Οι 9 λόγοι που χάθηκαν οι 7.000 μονάδες για τη Σοφοκλέους

Δεν υπάρχει θεραπεία, «σοκ» για τη Σοφοκλεους. Η βελτίωση θα έλθει ομαλά, μέσα από τις ίδιες τις δυνάμεις της χρηματιστηριακής αγοράς.

Η εκτίμηση ανήκει στον τραπεζίτη Μιχάλη Σάλλα, πρόεδρο του ομίλου Πειραιώς, που λύνει μετά από πολύ καιρό τη σιωπή του και μιλάει στην «Ε» για τις νέες ευρύτατες ανακατατάξεις που επέρχονται στον τραπεζικό χώρο -όπου «όλα είναι πιθανά για όλους»- για τη νέα επιχειρηματική πραγματικότητα στην εντός ΟΝΕ εποχή αλλά και για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης σε σχέση με τις επιχειρηματικές προσδοκίες.

Ο πρόεδρος της Πειραιώς αναφερόμενος σε γενικότερα θέματα οικονομίας, σε σχέση πάντα και με τις εξελίξεις στη Σοφοκλέους, προβαίνει στη ρηξικέλευθη πρόταση, να θεσπιστεί ανώτατατος φορολογικός συντελεστής 30% για όλα τα εισοδήματα (από 42, 5% σήμερα) και αφορολόγητο εισόδημα μέχρι 7-8 εκατ. δρχ.

Δεν θα μπορούσε, φυσικά, ο κ. Σάλλας, μια από τις πιο οικείες και πολυσυζητημένες προσωπικότητες στην χρηματιστηριακή πιάτσα, να μην αναφερθεί και στην πρόβλεψη που είχε διατυπώσει πέρυσι τέτοιον καιρό, από των στηλών της εφημερίδας, για δείκτη 7.000 μονάδων στη Σοφοκλέους, φέτος.

  • «Είχαμε κάνει την πρόβλεψη αυτή στηριζόμενοι σε μια σειρά προϋποθέσεων, που όμως δεν πραγματοποιήθηκαν», απαντά, απαριθμώντας εννέα σοβαρούς λογους που, κατά την άποψή του, απέτρεψαν την έλευση μιας νέας άνοιξης στο ελληνικό χρηματιστήριο.

Σε ό,τι αφορά τη σημερινή πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, ο επικεφαλής του ομίλου Πειραιώς αναφέρει ότι «δεν υπάρχει ζήτημα πολιτικής αβεβαιότητας, αφού το πολιτικό σύστημα είναι σταθερότερο από ποτέ». Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι οι εντυπώσεις αδυνατίζουν για την κυβέρνηση και διαφαίνεται «κόπωση», καθώς όλοι ανέμεναν μετά τις εκλόγες δυναμικότερη πολιτική στα ζητήματα οικονομίας και κοινωνίας. Οι επιχειρηματίες, πάντως, κατά τον κ. Σάλλα, συμφωνούν απόλυτα με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αλάα διαφωνούν με τον τρόπο και τις ταχύτητες που αυτή εφαρμόζεται.

EP.: Ας ξεκινήσουμε με το Xρηματιστήριο που δεν πάει καθόλου καλά.

Ολοι αναρωτιούνται τι θα γίνει με τη Σοφοκλέους και η άποψή σας ασφαλώς έχει βαρύνουσα σημασία για τους επενδυτές. Υπάρχει, μήπως, κάποια θεραπεία «σοκ» ικανή να αντιστρέψει την αρνητική πορεία της Σοφοκλέους και να βελτιώσει το κλίμα;

AΠ.: Οπως γνωρίζετε, η αρνητική πορεία της Σοφοκλέους, κατά το 2000 και μετά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, οφείλεται σε δύο κυρίως παράγοντες: Από τη μια, στην ανάγκη προσαρμογής και εξισορρόπησης της χρηματιστηριακής μας αγοράς σε σχέση με τα διεθνή και, ειδικότερα, τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, από τα δεδομένα των οποίων απείχε αρκετά μετά την ξέφρενη πορεία του δείκτη κατά το 2000. Από την άλλη, η αρνητική αυτή πορεία εντάθηκε από την αρνητική ψυχολογία που διαμορφώθηκε μεταξύ των επενδυτών και όλων όσων συμμετέχουν σε αυτήν την αγορά.

Η βελτίωση, συνεπώς, του κλίματος στη Σοφοκλέους δεν θα είναι τεχνητή. Θα προέλθει από τις ίδιες τις δυνάμεις της αγοράς, οι οποίες σε πρώτη φάση και αφού παγιωθεί η αίσθηση ως προς το «εύλογο» του επιπέδου ισορροπίας με τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, θα επιτρέψουν την αναστροφή του σημερινού κλίματος, γεγονός που θα βελτιώσει την ψυχολογία των επενδυτών και θα επιτρέψει, με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης τους στο θεσμό του Χρηματιστηρίου, να περάσουμε σε ανοδικές τάσεις σε μια δεύτερη φάση.

Νομίζω ότι και τα δύο αυτά χρειάζονται κάποιο χρόνο. Οχι γιατί το σημερινό επίπεδο τιμών στο ΧΑΑ δεν είναι χαμηλό ως προς τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, αλλά γιατί υπάρχουν ακόμη αβεβαιότητες στις διεθνείς αγορές, σε σχέση κυρίως με την πορεία των τιμών του πετρελαίου, με την ισοτιμία ευρώ και δολαρίου, καθώς και με τις προσδοκίες που επενδύθηκαν και δεν «βγήκαν» στο χώρο των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, κυρίως Internet και τηλεπικοινωνιών. Σας θυμίζω ότι ο Nasdaq από 4.800 μονάδες πέρυσι είναι κάτω από τις 3.000 μονάδες σήμερα, ενώ πρόσφατα ακόμη οι τιμές των εταιρειών τηλεπικοινωνιών και Internet είχαν απώλειες της τάξης μέχρι και 30%.

Συνεπώς, δεν υπάρχει θεραπεία «σοκ». Η βελτίωση θα έλθει ομαλά. Σας θυμίζω ότι η πρόσφατη απότομη άνοδος του δείκτη το Σεπτέμβριο, επειδή δεν υπήρξαν ισόρροπες συνθήκες από το διεθνή χώρο, δεν επέτρεψε την αφομοίωση των τιμών και ο δείκτης έχασε στη συνέχεια όλη τη δύναμή του.

EP.: Γιατί αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ οικονομικών επιτευγμάτων και πραγματικότητας; (λ.χ. ΑΕΠ – κέρδη επιχειρήσεων με Σοφοκλέους, βελτίωση οικονομικών μεγεθών – καθήλωση μισθών, μη παραγωγικές επενδύσεις – μη έλευση ξένων κεφαλαίων).

AΠ.: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χώρα έχει επιτύχει σοβαρά μακροοικονομικά επιτεύγματα. Δεν θα έλεγα όμως ότι υπάρχει αναντιστοιχία οικονομικών επιτευγμάτων και πραγματικότητας. Υπάρχει ετεροχρονισμός που οφείλεται στο γεγονός ότι το Χρηματιστήριο προεξοφλεί συχνότερα τα γεγονότα ή τα αποτελέσματα από ό,τι τα επιβραβεύει εκ των υστέρων.

Το 2000, συγκεκριμένα, ήταν έτος σημαντικών προσδοκιών, οι οποίες και υπερίσχυσαν της πραγματικότητας, δημιουργώντας κλίμα υπεραισιοδοξίας και ανισορροπίας στους δείκτες της αγοράς. Το 2000 συνέβη το αντίθετο. Τα πράγματα θα ομαλοποιηθούν σταδιακά, θα εξισορροπήσουν δηλαδή αφού διακυμανθούν με βάση και τη νέα πραγματικότητα, που είναι αυτή του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Αγοράς.

Αυτό που, ίσως, θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατεύθυνση απεμπλοκής από ένα φαύλο κύκλο, όπου δείχνει να ταλανίζεται το ΧΑΑ, είναι μια πιο ενεργός πολιτική που να δίνει έμφαση στην απελευθέρωση των αγορών, στη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού, στην επιτάχυνση των επενδύσεων, στην προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων κ.λπ.

EP.: Κυβερνητικές πηγές θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι, από το 2001, θα πάψουν οι φήμες και θα υπάρξουν ουσιαστικές κινήσεις για ένα νέο κύκλο εξαγορών στο τραπεζικό σύστημα. Την ίδια στιγμή όμως, μελέτη χρηματοοικονομικού οίκου θεωρεί πολλούς για την ελληνική αγορά τους 7-8 μεγάλους χρηματοοικονομικούς οίκους που έχουν δημιουργηθεί. Θεωρείτε ως άριστο το σημερινό μέγεθος του Ομίλου Πειραιώς ή διερευνάτε προς άλλες κατευθύνσεις και ποιες;

AΠ.: Οπως δείχνουν και οι εξελίξεις στο διεθνή χώρο, όλα είναι ανοικτά σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα. Από τη στιγμή μάλιστα που ενταχθήκαμε στη ζώνη του ευρώ, το να μιλάμε για τραπεζικό σύστημα στη χώρα μας, ξεχνώντας ότι γίναμε μέρος ενός πολύ ευρύτερου τραπεζικού συστήματος, είναι τουλάχιστον αποπροσανατολιστικό.

Σε αυτήν λοιπόν τη μεγάλη τραπεζική αγορά της Ευρώπης, όλα είναι πιθανά και για όλους. Δεν υπάρχει ιδανικό μέγεθος ομίλου, εφόσον τα δεδομένα έχουν αλλάξει κατά πολύ.

Αυτό που εμείς κάνουμε, και πιθανώς θα κάνουν και άλλοι, είναι να αναζητήσουμε συνεργασίες, ευρύτερες ή στενότερες, τόσο με χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς του ευρωπαϊκού χώρου όσο και με αντίστοιχους ελληνικούς φορείς, χωρίς μάλιστα να αγνοούμε τις ευκαιρίες που υπάρχουν στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής ή της Ανατολικής Μεσογείου. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως μεγέθους, βασικό ρόλο για ένα πιστωτικό ίδρυμα παίζει η ποιότητα των υπηρεσιών του, η εξυπηρέτηση του πελάτη και οι πρωτοβουλίες του στην ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων.

EP.: Σε αντίθεση με τη μάλλον καλή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, το πολιτικό κλίμα δεν φαίνεται και τόσο σταθερό ή αδιατάρακτο, αν προτιμάτε. Θεωρείτε ότι υπάρχει πολιτική αβεβαιότητα, με τη μικρή μάλιστα διαφορά που κατεγράφη μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.;

Οι επιχειρηματίες, δηλαδή εσείς που έρχεστε καθημερινά σε επαφή με τις κυβερνητικές αποφάσεις, είστε ευχαριστημένοι από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης;

AΠ.: Δεν θεωρώ, καθόλου μάλιστα, ότι υπάρχει ζήτημα πολιτικής αβεβαιότητας στη χώρα μας. Θα έλεγα, αντιθέτως, ότι πολιτικά το σύστημα είναι σταθερότερο από κάθε άλλη φορά. Εκείνο που αδυνατίζει τις εντυπώσεις είναι μια κάποια διαφαινόμενη «κόπωση» της κυβέρνησης. Και τούτο, γιατί όλοι περίμεναν μετά τις εκλογές μια πολύ πιο δυναμική πολιτική, με έμφαση στα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας και της κοινωνίας.

Οι εξελίξεις, για παράδειγμα, στο χώρο των τηλεπικοινωνιών και αερομεταφορών διεθνώς δεν επιτρέπουν καθυστερήσεις ή πισωγυρίσματα, διότι οδηγούν σε απαξίωση των φορέων, όπως π.χ. της Ολυμπιακής, που έχει χάσει ήδη τη μισή εσωτερική αγορά της και σημαντικό μέρος της αξίας της.

Οι επιχειρηματίες όχι μόνο δεν έχουν πρόβλημα αλλά, αντίθετα, συμφωνούν απόλυτα με την οικονομική πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση. Το πρόβλημα συνίσταται στη δυναμική αυτής της πολιτικής και στον τρόπο και τις ταχύτητες που αυτή εφαρμόζεται.

Η αγωνία των επιχειρηματιών και, γενικότερα, των ανθρώπων που ενδιαφέρονται για επενδύσεις στη χώρα μας είναι για το ότι καθυστερεί η προσέγγιση των δομών της οικονομίας και της κοινωνίας μας σε εκείνες της υπόλοιπης Ευρώπης. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας δεν είναι πια όπως μέχρι πρότινος. Είναι άμεσα συγκρίσιμη, είναι μέρος της ευρωπαϊκής. Οφείλουμε συνεπώς και να τη βελτιώσουμε και να την εκμεταλλευτούμε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αυτό σημαίνει επιτάχυνση των πολιτικών εκσυγχρονισμού της οικονομίας μας και ενίσχυση των μηχανισμών της αγοράς, όπου είναι αναγκαίο και εφικτό.

EP.: Σε αντίθεση με τα εκπληκτικά κέρδη των τραπεζών πέρυσι, εφέτος παρατηρείται μια, μικρή έστω, μείωση κερδών, ιδιαίτερα στο τελευταίο τρίμηνο. Γιατί;

Πόσο συνδεδεμένα είναι τα τραπεζικά κέρδη με το Xρηματιστήριο και με τις αποδόσεις των ομολόγων; Τι θα γίνει στο μέλλον;

Θα αντισταθμιστούν οι απώλειες κερδών με τα καταναλωτικά δάνεια που χορηγούνται με υψηλά επιτόκια και αφειδώς;

AΠ.: Οπως επισημαίνετε, τα κέρδη των τραπεζών πέρυσι, όπως και πολλών άλλων εταιρειών, διογκώθηκαν λόγω της πολύ ευνοϊκής χρηματιστηριακής συγκυρίας και μάλιστα ιδιαίτερα το τελευταίο τρίμηνο του 2000, όπου ενεγράφησαν πολύ υψηλές υπεραξίες. Εφέτος συμβαίνει το αντίθετο, με συνέπεια να παρουσιάζουν οι τράπεζες μειωμένα κέρδη.

Από την άλλη όμως, η κερδοφορία των τραπεζών που σχετίζεται με τις καθαρά τραπεζικές εργασίες παρουσιάζει σε γενικές γραμμές σημαντική βελτίωση, όπως της τράπεζάς μας, που είναι αυξημένη κατά 40%, παρά το γεγονός των αυξημένων δαπανών που παρουσίασαν οι τρεις μεγάλοι ιδιωτικοί τραπεζικοί ομιλοι, λόγω των συγχωνεύσεων που πραγματοποίησαν κατά το τρέχον έτος.

Οπως γνωρίζετε, τα κέρδη των τραπεζών συνδέονται με όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του λεγόμενου χρηματοοικονομικού τομέα. Είτε πρόκειται για τις αγορές μετοχών και χρεογράφων είτε για άλλες αγορές χρήματος. Και, βέβαια, σε καμία περίπτωση οι τράπεζες δεν προσανατολίζουν την προέλευση των κερδών τους από ένα τύπο επένδυσης ή μια τραπεζική δραστηριότητα, όπως τα καταναλωτικά δάνεια.

Κάθε τράπεζα, με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της και τη θέση της στις επί μέρους αγορές, κάνει το σχεδιασμό της και κατανέμει τους πόρους που μπορεί να αντλήσει, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους από κάθε δραστηριότητα. Οδηγός βέβαια του επιπέδου απόδοσης των κεφαλαίων της και του ύψους της κερδοφορίας της είναι το επίπεδο των επιτοκίων και του ανταγωνισμού.

Ο ανταγωνισμός στο μέλλον, μετά και την εφαρμογή του ευρώ, θα τείνει να προσαρμόζεται στα ευρωπαϊκά επίπεδα και, κατά συνέπεια, η τάση των περιθωρίων κέρδους είναι λίγο ή πολύ προδιαγεγραμμένη για όλες τις τράπεζες στη χώρα μας.

Εκείνο που δεν είναι προδιαγεγραμμένο είναι ο βαθμός ανάπτυξης νέων δραστηριοτήτων για τις τράπεζες, καθώς και η επέκτασή τους σε νέους χώρους και νέες αγορές. Από την άποψη αυτή, κάθε τράπεζα, ανάλογα με τη δυναμική και τις πρωτοβουλίες που μπορεί να αναλάβει, θα διαφοροποιεί την κερδοφορία της σε σχέση με τους ανταγωνιστές της.

EP.: Μέσα στο 2000, η Τράπεζα Πειραιώς άντλησε περισσότερα από 200 δισ. δρχ. (εάν δεν σφάλλω) από το Χρηματιστήριο. Τότε, βεβαίως, χρειαζόσασταν αυτά τα κεφάλαια για να «χτυπήσετε» την Ιονική και κατόπιν την Εργασίας. Πώς έχετε ή πώς θα αξιοποιήσετε αυτά τα κεφάλαια που σωρεύσατε;

AΠ.: Κατά το 2000, η Τράπεζα Πειραιώς έκανε δύο αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου με μετρητά και άντλησε συνολικά 237 δισ. δρχ. Με τα κεφάλαια της πρώτης αύξησης, ύψους 120 δισ. δρχ., έγινε η εξαγορά της Τράπεζας Χίου, ενώ με τη δεύτερη αύξηση, ύψους 117 δισ. δρχ., χρηματοδοτήσαμε την ανάπτυξη της τράπεζας και του ομίλου στην Κύπρο και στη Ρουμανία, τη δημιουργία 40 νέων καταστημάτων, την ενίσχυση της παρουσίας μας στο real estate, στο χώρο της πληροφορικής, την κεφαλαιακή ενίσχυση και ανάπτυξη των θυγατρικών εταιρειών, την ανάπτυξη δικτύου ATMs κ.λπ. Η επέκταση των εργασιών άλλωστε απαιτεί τα κεφάλαια αυτά για τη διατήρηση του δείκτη φερεγγυότητος σε επιθυμητά επίπεδα.

EP.: Εμφανιστήκατε με μεγάλες φιλοδοξίες στην τραπεζική και τη χρηματιστηριακή αγορά. Ενδιαφερθήκατε για 4 τράπεζες την τελευταία διετία, δηλαδή την Ιονική, την Εργασίας, τη Μακεδονίας-Θράκης και τη Χίος, όμως, τελικά, αποκτήσατε μόνο τις δύο μικρότερες.

AΠ.: Ενδιαφερθήκαμε για την απόκτηση της Ιονικής και για συγχώνευση με την Εργασίας μετά από συμφωνία με τη διοίκησή της, γιατί θέλαμε τότε να διευρύνουμε το δίκτυό μας και να αποκτήσουμε καλύτερο μερίδιο αγοράς. Εν τω μεταξύ, το 2000 και το 2000 δημιουργήσαμε 50-60 νέα καταστήματα, με αποτέλεσμα το δίκτυό μας να φθάνει εντός της χώρας τα 190 καταστήματα στο τέλος του τρέχοντος έτους και το μερίδιό μας αγοράς, με βάση το ενεργητικό, περίπου το 8% των εμπορικών τραπεζών.

Αρκεί να σας επισημάνω ότι η αύξηση των δανείων της Πειραιώς το 2000 ήταν μεγαλύτερη από το σύνολο των δανείων της Ιονικής κατά το χρόνο εξαγοράς. Τέλος, σε ό,τι αφορά τη χρηματιστηριακή αγορά, έχοντας το 100% τριών χρηματιστηριακών εταιρειών, δηλαδή της ΣΙΓΜΑ, της ΧΙΟΣ ΑΧΕ και της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΧΕ, έχουμε το μεγαλύτερο μερίδιο στην ελληνική αγορά.

EP.: Πέρυσι, το Δεκέμβριο αν θυμάμαι καλά, είχατε κάνει πρόβλεψη, κ. Σάλλα, ότι ο γενικός δείκτης της Σοφοκλέους θα έκλεινε πάνω από 7.000 μονάδες. Σήμερα, πριν λήξει ο χρόνος, βρισκόμαστε ακριβώς στα μισά. Πολλοί από αυτούς που σας άκουσαν τότε αναρωτιούνται τι «στράβωσε» και δεν επαληθευτήκατε; Τι προβλέπετε σήμερα;

AΠ.: Θα αποφύγω τις προβλέψεις, αν και έχω συγκεκριμένη άποψη, για έναν πολύ απλό λόγο: Διότι, όταν έλθει η ώρα της αποτίμησης, ξεχνάμε τις προϋποθέσεις που τίθενται για κάθε πρόβλεψη. Μην ξεχνάτε επίσης ότι είχα προβλέψει για το 1998 ότι το 2000 θα ήταν εντυπωσιακός χρηματιστηριακά χρόνος με δείκτη πάνω από 4.500 μονάδες.

Οταν μίλησα για αύξηση του δείκτη πάνω από 7.000 μονάδες πέρυσι το Δεκέμβριο, ήταν ήδη στις 5.500 και είχε το Σεπτέμβριο ξεπεράσει τις 6.400 μονάδες. Τότε λοιπόν, στηριζόμενοι σε σειρά υποθέσεων, υποστηρίξαμε ότι, αν οι υποθέσεις αυτές πραγματοποιηθούν μέχρι τον Ιούνιο θα οδηγούσαν το δείκτη σταδιακά, στις αρχές του 2001, πάνω από 7.000.

Θα σας πω ορισμένες από αυτές τις προϋποθέσεις:

Η κυβέρνηση θα έπαιρνε μέτρα, ώστε το ΧΑΑ, να μετατρεπόταν με ταχύτερους ρυθμούς σε ένα σύχρονο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο.

Θα επιτρεπόταν το margin account.

Θα επιτυγχάνετο η αναβάθμιση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς με την έγκριση ένταξης στην ΟΝΕ τον Ιούνιο.

Προ του Ιουνίου, θα προχωρούσε μέρος του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, ενέργειας κ.λπ.

Απελευθέρωση των ασφαλιστικών ταμείων για επενδύσεις στο ΧΑΑ εν όψει και της μείωσης των επιτοκίων που θα περιορίσει τα έσοδά τους.

Δεν θα επιδρούσαν αρνητικά εξωτερικές συγκυρίες και γεγονότα, όπως η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, του δολαρίου κ.λπ.

Δεν θα περιορίζονταν τα κέρδη των επιχειρήσεων κ.λπ., που μοιραία προκαλεί η υποτίμηση ουσιαστικά της δραχμής και του ευρώ έναντι του γεν και του δολαρίου, επιβαρύνοντας όλες τις εταιρείες που έχουν δανειστεί σε αυτά.

Τέλος, προβλεπόταν ταχύτερη μείωση των επιτοκίων από την πλευρά της Τράπεζας Ελλάδος.

Σοβαρό πρόβλημα, επίσης, δημιούργησε η φιλολογία κομμάτων και μέσων ενημέρωσης για τη στήριξη του Χρηματιστηρίου. Το όλο θέμα δημιούργησε, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, την αίσθηση ότι το ΧΑΑ χειραγωγείται. Αυτό απομάκρυνε πολλούς Ελληνες και ξένους επενδυτές.

Οπως αντιλαμβάνεσθε, τα γεγονότα αυτά επέδρασαν σημαντικά ώστε να μην επιτρέψουν την ανάκαμψη του Χρηματιστηρίου μετά τη φυσιολογική υποχώρησή του την περίοδο μετά τις εκλογές και πριν από την επίσημη ένταξή μας στην ΟΝΕ τον Ιούνιο του 2000. Ωστόσο, πιστεύω ότι πολλά από τα παραπάνω σταδιακά υλοποιούνται και αισιοδοξώ ότι το χρηματιστηριακό μέλλον θα είναι καλύτερο.

EP.: Πώς βλέπετε τον τραπεζικό κλάδο σε χρηματοοικονομικό επίπεδο;

AΠ.: Ο τραπεζικός είναι από τους πιο δυναμικούς κλάδους της οικονομίας μας και θα εξακολουθήσει να είναι. Η συγκράτηση της κερδοφορίας το 2000, σε σχέση με το 2000, είναι απόρροια των συνεπειών της υποχώρησης του ΧΑΑ. Είναι, δηλαδή, συγκυριακού χαρακτήρα, όπως ήταν και η εκτίναξη των κερδών το 2000 σε σχέση με το 1998. Ανάλογη μπορεί να είναι και η πορεία το 2001 σε σχέση με το 2000, αν το Χρηματιστήριο ανακάμψει το επόμενο έτος. Ομως, σε κάθε περίπτωση, η επίδραση του ΧΑΑ θα βαίνει μειούμενη για τις τράπεζες και την κερδοφορία τους. Βέβαια, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι με 2% πληθωρισμό μακροπρόθεσμα αποδόσεις της τάξης του 30% και 40% επί των ιδίων κεφαλαίων, τουλάχιστον για τις τράπεζες, πρέπει να τις ξεχάσουμε.

EP.: Γιατί δέχονται πιέσεις οι τραπεζικές μετοχές, όπως άλλωστε και άλλα blue chips του Xρηματιστηρίου, παρά τις καλές προοπτικές που προσφέρουν;

AΠ.: Από κεκτημένη ταχύτητα θα έλεγα. Λειτουργεί ο νόμος της αδράνειας λόγω της αρνητικής ψυχολογίας που έχει δημιουργηθεί σε σοβαρό τμήμα της αγοράς. Αυτό επιβεβαιώνεται, άλλωστε, και από τον όγκο των ημερήσιων συναλλαγών που έχει περιορισθεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Δεν έχει, δηλαδή, να κάνει με την αξία των εταιρειών και τις προοπτικές τους αλλά με τις ανάγκες κάποιων να ρευστοποιήσουν και τις φοβίες κάποιων άλλων να αγοράσουν για να μην εγκλωβιστούν.

EP.: Θα έρθουν άραγε, και πότε, κεφάλαια ξένων επενδυτών;

AΠ.: Ξένα κεφάλαια θα έρθουν και θα ξαναφύγουν, όπως και παλαιότερα ήλθαν και έφυγαν. Βέβαια, τη φορά αυτή, λόγω της αναμενόμενης ωρίμανσης της αγοράς μας, θα έλθουν κεφάλαια πιο μακροπρόθεσμης τοποθέτησης. Το πότε ακριβώς θα εξαρτηθεί από την πορεία του δολαρίου και των άλλων χρηματιστηριακών αγορών. Πάντως, δεν πρέπει να συνδέουμε αυστηρά την έλευση ξένων κεφαλαίων με την ανοδική πορεία του ΧΑΑ. Σας υπενθυμίζω ότι πέρυσι η τρελή εκείνη κούρσα της ανόδου, το δίμηνο Αυγούστου – Σεπτεμβρίου, πραγματοποιήθηκε με την απουσία ξένων κεφαλαίων-αγοραστών και την παρουσία τους μάλλον ως πωλητών.

EP.: Θα στραφούν κεφάλαια προς τη Σοφοκλέους με την αποκλιμάκωση και προσαρμογή των επιτοκίων στα ευρωπαϊκά δεδομένα;

AΠ.: Βεβαίως, αλλά σε μετοχές και κλάδους που παρουσιάζουν προοπτικές σε σχέση με αντίστοιχες επιχειρήσεις ή κλάδους της Ευρώπης. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει όλες οι εταιρείες να ρίξουν το βάρος της προσπάθειάς τους στην υγιή οικονομική τους διάρθρωση, στην καλή τοποθέτησή τους στην αγορά όπου δραστηριοποιούνται, στην προοπτική της ανάπτυξης των εργασιών με την κερδοφορία τους και, κυρίως, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους με όρους Ευρωπαϊκής Ενωσης.

EP.: Πέραν όλων αυτών που αναφέρατε ως προϋποθέσεις για την άνοδο του δείκτη και είχατε επίσης επισημάνει πριν από ένα χρόνο, τι άλλο θα μπορούσε ακόμη να πει κανείς ότι θα βοηθούσε το δείκτη, π.χ. η μείωση της φορολογίας;

AΠ.: Νομίζω ναι. Προσωπικά πιστεύω ότι η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, με μείωση της φορολογίας, ενισχύει την αποταμίευση και τις επενδύσεις. Κατά την άποψή μου, δεν θα πρέπει να υπάρχει ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα που να φορολογείται πάνω από 30%. Οπως επίσης, δεν καταλαβαίνω γιατί φορολογούνται εισοδήματα κάτω από 7-8 εκατομμύρια δρχ. Αν σκεφθεί κανείς ότι ένα 20% από αυτά φορολογείται από την έμμεση φορολογία, τι μένει υπόλοιπο για να φορολογηθεί; Στην ουσία μόνο κόστος έχει το Δημόσιο από την τεράστια γραφειοκρατία συγκέντρωσης, επεξεργασίας και ελέγχου των χαμηλών εισοδημάτων.

Προηγούμενο άρθροΔημόσιο: Ανοιχτά απόγευμα και Σάββατο
Επόμενο άρθροΣινεμά ο… λαϊκισμός
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας