Συνέντευξη του Υφυπουργού Οικονομικών Γεωργίου Δρυ

Συνέντευξη του Υφυπουργού Οικονομικών, κ. Γεωργίου Δρυ, στο μηνιαίο οικονομικό περιοδικό «FORUM»

Ερώτηση: Η Ελλάδα, ενταγμένη πλέον στην ΟΝΕ, στην πορεία προς την πραγματική σύγκλιση αντιμετωπίζει την αναγκαιότητα προσαρμογής των δημοσιονομικών μεγεθών και ιδιαίτερα του δημοσίου χρέους, στο επίπεδο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Στην προκειμένη περίπτωση, κύριε Υπουργέ, – της μείωσης του δημοσίου χρέους από 104% που είναι σήμερα, στο 85% επί του ΑΕΠ το 2004 και στο 60% επί του ΑΕΠ το 2010 – ο Πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης μιλώντας στην 65η Δ.Ε.Θ. έθεσε συγκεκριμένους στόχους.

Από πλευράς Υπουργείου Οικονομικών, με ποια στρατηγική θα επιδιωχθεί η επίτευξη των εν λόγω στόχων;

Απάντηση: Σήμερα η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει ένα ιστορικό οικονομικό και πολιτικό επίτευγμα: την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση από την 1η Ιανουαρίου του 2001 και την υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος από την 1η Μαρτίου του 2002.

Είναι μία επιτυχία που δεν συνοδεύτηκε από ισχυρούς κραδασμούς και πολιτικές shock στην οικονομία της χώρας, ούτε από την εφαρμογή μιας μονόπλευρης λιτότητας και ενίσχυσης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Αντίθετα, πετύχαμε την οικονομική σταθερότητα μέσα από την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών με μείωση του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στα επίπεδα του 1,6% το 1999, με πραγματοποίηση υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος και άντληση σημαντικών πόρων από το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, με μείωση του δημοσίου χρέους, σε σχετικά μεγέθη, των επιτοκίων των δεκαετών ομολόγων.

Παράλληλα πετύχαμε να μειώσουμε τη διαφορά που μας χωρίζει από το επίπεδο ευημερίας του μέσου Ευρωπαίου πολίτη. Χρησιμοποιώντας ως δείκτη το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, ως ποσοστό του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πετύχαμε από 63% που ήταν ο δείκτης το 1993, να φθάσει το 70% το 2000.

Η Ελλάδα κέρδισε πλέον τη θέση της σ΄ έναν από τους πιο ισχυρούς πόλους της παγκόσμιας οικονομίας. Και όλα αυτά χωρίς να υποκύψουμε στο δίλημμα: Σταθεροποίηση ή Ανάπτυξη. Για μας ήταν μονόδρομος: Και Σταθεροποίηση και Ανάπτυξη. Δεν υπολογίσαμε το όποιο πολιτικό κόστος των οικονομικών και δημοσιονομικών μας πολιτικών. Στην πορεία αυτή δρομολογήσαμε, πέρα από την όποια σημαντική σύγκλιση του Μάαστριχτ, την πραγματική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών μας με τις χώρες του σκληρού πυρήνα των αναπτυγμένων οικονομικά χωρών της Ευρώπης. Επιμείναμε στη μακροοικονομική σταθερότητα διότι συνεπάγεται χαμηλά επιτόκια, αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα και, τελικά, βιώσιμη ανάπτυξη.

Στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται πλέον μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, οι προτεραιότητες μετατοπίζονται στην κατεύθυνση της αξιοποίησης των ευκαιριών που δημιουργεί η ένταξη στη ζώνη των οικονομικά ισχυρών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την εποχή αυτή οι περισσότερες αναπτυγμένες χώρες εντός και εκτός της Ευρώπης, χρησιμοποιούν την ευκαιρία που δίνει η οικονομική ανάπτυξη για να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους και να μειώσουν το δημόσιο χρέος. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με εξαίρεση την Ιταλία και το Βέλγιο, εμείς ξεκινάμε από το υψηλότερο δημόσιο χρέος σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας μας. Επομένως η μείωση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι μονόδρομος. Πρέπει κάθε χρόνο να πετυχαίνουμε μεγαλύτερα πλεονάσματα, να συνεχίζουμε την πολιτική για την εξάλειψη των ελλειμμάτων του Δημοσίου. Γιατί, με τη μείωση του δημοσίου χρέους θα απελευθερώσουμε πόρους, για την ανάπτυξη και την κοινωνική πολιτική.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να βαδίσει το δρόμο της ισχυρής ανάπτυξης φορτωμένη με ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εφαρμόζουν πρόγραμμα μηδενισμού του χρέους μέχρι το 2015. Οι ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν συστηματικά τη μείωση των χρεών τους.

Μετά λοιπόν την επίτευξη της ένταξης στην ΟΝΕ, το κύριο βάρος πέφτει στη διατηρησιμότητα των οικονομικών μας επιτευγμάτων και κυρίως στην διαμόρφωση μιας νέας δυναμικής δημοσιονομικής πολιτικής που από τη μια πλευρά με την διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα επιτυγχάνει την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης για ισοσκελισμένους ή πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, από την άλλη όμως θα απελευθερώνει υγιείς πόρους για την χρηματοδότηση της αναπτυξιακής δυναμικής και της κοινωνικής σύγκλισης και συνοχής. Και αυτό μέσα από την εξάλειψη των ελλειμμάτων των δημοσίων επιχειρήσεων, τις διαρθρωτικές αλλαγές, τη συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών και τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους λόγω μείωσης των επιτοκίων.

Βαδίζουμε πλέον στα πλαίσια των στόχων της ολοκληρωμένης και πραγματικής σύγκλισης της Ελληνικής οικονομίας στα επίπεδα των άλλων ισχυρών χωρών της Ευρώπης.

Αναφορικά με το ζήτημα της σύγκλισης του δημοσίου χρέους για να φθάσει στο επίπεδο του μέσου όρου του εσωτερικού πυρήνα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αυτό αποτελεί ένα θέμα που δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί μόνον μέσα από απλά αριθμητικά δεδομένα, αυστηρά αριθμητικούς στόχους.

Υπάρχει και η ποιοτική πλευρά της σύγκλισης του δημοσίου χρέους που έχει σαν σημείο αναφοράς την ευρύτερη αναπτυξιακή δυναμική της Ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το διεθνές περιβάλλον και την πορεία των άλλων αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης και του κόσμου. Διότι, η πρωταρχική συνθήκη – προϋπόθεση για την πραγματική σύγκλιση και στο δημόσιο χρέος αλλά και στο βιοτικό μας επίπεδο, είναι να διατηρηθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της χώρας χωρίς να μετακινηθούν πόροι από τις κοινωνικές πολιτικές και χωρίς να αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Πρέπει να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε οπτική γωνία και να τονίσουμε ότι όταν μιλάμε για δημοσιονομική πειθαρχία δεν έχει καμιά σχέση με πολιτικές λιτότητας, αλλά με πολιτικές δημοσιονομικής εξυγίανσης και οικονομική ανάπτυξης. Διότι, πιστεύουμε ότι η πολιτική λιτότητας οδηγεί στο «φαύλο κύκλο» της οικονομικής μιζέριας, της φτώχειας και της υπανάπτυξης.

Πάνω σ΄ αυτό το θέμα είναι γνωστή εξάλλου και ενδιαφέρουσα η θέση του οικονομολόγου – καθηγητή, Φράνκο Μοντιλιάνη, που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ οικονομίας το 1985, για τις δαπάνες που πρέπει να υπολογίζονται στο δημόσιο χρέος και την πολιτική ανάπτυξης. Σύμφωνα με αυτή την θέση, οι υποχρεώσεις που προκύπτουν συνεπεία της πολιτικής ανάπτυξης των δημοσίων επενδύσεων, δεν πρέπει να προστίθενται στο δημοσιονομικό έλλειμμα, προκειμένου να υπάρχουν κίνητρα για να δοθεί νέα ώθηση στις επενδύσεις που με τη σειρά τους θα οδηγήσουν σε υψηλότερα επίπεδα ευημερίας και καταπολέμησης της ανεργίας.

Σε ό,τι αφορά τα αυστηρά δημοσιονομικά κριτήρια που τίθενται στα πλαίσια της ΟΝΕ, έχει διαπιστωθεί, όπως προκύπτει και απ΄ όλες τις επίσημες εκθέσεις των Ευρωπαϊκών Θεσμικών Οργάνων, ότι η ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε μια τροχιά διατηρήσιμης δημοσιονομικής σύγκλισης αναφορικά με την πορεία του δημοσίου χρέους. Υπάρχει επίσης σαφής πτωτική τάση του λόγου χρέους/ΑΕΠ με στόχο, μεσοπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι το 2010, να συγκλίνει στο 60% ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι και τα δημοσιονομικά μεγέθη να τεθούν σε διατηρήσιμη τροχιά σύγκλισης του δημοσίου χρέους στα πλαίσια του Προγράμματος Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης, χρειάζεται να πραγματοποιηθεί μία αποφασιστική καμπή στη δημοσιονομική πολιτική. Από την δημοσιονομική πολιτική μείωσης του δημοσίου χρέους μέσω της πολιτικής των εσόδων πρέπει να περάσουμε στη δημοσιονομική πολιτική που ασκείται μέσα από τις δαπάνες και ιδιαίτερα τις πρωτογενείς δαπάνες. Τι σημαίνει όμως αυτό στην πράξη;

Αναμφίβολα η βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας που πραγματοποιήθηκε κατά την προηγούμενη δεκαετία, ιδίως κατά τα τελευταία πέντε έτη, ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη. Και είναι κοινή διαπίστωση ότι η πρόοδος που σημειώθηκε ήταν συνέπεια της αποτελεσματικότερης δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως εξάλλου αποτυπώνεται στα πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν επιτευχθεί, παρά την αύξηση των δαπανών για επενδύσεις, αλλά και της σταθεροποίησης της οικονομίας, ειδικότερα της υποχώρησης του πληθωρισμού και των πληθωριστικών προσδοκιών που οδήγησαν στην πτώση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιτοκίων.

Πρέπει, όμως, να γίνει κατανοητό ότι το μοντέλο αυτό δημοσιονομικής πολιτικής έφθασε στα όριά του και η προσπάθεια για περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση θα πρέπει να εισέλθει σ΄ ένα νέο σημείο καμπής. Δεν θα πρέπει να στηριζόμαστε πλέον, για την επίτευξη των δημοσιονομικών μας στόχων, κατά κύριο λόγο στην αύξηση των εσόδων, αλλά πρέπει να μεταβιβαστεί το κέντρο βάρος από τα έσοδα στη συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η σκοπιμότητα μιας φορολογικής μεταρρύθμισης για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους κατά 6,9 εκατοστιαίες μονάδες την τελευταία τριετία, επιβραδύνθηκε από την ανασχετική, κυρίως, επίδραση των μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των συμμετοχών σε αυξήσεις κεφαλαίων δημοσίων επιχειρήσεων. Αυτή η αυξητική επίπτωση όμως, υπεραντισταθμίστηκε από την ευνοϊκή επίδραση που προήλθε από τα πρωτογενή πλεονάσματα, την επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας, τη μείωση των επιτοκίων και τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις.

Για την περαιτέρω μείωση του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ τα επόμενα έτη απαιτείται, επομένως, εκτός από την προβλεπόμενη διαμόρφωση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, και συνεπής υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, διαρθρωτικών αλλαγών καθώς και ταχύτερη εξυγίανση των οικονομικών ορισμένων δημοσίων επιχειρήσεων.

Παράλληλα θα πρέπει να συνεχιστεί η διαδικασία σταδιακής αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας, με την περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους στα επίπεδα του 98,2% το 2002, στόχος που προϋποθέτει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 6,5% του ΑΕΠ για το 2001 και το 2002. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες εκτιμήσεις της Τραπέζης της Ελλάδος, για να φθάσουμε το λόγο χρέους προς ΑΕΠ στο 60% το 2010, απαιτούνται πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 5,6% του ΑΕΠ ετησίως.

Εάν, όμως, το Δημόσιο αναλαμβάνει υποχρεώσεις φορέων εκτός γενικής κυβέρνησης, ή γενικότερα προχωρεί σε ρυθμίσεις που αυξάνουν το χρέος, τότε για την επίτευξη των στόχων που έχουν καθοριστεί, θα απαιτηθούν υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα. Αντίθετα, με την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων μπορεί να επιτευχθεί ταχύτερη μείωση του χρέους και των ελλειμμάτων συνεπεία των μικρότερων δαπανών για τόκους.

Πέραν όμως των στόχων και των προγραμματισμών που καθορίζονται πάντα στο επίπεδο της στατικής ανάλυσης, θεωρώντας δηλαδή ορισμένες οικονομικές παραμέτρους ως σταθερές, υπάρχει και η δυναμική ανάλυση, στην οποία δεν υπάρχουν οικονομικές παράμετροι σταθερές. Εδώ όλα μεταβάλλονται ενώ πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι αστάθμητοι παράγοντες στα πλαίσια της τυχαίας μεταβλητής. Η οικονομική συγκυρία που θεωρείται ουσιαστικά ως δεδομένη και σταθερή στο στατικό οικονομικό μοντέλο, στη δυναμική ανάλυση πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μεταβλητή που επηρεάζει σημαντικά τα αποτελέσματα και τους στόχους.

Είναι φυσικό λοιπόν, σήμερα που η οικονομική συγκυρία, όπως εκφράζεται με την πετρελαϊκή κρίση και την άνοδο του δολαρίου, είναι αρνητική να οδηγούμαστε σε διορθωτικά μέτρα και ορισμένες αποκλίσεις από τα απόλυτα μεγέθη των στόχων μας. Εκτιμούμε όμως ότι η συγκυρία δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα και ότι το κλίμα οικονομικής σταθερότητας θα αποκατασταθεί και οι στόχοι της δημοσιονομικής πολιτικής θα συγκλίνουν, όπως εξάλλου συνέβη και στο παρελθόν, στα επίπεδα των μεγεθών που έχουν καθοριστεί.

Πρέπει λοιπόν να γίνει συνείδηση σε όλους ότι οι πολιτικές για την οικονομία, την ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά μεγέθη, δεν μπορεί να κρίνονται με βάση την δεδομένη συγκυρία, αλλά με βάση τη δυναμική τους εξέλιξη στο βάθος του χρόνου όπου η οικονομική συγκυρία διατηρεί την κυκλική της εποχικότητα και μακροπρόθεσμα ισορροπεί και μηδενίζει τις όποιες αποκλίσεις.

Γι΄ αυτό πιστεύω ότι παραμένοντας σταθεροί σε μία νέα δημοσιονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής, θα επιτύχουμε τους στόχους μας και θα ισχυροποιήσουμε ακόμη περισσότερο τη θέση της χώρας ανάμεσα στο σκληρό πυρήνα των οικονομικά ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών.