Στενή παρακολούθηση του Χ.Α από τους Ευρωπαίους

Στενή παραμένει η παρακολούθηση των Ευρωπαίων σε ό,τι αφορά το ελληνικό χρηματιστήριο, ωστόσο στην παρούσα φάση το ενδιαφέρον παραμένει μόνον στο επίπεδο της παρακολούθησης. Απέχει πολύ η φάση της επένδυσης παρατηρούν έγκυροι χρηματιστηριακοί παράγοντες. Τα προβλήματα παραμένουν αρκετά αλλά κυρίως πέρα από τα προβλήματα καταγράφεται μία δυσπιστία στα ξένα χαρτοφυλάκια, η οποία δεν είναι και τόσο εύκολο να ξεπεραστεί.

Οι Ευρωπαίοι επενδυτές, όπως φαίνεται από τις συναντήσεις που πραγματοποίησαν με ελληνικές εταιρείες τις προηγούμενες ημέρες στο Λονδίνο επισημαίνουν την ανάγκη η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά να φύγει από την εσωστρέφεια στην οποία έχει περιέλθει μόνον που αυτό είναι πια άμεσα συναρτώμενο με τις συνδυαστικές ενέργειες που θα γίνουν σε σχέση με την ελληνική οικονομία. Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης αλλά και οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα φαίνεται να θεωρούν τα σημεία που θα καθορίσουν τελικώς την επενδυτική τους συμπεριφορά.

Επιπλέον επιβεβαιώνεται η διεθνής τάση για αξιοποίηση των κεφαλαιαγορών όχι μόνο για τη χρηματοδότηση αλλά και την αποτελεσματική κατανομή των πόρων, σε ένα περιβάλλον στο οποίο είναι επιτακτική η ανάγκη για μείωση της μόχλευσης.

Οι ξένοι εμφανίζονται πεπεισμένοι πως δεν υπάρχει πολιτικός κίνδυνος για τη χώρα, πλην όμως βλέπουν πως η ελληνική οικονομία παραμένει ασθενική. Και έτσι ενώ οι τιμές των μετοχών βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και αυτό με το γεγονός ότι όλοι λόγω χαμηλών επιτοκίων αναζητούν τοποθετήσεις, διαμορφώνει την εκτίμηση πως θα μπορούσε το Χ.Α. να αποτελέσει μία τέτοια εναλλακτική. Πλην, όμως, είναι φανερό πως δεν αποτελεί.

Αυτό καθίσταται φανερό τόσο από τον τζίρο των μετοχών όσο και από το Γενικό Δείκτη, ο οποίος παραπαίει στα ίδια επίπεδα εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, είτε παρουσιάζει άνοδο είτε παρουσιάζει πτώση.

Χθες λοιπόν ο Γενικός Δείκτης τιμών διαμορφώθηκε στις 574,05 μονάδες (0,33%), ενώ οι συναλλαγές ήταν ύψους 47,94 εκατ. ευρώ

Τις προσεχείς ημέρες οι επενδυτές θα δώσουν έμφαση στην εκλογή των διοικήσεων των τραπεζών και στο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα καθορίσει στην ολότητά του τις ενέργειες για τα κόκκινα δάνεια.