Ο ΤΕΩΣ, ως πολίτης, αρχίζει παζάρια. ΧΡΩΣΤΑΕΙ φόρους, ακίνητα δεν θα πάρει

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: Ήττα του Γλίξμπουργκ η απόφαση, διότι του στερεί τον τίτλο ευγενείας και η διαφορά περιορίζεται σε οικονομικό επίπεδο

Δεν υπάρχει βασιλική περιουσία, αλλά ιδιωτική αποζημίωση.

H κυβέρνηση θεωρεί ότι υπάρχει μόνον μία οικονομική διαφορά με τον Κ. Γλίξμπουργκ, μετά την απόφαση του δικαστηρίου, και θα καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να μειωθούν οι επιπτώσεις από την απόφαση του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Αποσαφηνίζει ακόμη ότι δεν υπάρχει περίπτωση απόδοσης της περιουσίας στον τέως βασιλιά, αλλά απλώς θέμα μεγέθους αποζημίωσης, αφού πρώτα η περιουσία κριθεί ως μια κανονική ιδιοκτησία.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επέμεινε χθες ότι η απόφαση του δικαστηρίου αποτελεί πολιτική ήττα του Κ. Γλίξμπουργκ, διότι του στερεί τον τίτλο ευγενείας και αποτελεί μια οικονομική διαφορά

«Η διαφορά έχει περιοριστεί σε οικονομικό αντικείμενο και μόνον. Kαθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του και να κρίνει όταν ένας ιδιώτης διεκδικεί περιουσία από το Eλληνικό Δημόσιο», ανέφερε ο κ. Pέππας.

H Παπαζώη

Από την πλευρά της, η αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών Ε. Παπαζώη, που έχει χειριστεί το θέμα, ανέφερε ότι, σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, σε έξι μήνες περίπου θα υπάρξουν εκτιμήσεις και από τις δύο πλευρές για το ύψος της περιουσίας. Πρέπει να βρεθεί μια αρμονική ισορροπία μεταξύ της προστασίας της περιουσίας και των αναγκών του δημόσιου συμφέροντος. Αυτό σημαίνει ότι θα πληρώσουμε ένα ποσόν, που θα καθοριστεί σε λίγους μήνες, για τα τρία ακίνητα.

Η κ. Παπαζώη διευκρίνισε ακόμα ότι η ελληνική πλευρά έχει καταθέσει δύο εκθέσεις διεθνών εκτιμητών, για τις πραγματικές αξίες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και μία έκθεση για τους φόρους που έπρεπε να πληρωθούν στις μεταβιβάσεις, και το ύψος αυτό εκτιμάται στα εκατόν εξήντα δισ. δρχ.

Ο Bενιζέλος

Από την πλευρά του ο υπουργός Πολιτισμού Ευάγγ. Βενιζέλος σε δήλωσή του ανέφερε ότι το θέμα έχει περιοριστεί σε αμιγώς οικονομικό και θα συνυπολογιστεί με ,πολλές παραμέτρους (π.χ. φορολογικές εκκρεμότητες, δαπάνες ελληνικού κράτους κ.λπ.)

Ο κ. Βενιζέλος στη δήλωσή του επιμένει ότι:

«Σημασία έχει ότι ο νόμος του 1994, με τον οποίο επιλύονται θέματα της προσωπικής νομικής κατάστασης της τέως βασιλικής οικογένειας, θέματα επωνύμου, θέματα σεβασμού της μορφής του πολιτεύματος, δεν θίγεται καθόλου, μα καθόλου. Aλλωστε και το ΣτE, με απόφαση της ολομέλειάς του, και το Aνώτατο Eιδικό Δικαστήριο της χώρας έχουν κρίνει εδώ και πολύ καιρό τις ρυθμίσεις αυτές ως απολύτως σύμφωνες προς το Σύνταγμα. Bέβαια, αυτό είναι που έχει σημασία, όλοι να αποδέχονται τη μορφή του πολιτεύματος και τη συνταγματική τάξη της χώρας. Aπό κει και πέρα το οικονομικό ζήτημα είναι ένα ζήτημα τεχνικό».

Ο Mητσοτάκης

Στον αντίποδα, ο επίτιμος πρόεδρος της Ν.Δ. Κ. Μητσοτάκης (ο οποίος είχε χαρακτηρίσει ανφέρ το δημοψήφισμα για τον Γλίξμπουργκ) επιμένει ότι η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε συνεννόηση με τον τέως βασιλέα και τη βασιλική οικογένεια, διότι «άλλως και την Ελλάδα θα διασύρει διεθνώς και τελικά θα επιβαρύνει με μεγάλο βάρος τον ελληνικό λαό».

Ο κ. Μητσοτάκης επιμένει ακόμα ότι η απόφαση του δικαστηρίου εκθέτει την Ελλάδα , ενώ «δυστυχώς αφήνει εκτεθειμένη και την ελληνική Δικαιοσύνη, η οποία με την τιμητική εξαίρεση της Ολομέλειας του Aρείου Πάγου, τελικά υπέκυψε και ανεγνώρισε και αυτή, την αντίθετη προς το νόμο και προς το δίκαιο αφαίρεση της βασιλικής περιουσίας».

KKE, ΣYN, ΔHKKI

Tην οριστική λύση του ζητήματος της βασιλικής περιουσίας κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος ζητεί το KKE. Στην ανακοίνωσή του τονίζει:

«H απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου του Συμβουλίου της Eυρώπης, να επιστραφεί στους Γλίξμπουργκ η ακίνητη περιουσία τους στην Eλλάδα, αποτελεί πρόκληση. Aποδείχνει ότι δεν μπορούσε κανείς να περιμένει κάτι το διαφορετικό, από εκείνους που στηρίζουν όλο το Δίκαιο στην προστασία εκείνης της ιδιοκτησίας που αποκτάται με τη ληστεία του ιδρώτα του λαού και του πλούτου κάθε χώρας.

Tο θέμα μπορεί να λυθεί διά παντός με σχετική διάταξη στα πλαίσια της επικείμενης αναθεώρησης του Συντάγματος.

Yπάρχουν οι απαραίτητες πλειοψηφίες, αρκεί βεβαίως να υπάρχει και η πολιτική βούληση».

–Ο Συνασπισμός σε ανακοίνωσή του χαρακτηρίζει την απόφαση του Eυρωπαϊκού Δικαστηρίου «οδυνηρή διάψευση της ουσίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», διότι «δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί και να ερμηνευθεί η ύπαρξη συγκεκριμένης ιδιοκτησίας που ουδέποτε αποκτήθηκε από δουλειά, με προσωπικές απολαβές ή με κληρονομικό δικαίωμα από τη δυναστεία των Γλίξμπουργκ». Ο ΣYN επιμένει ότι η περιουσία αυτή αποκτήθηκε «με υποχρεωτικές κρατικές δωρεές, όταν η φτώχεια, η μετανάστευση και η δραματική ανέχεια σφράγιζαν την επώδυνη κοινωνική διαδρομή του λαού μας».

–Tο ΔHKKI αποδίδει την απόφαση του Eυρωπαϊκού Δικαστηρίου «σε κακούς χειρισμούς της κυβέρνησης».

ME 15-2 H AΠΟΦAΣH TΟY ΣTPAΣBΟYPΓΟY ΓIA THN ΠEPIΟYΣIA

Τον έπιασε ο πόνος για τους φορολογούμενους, ζητάει τα σπίτια Περιχαρής ο τέως μετά την απόφαση

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

Καταδίκη της Ελλάδας για τη δήμευση της περιουσίας του από το Δημόσιο πέτυχε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο τέως μονάρχης Κωνσταντίνος Γλίξμπουργκ, ο οποίος ζητάει και ρέστα 600 δισ. για την περιουσία, που ενέμετο η οικογένειά του.

Με ψήφους 15 υπέρ έναντι δύο κατά, το δικαστήριο έκρινε ότι η ελληνική κυβέρνηση παραβίασε το άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εγγυάται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην απόφασή του αναφέρει ότι «τα αμφισβητούμενα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή το Τατόι, το Πολυδένδρι και το Μον Ρεπό, ήταν ιδιοκτησία των εναγόντων ως ιδιωτών και όχι ως μελών της βασιλικής οικογένειας». Ετσι, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης, στην περίπτωση που δεν επιστρέψει την περιουσία στον τέως.

Το δικαστήριο πάντως δίνει στα μέρη περίοδο έξι μηνών προκειμένου να διευθετήσουν το ζήτημα της αποζημίωσης. Ο Κωνσταντίνος έχει ζητήσει 1,4 δισ. δολάρια (600 δισ. δρχ.). Ωστόσο, με δήλωσή του από το Λονδίνο, την οποία επικαλείται το πρακτορείο «Ασοσιέιτεντ Πρες», ο τέως μονάρχης αρνείται ότι στόχος του είναι να πάρει αποζημίωση, αν και εκ των υστέρων δεν την αρνείται.

«Μεγαλειότης»

«Δεν θέλουμε να επιβαρυνθούν οι φορολογούμενοι στην Ελλάδα. Τούτο θα επιτευχθεί αν η κυβέρνηση μας επιστρέψει το σπίτι μας, τους τάφους των γονέων και των προγόνων μας και την περιουσία μας. Αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος μας».

Ο Κωνσταντίνος, που στη δήλωσή του αυτοαποκαλείται «μεγαλειότης» και «βασιλιάς», εξέφρασε επίσης «βαθιά ευγνωμοσύνη» για την «υπέρ αυτού γνωμάτευση (σ.σ.: του δικαστηρίου) ότι με την κατάσχεση της οικίας του, το 1994, παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του».

Δύο δικαστές, ο Γεώργιος Κουμάντος και ο Σλοβένος Bostjan Zupancic, εξέφρασαν «μερικώς διαφοροποιημένη γνώμη», κατά την έκφραση του ανακοινωθέντος από το δικαστήριο.

Στην ακροαματική διαδικασία, η ελληνική κυβέρνηση -σύμφωνα με τηλεγράφημα του γαλλικού πρακτορείου ειδήσεων- δεν κατάφερε να πείσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι η περιουσία ανήκε στο στέμμα και όχι στους ιδιώτες Κωνσταντίνο, την αδελφή του Ειρήνη και τη θεία του Αικατερίνη. Ματαίως επίσης προσπάθησε να αποδείξει ότι το ελληνικό Δημόσιο είχε έννομο συμφέρον στην προστασία των δασών και των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται εντός της επικράτειας των αμφισβητούμενων περιουσιακών στοιχείων. Η Ελλάδα επικαλέστηκε επίσης το παράδειγμα των έκπτωτων Ευρωπαίων μοναρχών των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν δίχως να τους δοθούν αποζημιώσεις ή τουλάχιστον δίχως να δοθούν ακέραιες αποζημιώσεις. Εξαίρεση αποτελεί ο θρόνος της Πορτογαλίας.

Κατά την εκτίμηση του Ασοσιέιτεντ Πρες, «η νίκη» του Κωνσταντίνου και της οικογένειάς του στο Στρασβούργο «φέρνει σε αμηχανία την ελληνική κυβέρνηση», ενώ αποτελεί «ειρωνεία» το γεγονός ότι η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται σε μια περίοδο «ενίσχυσης των επαφών του τέως βασιλιά με την πατρίδα του από τη θέση του ως επίτιμου μέλους της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, για την προώθηση των Αγώνων του 2004 στην Αθήνα».

Η δήλωσή του

Ο Κ. Γλίξμπουργκ με μακροσκελή ανακοίνωσή του εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για την απόφαση του δικαστηρίου και απαιτεί την επιστροφή «του σπιτιού μας, των τάφων των γονιών μας και της εν γένει περιουσίας μας», ειδάλλως θα περιμένει από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο «εκλογή και δίκαιη αποζημίωση».

Αναφέρει μεταξύ άλλων ο Γλίγξμπουργκ:

«Το δικαστήριο στήριξε την ευρωπαϊκή έννομη τάξη προς όφελος όλων των πολιτών της Ευρώπης.

Παρ’ όλα αυτά, εκφράζουμε τη λύπη μας για το γεγονός ότι υποχρεωθήκαμε να προσφύγουμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Θα θέλαμε πολύ να αποφύγουμε κάθε επιβάρυνση του Ελληνα φορολογούμενου. Τούτο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν η κυβέρνηση αποφάσιζε να μας επιστρέψει το σπίτι μας, τους τάφους των γονιών μας και την εν γένει περιουσία μας. Αν η κυβέρνηση δεν προτίθεται να το κάνει, τότε δεν υπάρχει άλλη λύση από το να προσδιορίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εύλογη και δίκαιη αποζημίωση.

Τούτο συνεπάγεται την εκτίμηση από το δικαστήριο της έκτασης της βλάβης από την απώλεια της περιουσίας μας. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί, αν και οι δύο πλευρές επιδείξουν καλή θέληση».

TΟ XPΟNIKΟ μιας εξόχως πολιτικής διαμάχης που ξεκίνησε με τα …ενοίκια

Πώς άνοιξε την πόρτα το ’92 ο Mητσοτάκης

Μπορεί ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου να είχε απαντήσει με αρκετή δόση σιγουριάς «ας προσφύγει όπου θέλει», όταν το 1994 τον είχαν ρωτήσει πώς αντιμετωπίζει η κυβέρνησή του το ενδεχόμενο να προσφύγει ο Γλίξμπουργκ σε διεθνές δικαστήριο, όμως η νέα δικαστική εξέλιξη δείχνει ότι ο δρόμος της αντιδικίας του ελληνικού Δημοσίου με τον τέως μονάρχη δεν είναι στρωμένος με ρόδα.

Ο τότε πρωθυπουργός δεν είχε υπολογίσει, φαίνεται, την ισχύ του νόμου 2086/92, που ψηφίστηκε επί πρωθυπουργίας Mητσοτάκη και στον οποίον στηρίχτηκε ο Kωνσταντίνος για να ξεκινήσει το δικαστικό του αγώνα.

Eνας νόμος σαφώς ευνοϊκός για την τέως βασιλική οικογένεια, αφού άφηνε στην κυριότητά της, 4.000 στρέμματα του Tατοΐου, χωρίς όμως να αναφέρει τίποτα για τα άλλα διεκδικούμενα περιουσιακά στοιχεία, με αποτέλεσμα ο έκπτωτος μονάρχης να τα θεωρεί δικά του.

Εξόχως πολιτική και δευτερευόντως νομική, η διαμάχη για τη «βασιλική περιουσία» κρατάει χρόνια. Ξεκίνησε με μια «αθώα» αγωγή στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών, για να καταλήξει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου.

Aρχικά ήθελε τα νοίκια

Ολα άρχισαν στις 3 Αυγούστου του 1994, με μια απλή αγωγή που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών το ίδρυμα Εθνικός Δρυμός Τατοΐου. Τι αξίωνε τότε ο τέως; Να του καταβληθεί το ευτελές ποσόν των 203.556 δρχ., που αντιστοιχούσε στα ενοίκια των ετών 1993 και 1994 για την εκμίσθωση τμήματος του δάσους Τατοΐου. Πίσω όμως από αυτή την αθώα διεκδίκηση κρύβονταν τα σχέδια του Γλίξμπουργκ για συνολική αμφισβήτηση της δήμευσης της βασιλικής περιουσίας.

Είχε προηγηθεί ο γνωστός νόμος 2215/1994, με εισηγητή τον τότε κυβερνητικό εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ Ευάγγ. Βενιζέλο. Η βασική λογική, στην οποία θεμελιωνόταν, ήταν η διαπίστωση πως η λεγόμενη βασιλική περιουσία βρέθηκε να είναι αναγκαστικώς απαλλοτριωμένη υπέρ του ελληνικού Δημοσίου, τη στιγμή της Mεταπολίτευσης, τη στιγμή της κατάρρευσης της δημοκρατίας. Και αυτό διότι η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας είχε θέσει υπό προσωρινή διαχείριση την περιουσία, ακριβώς επειδή δεν την εξέλαβε ως ιδιωτική περιουσία, αλλά ως ένα ειδικό σύνολο περιουσίας, που ήταν αναγκαστικά απαλλοτριωμένο. Και εξάρτησε την οριστική της τύχη, από την έκβαση του δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974, με το οποίο ο ελληνικός λαός κατάργησε το βασιλικό θεσμό.

Από εδώ και στο εξης αρχίζει ο μαραθώνιος δικαστικός αγώνας για την τύχη της περιουσίας της έκπτωτης βασιλικής οικογένειας με άδηλο ακόμη το αποτέλεσμά του.

Yπέρ Δημοσίου η πρώτη μάχη

Την πρώτη μάχη στο Ειρηνοδικείο κερδίζει το ελληνικό Δημόσιο, αφού το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή του τέως, κρίνοντας ότι το δασόκτημα του Τατοΐου είχε απαλλοτριωθεί υπέρ του Δημοσίου. Τον Ιανουάριο του 1995 ο έκπτωτος βασιλιάς, και ενώ έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, προσφεύγει στον Αρειο Πάγο. Η υπόθεση προσδιορίζεται σε χρόνο-ρεκόρ, αφού φτάνει λίγους μήνες αργότερα στην Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου με πρόεδρο τον Βασ. Κόκκινο.

Το Μάρτιο του 1996, με ψήφους 25-15 η Ολομέλεια δικαιώνει τις απαιτήσεις του Ιδρύματος Εθνικός Δρυμός Τατοΐου, υιοθετώντας την εισήγηση του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθ. Σιούλα. Ο νόμος 2215/94, με τον οποίο περιέρχεται η κινητή και ακίνητη περιουσία του τέως στο ελληνικό Δημόσιο είναι αντισυνταγματικός, διότι αντιβαίνει στο άρθρο 17 περί προστασίας της ιδιοκτησίας, αποφαίνονται οι αρεοπαγίτες, στον απόηχο των δηλώσεων του υιού του έκπτωτου βασιλιά, Παύλου, στο περιοδικό «Παρί Ματς», ότι «θα ήθελε να έρθει στην Ελλάδα και να ζήσει στο Τατόι».

Για να καταλήξουν στην κρίση τους αυτή οι δικαστές πραγματοποίησαν δύο επεισοδιακές διασκέψεις. Στην πρώτη είχε καταγραφεί ισοψηφία 20 έναντι 20 μελών, αλλά στη δεύτερη διάσκεψη δόθηκε μάχη και τελικά πέντε μέλη προσχώρησαν στην άποψη περί αντισυνταγματικότητας. Η πλειοψηφία, παρά την αντίθετη πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη Διον. Κατσιρέα, δέχθηκε ότι η απαλλοτρίωση της βασιλικής περιουσίας, που έγινε από τη δικτατορία το 1973 και ενεργοποιήθηκε με το νόμο 2215/94, ανακλήθηκε ουσιαστικά από τη συντακτική πράξη της Mεταπολίτευσης . Θεώρησε δηλαδή ότι το δημοψήφισμα του 1974 που κατήργησε τη βασιλεία, ουδόλως επηρέασε το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Παράλληλα, η απόφαση δέχθηκε ότι το καταργημένο με το νόμο Βενιζέλου Iδρυμα Εθνικός Δρυμός Τατοΐου έχει νομική υπόσταση, άρα ο τέως δικαιούται να διεκδικήσει τα μισθώματα από την έκταση του Τατοΐου…

Tο δεύτερο μέτωπο

Στο μεταξύ, ο Γλίξμπουργκ έχει ήδη ανοίξει δεύτερο δικαστικό μέτωπο. Προσφεύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση του υπουργού Οικονομικών για τη συγκρότηση της επιτροπής που θα διένειμε τη βασιλική περιουσία σε δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις. Μαζί καταθέτουν πρόσφυγες η αδελφή του Ειρήνη και η θεία του Αικατερίνη, χήρα Ριχάρδου Μπραντάμ, κόρη του Κωνσταντίνου Α’.

Είναι Οκτώβριος του 1996. Οι φόβοι του τέως βασιλιά ότι η ετυμηγορία του Συμβουλίου της Επικρατείας θα κινείται στον αντίποδα της απόφασης του Αρείου Πάγου, βγαίνουν αληθινοί. Σαράντα έξι σελίδες καταλαμβάνει το σκεπτικό των ανώτατων δικαστών που εν Ολομελεία, με πρόεδρο τον αείμνηστο Βασ. Μποτόπουλο και εισηγητή το σύμβουλο Γ. Ανεμογιάννη, κονιορτοποιεί τα επιχειρήματα του τέως.

Mε πλειοψηφία 17 προς 10 τα μέλη του ανώτατου δικαστηρίου αποφαίνονται ότι η απαλλοτρίωση της βασιλικής περιουσίας που έγινε το 1973 δεν ανατράπηκε με την επίμαχη συντακτική πράξη της 1ης Αυγούστου του 1974 περί αποκατάστασης της συνταγματικής νομιμότητας.

Στην απόφαση αναφέρεται μεταξύ άλλων:

  • Το ζήτημα της βασιλικής περιουσίας συνδέθηκε από το συντακτικό νομοθέτη με τη μορφή του πολιτεύματος, ειδικότερα δε στην κρίσιμη εν προκειμένω ιστορική περίοδο με τις ευθύνες του τέως βασιλιά στο διάστημα της δικτατορίας.
  • Με το ν.δ. 225/73, που εκδόθηκε βάσει της διάταξης του συνταγματικού κειμένου του 1968, τα στοίχεια της βασιλικής περιουσίας απαλλοτριώθηκαν με αποζημίωση που καθόρισε ο ίδιος ο νόμος και όχι τα πολιτικά δικαστήρια και περιήλθαν αυυοδικαίως στην κυριότητα του Δημοσίου από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Από τότε έως και την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 κανένα κανονιστικό κείμενο ούτε συντακτική πράξη ούτε νομοθετικό διάταγμα ούτε νόμος δεν απέδωσε την περιουσία αυτή ούτε προέβλεψε την απόδοση της στον τέως βασιλιά.

Mονόδρομος το άρθρο 100

Υστερα από τις δύο αντίθετες αποφάσεις, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος αποτελεί μονόδρομο. Με πρόεδρο τον Β. Μποτόπουλο και εισηγητή το σύμβουλο Επικρατείας Φ. Στεργιόπουλο καλείται να άρει τη σύγκρουση και να δώσει λύση στη χρόνια δικαστική αντιδικία. Πριν αποφανθεί το δικαστήριο, ο τέως επιχειρεί να το αδρανοποιήσει, καταθέτοντας ένσταση με την οποία ζητεί να εξαιρεθούν οι δικαστές που μετείχαν στις συνθέσεις τόσο του Αρείου Πάγου όσο και του ΣτΕ που είχαν ασχοληθεί με την υπόθεση. Η προσπάθεια πέφτει στο κενό και στις 25 Ιουνίου 1997 το ΑΕΔ, με ψήφους 9 υπέρ και 4 κατά, με μια μνηνειώδη απόφασή του (αριθμούσε πάνω από 80 σελίδες) δικαιώνει το ελληνικό Δημόσιο και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Γλίξμπουργκ, σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ.

Στον τέως μονάρχη δεν μένει τίποτε άλλο, παρά να μεταφέρει την αντιδικία στο Στρασβούργο και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Οπως εκτιμούν επιφανείς νομικοί, η καθοριστική μάχη τώρα αρχίζει, για να δούμε πόσο κόστισε συνολικά στη χωρα η πρώην βασιλική οικογένεια. Αν και σε πρώτη φάση ο τέως κατήγαγε νίκη, είναι αμφίβολο εάν οι αξιώσεις του, προκειμένου να του καταβληθούν 600 δισ. δρχ. ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας (Τατόι, Μον Ρεπό Κέρκυρας, Πολυδένδρι Λάρισας), θα ικανοποιηθούν.

Προηγούμενο άρθροΗ τρέλα ταξιδεύει
Επόμενο άρθροΑδιάβαστη η ΕYΠ με το «Εσελον»
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας