Πολιτευικώς Εμπορεύσιμα εναντίον Διεθνώς Εμπορευσίμων

Πάει και η 81η ΔΕΘ με τα πολιτ(ευτ)ικά συμπαρομαρτούντα, και τώρα ακολουθούν η αξιολόγηση και η διαπραγμάτευση. Έπεται δε ο κρατικός προϋπολογισμός, του οποίου το πρώτο σχέδιο θα πρέπει να γίνει γνωστό την επόμενη εβδομάδα, πριν καν αρχίσει η 2η αξιολόγηση του 3ου Μνημονίου, η 11η αξιολόγηση συνολικά. Το στερεότυπο είναι εδραιωμένο και επαναλαμβανόμενο: η κυβέρνηση διαπραγματεύεται, οι εταίροι δανειστές αξιολογούν, έρχεται η δανειακή δόση με καθυστέρηση, και η ανάπτυξη αναμένεται.

Τώρα για την ανάπτυξη επιστρατεύονται όλα τα μέσα. Εκτός από τους πόρους του ΕΣΠΑ (σημειωτέον, «αναπτυσσόμενη» η χώρα απορροφώντας πόρους του ΕΣΠΑ κατέληξε μεγαλειωδώς στην χρεοκοπία) επιστρατεύονται και θεωρίες «ελατηρίου». Ως κεντρικό διακύβευμα της οικονομικής πολιτικής θεωρούνται θέματα όπως το εάν θα επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος του 2016 για τα έσοδα, το εάν θα μειωθεί ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018, εάν θα γίνει η (νέα) ρύθμιση για το ελληνικό δημόσιο χρέος, που θα λειτουργήσει, εάν γίνει, μετά το 2022.

Αυτά θεωρείται ότι είναι τα κρίσιμα θέματα στην ατζέντα της, υποτιθέμενης, δημόσιας συζήτησης. Δεν αμφισβητείται η πρωτεύουσα σημασία τους και είναι κατά κοινή αποδοχή πολιτικώς εμπορεύσιμα: θεωρείται ότι με αυτά θα κερδηθεί η ανοχή των πολιτών, ενδεχομένως και η ψήφος τους, η σταθεροποίηση της οικονομίας, και η εμπιστοσύνη της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Όλα αυτά θα ήταν απλώς ανέκδοτα εάν δεν ήταν μέρος μιας πορείας προς την νέα κατάρρευση, οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της οικονομικής κατάρρευσης και έξι χρόνια μετά την, συνεχιζόμενη, τεχνική (και ελέω Μνημονίων-Δανείων) χρεοκοπία. Η ανάπτυξη θα έρθει με συρρικνούμενες και εξαϋλούμενες επενδύσεις και με συνεχώς συσσωρευόμενο ιδιωτικό χρέος προς τις τράπεζες, την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία; Αν είναι να κρατήσουμε αυτήν την θεωρία του ελατηρίου είναι γιατί το μόνο ελατήριο που μπορεί να λειτουργήσει, καταστροφικά, είναι αυτό του ιδιωτικού χρέους.

Αυτό που συγκρατεί και που μπορεί να συγκρατήσει προσωρινά το επίπεδο του ΑΕΠ στα 176 δισ. ευρώ είναι το σκέλος της κατανάλωσης στο ΑΕΠ και το παρατηρούμενο μετά το 2009 μερίδιό της στα επίπεδα του 90-91% ενός εν δυνάμει συρρικνούμενου ΑΕΠ. Αυτό είναι δείγμα μίας συμπεριφοράς που παραπέμπει περισσότερο σε end game και σε παρακμή, παρά σε μια κοινωνία που επιδιώκει την σταθεροποίηση, την μεγέθυνση και την ανάπτυξη. Δυστυχώς, η ανάπτυξη εάν και όταν αρχίσει ? την επόμενη δεκαετία; – προϋποθέτει μεγάλη μείωση του μεριδίου της κατανάλωσης στο ΑΕΠ.

Κατ’ ουσίαν η υποτιθέμενη δημόσια συζήτηση για την οικονομία και την οικονομική πολιτική ασχολείται, για να το πούμε με την μεταπολιτευτική αργκό, με το σαθρό «εποικοδόμημα» και όχι με την «παραγωγική βάση». Κι αν ασχολείται με την οικονομία, ασχολείται μόνον με την διανομή (και την αναδιανομή) εισοδήματος, και όχι με την παραγωγή εισοδήματος. Γι αυτό και η έννοια και η σημασία των διεθνώς εμπορευσίμων προϊόντων και υπηρεσιών απουσιάζει σχεδόν από παντού.