριστικός, άσε που πήγε να σου φάει και τη μακαρονάδα, αφότου τσάκισε μόνος τη σαλάτα του. Θυμήθηκες με νοσταλγία ότι ο καλός σου σε αφήνει να φας από τη δική του μακαρονάδα. Κοίταξες μπροστά σου καλά και είδες ότι αυτό που χθες φαινόταν πολλά υποσχόμενο ήταν τελικά ένα τεράστιο σφάλμα. Που επιβεβαίωσε όμως την υπεροχή του καλού σου έναντι του σαχλαμάρα που έτρωγε ξένες μακαρονάδες. Ήταν όμως αργά.

Φίλη φίδι

Η φίλη σου, που έτυχε και της πήρες αυτόν που καμάκωνε χθες βράδυ, άρχισε κάτι ηθικοπλαστικές αηδίες ότι δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό, πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό στον Μάνο, σ’ αυτό το υπέροχο παιδί, και ότι πρέπει να τον πάρεις αμέσως τηλέφωνο να του το πεις…

«Όχι βέβαια», απάντησες πολύ φυσικά εσύ, «δε θα τον στενοχωρήσω χωρίς λόγο». «Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ» ήταν η απάντηση της φίλης-σωτήρα, του αγγέλου της δικαιοσύνης. Υπό την απειλή της φίλης και του ματιού της που γυάλιζε, πήρες τηλέφωνο δώδεκα η ώρα το βράδυ τον Μάνο να του πεις ότι τον λατρεύεις περισσότερο από ποτέ, ότι είναι ο ένας, ο μοναδικός, ότι έφαγες το μεσημέρι μια μακαρονάδα από κείνες με τα χειροποίητα φρέσκα ζυμαρικά, έκανες τρία μακροβούτια χωρίς το πάνω του μαγιό, φιλήθηκες σε ένα σκοτεινό στενό με έναν σαχλαμάρα και ότι τα πεiνιρλί της πλατείας φέτος χωρίς λόγο τα μίκρυναν, οι άτιμοι. Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής – μάλλον η προτελευταία δήλωση δεν πέρασε όσο απαρατήρητη θα ήθελες.

«Μωρό μου, τι εννοείς φιλήθηκες, τι εννοείς με ποιον;» Η φωνή ήταν σαν να ερχόταν από τον ‘Aδη. Ήταν η δεύτερη φορά που ένιωθες στα τρίσβαθά σου ότι είχες πληγώσει, καταστρέψει έναν άντρα. Η πρώτη ήταν στο δημοτικό, όταν πέταξες το λουλούδι που σου χάρισε ο Κωστάκης στο πάτωμα.

Oι δικαιολογίες που ακολούθησαν δεν έσωσαν την κατάσταση: «Μα, βρε μωράκι μου, κατάλαβα όμως πόσο ερωτευμένη είμαι μαζί σου. Πόσο πιο υπέροχος είσαι απ’ όλους. Πόσο πιο ωραίος, καλός, γλυκός. Ότι είναι αδύνατον να κοιτάξω, εεε, ν’ αγαπήσω εννοώ, άλλον άντρα. (Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς. Με κάθε παραπάνω λέξη δυσχέραινες τη θέση σου.) Μα κι εσύ, βρε αγάπη μου, πώς με ξαμολάς μόνη στη Σαντορίνη; Στη Σαντορίνη ζευγαρωμένος πας και φεύγεις μόνος. Να μη μ’ άφηνες μόνη κι εσύ!»

«Και η εμπιστοσύνη; Σου είχα απόλυτη εμπιστοσύνη» είπε ο Μάνος, ενώ κάτι στο τρέμουλο της φωνής του έδειχνε ότι ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Φιληθήκατε μόνο;» ήταν η δεύτερη δύσπιστη ερώτηση. «Δεν το κάνατε; Έλα τώρα, το σταματήσατε σ’ ένα φιλί;» «Ναι, η ηλίθια», ήθελες ν’ απαντήσεις, «αφού είναι να φάω τη γενική κατακραυγή, έπρεπε τουλάχιστον να το είχα κάνει κιόλας, αλλά όχι μ’ αυτόν το σαχλαμάρα, με κανέναν άλλον της προκοπής». Ήθελες να τα πεις όλα αυτά, αλλά ευτυχώς κατάπιες τη γλώσσα σου. Oι επόμενες μέρες στο νησί πέρασαν μέσα σε μια ατμόσφαιρα μνημοσύνου, μιας ερωτικής σχέσης και μιας φιλίας…

Ξενοφιλημένη

Ναι, την είχες τη δεύτερη ευκαιρία. Όταν επέστρεψες, ο Μάνος ήταν ακόμα ερωτευμένος, αν και απόμακρος. ‘Aμα καθόσουν να το πολεμήσεις κάποτε -σε δέκα είκοσι χρόνια-, θα ξανακέρδιζες την εμπιστοσύνη του. Στο μεταξύ έκλαιγες και χτυπιόσουν και ζητούσες συγχώρεση, αλλά το γυαλί είχε ραγίσει. ‘Aφηνε επιδεικτικά, για παράδειγμα, τα κιλοτάκια σου πάνω στο πλυντήριο για να θυμηθείς να τα χώσεις μέσα και γενικά γκρίνιαζε για τα καλλυντικά σου, τα βρακιά σου, τα σιντί σου που ήταν ακατάστατα.

Παλιότερα απλά τα μάζευε στωικά, αλλά παλιότερα δεν ήσουν μια ξενοφιλημένη. Μέσα σ’ αυτό το μπέρδεμα σου ‘ρθε και η έγκριση της αίτησης για την υποτροφία για μάστερ που είχες κάνει κρυφά. «Αν πας στη Γαλλία, χωρίζουμε» ήταν το τελεσίγραφό του. Αλλά πήγες. Κι αυτή τη φορά χωρίσατε…

Η μαμά σου έσκιζε τα ρούχα της («Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό;» «Κούλαρε μαμά, είχες πολλές ευκαιρίες να του την πέσεις και δεν το έκανες»). O αδελφός σου νοσταλγούσε εκείνο τον τρομερό ταβλαδόρο και μπασκετμπολίστα, εκείνον τον «γαμώ τους τύπους», που παραδόξως κοιτούσε την αδελφή του σαν να ήταν η Ζιζέλ η ίδια -ο γκαβός-, και η γιαγιά σου εκείνο το παλικάρι που της έφερνε λουλούδια, εκείνο το παλικάρι που περπατούσε κι έτριζε ο τόπος. (‘Aσχετο: η γιαγιά το πιστεύει αυτό για τα περισσότερα παλικάρια.)

Πέρασε κάνας χρόνος στη Γαλλία, με μαθήματα, καθηγητές, εξετάσεις, μέχρι να δεις ότι δεν είναι όλοι οι άντρες έτσι, ούτε καν κάπως έτσι. Και τώρα σκίζεις τα ρούχα σου, τραβάς τα μαλλιά σου, πατάς τα γυαλιά σου (καλά σε έλεγε ο αδελφός σου γκαβή) και, το χειρότερο, πάλι έχει δίκιο η μαμά σου – αλλά ποτέ δε θα το παραδεχτείς.

Τώρα τι κάνουμε;

Έτσι που τα κατάφερες, ξέχνα τον. Ένα χρόνο, πενήντα μπουκάλια κρασί, εκατόν εξήντα πακέτα τσιγάρα -αλκοολικό και καπνιστή τον έκανες τον αθλητή, κακούργα- και δεκαπέντε σιντί των Σμιθς και των Τζέιμς του πήρε για να σε ξεχάσει (με αγαπημένο στίχο το «Μη μου φέρεσαι σαν σε θεό, φέρσου μου σαν σε σκύλο και θα γυρίσω στο σπίτι, σε εσένα».

Έχει κάνει τάμα να εφαρμόσει αυτό το ρητό στις επόμενες σχέσεις του). Τώρα είναι με μια θεογκόμενα, πιο ψηλή, πιο ξανθή, πιο ζουμερή, πιο χαμογελαστή (που εσένα σου ‘κανε καραγκιοζιλίκια για να σκάσει τ’ αχείλι σου…), που ‘χει κι αυτή διδακτορικό, κατέχει το Κάμα Σούτρα, τον κοιτάει στα μάτια και λιώνει. Oι κοινοί σας φίλοι σε πληροφορούν ότι είναι τρελά ερωτευμένος. Σε πληροφορούν επίσης ότι όταν ο Τζον Τζον ακούει το όνομά σου, βγάζει καντήλες.

Σιγά που θα γνωρίσεις έναν ίδιον. Δεν έχει. Ξέχνα αυτά που λένε οι ψυχολόγοι ότι έλκεις πάντα τον ίδιο τύπο άντρα σ’ όλη σου τη ζωή. Ένας τέτοιος εμφανίζεται μία φορά στη ζωή κάθε γυναίκας, και αν αυτή δεν είναι τελείως ούφο, τον παντρεύεται και ζει μαζί του για πάντα, σαν τη γιαγιά μου. O επόμενος τύπος που γνωρίζεις είναι, με μαθηματική ακρίβεια, χάλιας: απαιτητικός, εγωιστής, αδιάφορος, ψώνιο, χαζός, μποντιμπιλντεράς, που σε σνομπάρει κι από πάνω. Γιατί αυτό θες. Αυτό έλκεις. Αστόχαστο θηλυκό, αυτό σου αξίζει. Τον αφοσιωμένο τον βαρέθηκες, φάε τώρα στη μάπα το κωλόπαιδο, που δεν το κάνει καλά και σου φέρεται και απαίσια.

Λίγο το κρασί, λίγο η μάνα σου («Πού είναι, βρε κοιμισμένη, εκείνο το παλικάρι, πώς το άφησες τέτοιο παιδί;»), λίγο ο χάλιας, λίγο η πατίνα του χρόνου που ομορφαίνει τα πράγματα, ξυπνάς η κοιμισμένη -και γκαβή- και αρχίζεις να τον βλέπεις εσύ σαν θεό. Όλοι οι άλλοι (ποδοσφαιριστές, μπασκετμπολίστες, φρικιά, ασφαλιστές, λαϊκοί τραγουδιστές) σου φαίνονται λίγοι, χάλιες, βαρετοί, μάπες, για φάπες.

Τώρα λοιπόν, μικρή μου βασίλισσα, μαθαίνεις να ζεις σαν κανονικός άνθρωπος. Όχι πια βασίλισσα. Όχι πια όλα τα χατίρια. Όχι πια το μάτι προσηλωμένο ρομαντικά μόνο σ’ εσένα – μάτι είναι, θα παίξει. Όχι πια η μοναδική γυναίκα στον κόσμο. Λυπάμαι που σ’ το λέω, αλλά είναι γεμάτος πια ο τόπος από δαύτες: θεογκόμενες, καλοντυμένες, διαβασμένες, με πέντε γλώσσες έκαστη και μικροσκοπικά ρούχα.

Τι να σου κάνει λοιπόν το μάτι; Όπως είπε χαρακτηριστικά ο μπαμπάς της φίλης μου στη φίλη μου: «Κοίτα να κουκουλώσεις κανέναν, παιδί μου, γιατί αυτές οι μικρές γίνονται όλο και καλύτερες». O μπαμπάς της φίλης μου έχει μάτια και βλέπει.

Και ο νέος είναι ωραίος

O μεθεπόμενος δεν είναι παπάρας. Δεν είναι βλάκας, δεν είναι κακός στον έρωτα, δεν είναι ψηλός ούτε ξανθός. Είναι μελαχρινός, μετρίου αναστήματος, με ωραία μπράτσα και λακκάκια όταν γελάει. Δε μαγειρεύει. Αλλά όταν μπαίνει στο σπίτι, σε στριφογυρίζει στην αγκαλιά του με τις ώρες και σε σηκώνει στον αέρα σαν πούπουλο.

Δεν έχει μανία με την καθαριότητα, αντιθέτως κάνει τις κάλτσες του μπαλάκια και τις πετάει κάτω απ’ το κρεβάτι. Εκνευριστικό, αλλά εφόσον δε μένετε μαζί, δε χρειάζεται να κυνηγάς τα μπαλάκια. Μάλλον είσαι ερωτευμένη. Τον πρώην μάλλον τον ξεπέρασες. Αλλά η σκιά του βαραίνει πάντα πάνω απ’ το κεφάλι σου σαν σύννεφο βροχής. Κι αυτή η μάνα σου δε λέει να τον ξεχάσει. Τον έχει κάνει θεό. Γι’ αυτό κι εσύ δεν της γνωρίζεις τον νυν. Πού θα πάει, ρε μάνα, θα τον ξεπεράσεις.

Παραδέξου το, τον βαριόσουν λίγο τον Τζον Τζον. Η μανία του με την τάξη, η επιμονή του να πλένει τα πιάτα αμέσως μετά το φαγητό, να βγάζει όλα τα έπιπλα έξω από το δωμάτιο όταν ήταν να σφουγγαρίσει, τα εξαιρετικά τακτοποιημένα, σιδερωμένα μποξεράκια σού την έδιναν. Σου την έδινε και ο τρόπος που έτρωγε τα πάντα με μαχαιροπίρουνο, ακόμη και τα ροδάκινα. Αλλά και η μανία του να τρέχει για «ένα ντουζάκι» μόλις αρχίζατε να φιλιέστε ήταν σπαστική.

Παραήταν καλός ο Τζον Τζον σου. Το υποσυνείδητό σου το ξέρει, η ψυχαναλύτριά σου το ξέρει, η μαμά σου κατά βάθος το ξέρει, ότι έκανες ό,τι μπορούσες για να τον χάσεις, ότι άρα… ίσως δεν τον ήθελες και τόσο. Μπορεί αυτό που χρειάζεσαι να μην είναι το τέλειο. Μπορεί αυτό που θες να ‘ναι κάποιος που κάνει τις κάλτσες του μπαλάκια. Η ομορφιά βρίσκεται στην ατέλεια, που λέει κι ο Μπροχ. ‘Aσε που ο καινούριος δεν είναι κολλημένος πάνω σου. Κι έχεις και λίγο χρόνο για μανικιούρ, βρε αδερφέ.

Ο επόμενος παρακαλώ

Για να ξεπεράσεις τον πρώην.

Όλοι το ξέρουν, πρέπει να ‘ρθει στη ζωή σου ο επόμενος. Αυτό δύσκολα θα συμβεί όταν είσαι προσκολλημένη στον πρώην. Έχε τα μάτια σου ανοιχτά. Όταν κάτι καλό εμφανιστεί στη γωνιά του δρόμου, μην το σνομπάρεις, μην το κριτικάρεις και, προς Θεού, μην το συγκρίνεις. Εντάξει, ο πρώην ήταν τακτικός με τα ρούχα του, μάζευε και τα δικά σου ρούχα από το πάτωμα και ό,τι πιάτο έβρισκε στο νεροχύτη το έπλενε επιτόπου. Αλλά δεν είναι αυτά κριτήρια για να διαλέξεις άντρα. Αυτά είναι κριτήρια για να διαλέξεις οικιακή βοηθό.

Ξέχνα την επανασύνδεση

Έστω ότι ο πρώην ξεπεράσει την πεποίθησή του ότι είσαι ένα βδελυρό σκουλήκι, ένα καρφί στα πλευρά του, έστω ότι σε παράτησε π.χ. αυτός και σε κυνηγάει τώρα να τα ξαναβρείτε. Προσπέρασε αυτή την τελευταία προσπάθεια, θυσίασε το «ένα τελευταίο». Μάλλον θα καταλήξεις εμβρόντητη, πληγωμένη από την αλλαγή συμπεριφοράς του άλλου, από την παγωμάρα που εγκαταστάθηκε στο μεταξύ ανάμεσά σας. Ειδικά αν είναι με άλλη τώρα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο χάλια από ένα πήδημα που δεν είναι πια όπως ήταν και όπου ο άλλος είναι αποστασιοποιημένος. Θα νιώσεις χρησιμοποιημένη. Τελικά, αφού δεν παίρνεις από λόγια, κάν’ το. Αλλά να είναι το τελευταίο.

Όσο για τη μαμά σου, κόψ’ της το βήχα και τα πολλά τηλέφωνα

Πες της εν ανάγκη ότι «ο τέλειος» ήταν γκέι! Αν τίποτε άλλο δεν πιάσει, άμα γνωρίζεις τον έναν παπάρα μετά τον άλλο, άμα είσαι απελπισμένη, απελπισμένη, απελπισμένη, κάνε αυτό που έκανε η ηρωίδα του Σώσε με. Χώσε σ’ ένα μεγάλο μπαούλο ένα καθαρογραμμένο μήνυμα που να λέει με μεγάλα γράμματα «Σώσε με» και στείλ’ το στον σούπερ πρώην. ‘Aμα πιάσει, ενημέρωσέ μας κι εμάς, σε παρακαλώ, γιατί αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας