Φοβού τους… 50

Ενας και ένας ίσον… έξι. Ετσι θέλησαν τα 50 μέλη της επιτροπής που απονέμει τα Kρατικά βραβεία Ποιότητας, όπως τουλάχιστον τα χαρακτηρίζει ο σχετικός νόμος, δίνοντας το βάρος στην ποιότητα και μόνο. Βραβεύοντας όμως με έξι μάλιστα βραβεία, μαζί και τα πιο σημαντικά (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου), μια μέτρια, χυδαία σε αρκετά σημεία, χοντροκομμένη κωμωδία, το «Ενας & ένας» του Νίκου Ζαπατίνα, η επιτροπή έδειξε να στρέφεται σε ένα δήθεν λαϊκό (στην πραγματικότητα λαϊκίστικο) κινηματογράφο που στόχος του και μόνο είναι τα εισιτήρια. Σίγουρα στόχος κάθε δημιουργού είναι να προσελκύσει ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο κοινό, αυτός όμως δεν είναι ποτέ ο μοναδικός, ή ο πρώτιστος στόχος. Ενα έργο, όταν τουλάχιστο μιλάμε για ποιότητα, θέλει κάτι να μας πει. Για τον κόσμο μας, την κοινωνία μας, τον εαυτό μας, για τον ίδιο άνθρωπο που τη φτιάχνει.

Αυτός υπήρξε πάντα ο στόχος του καλλιτέχνη, είτε έφτιαχνε αρχαίο δράμα είτε μυθιστόρημα είτε πίνακα ζωγραφικής, είτε μουσική είτε, όπως σήμερα, κινηματογραφικό έργο, που είναι όλα αυτά μαζί και κάτι περισσότερο -με τρόπο βέβαια που να ψυχαγωγεί, εννοώντας να «προκαλεί ψυχική και πνευματική ευχαρίστηση», όπως το προσδιορίζουν τα λεξικά. Μ’ αυτή την έννοια, η ταινία του Ζαπατίνα δεν ψυχαγωγεί. Διασκεδάζει ίσως υποβιβάζοντας συχνά και το πνευματικό επίπεδο του θεατή. Οσο για τη σκηνοθεσία της ταινίας αυτή είναι μια εντελώς μέτρια διεκπεραίωση, χωρίς φαντασία ή καμιά πρωτοτυπία. Ακόμη χειρότερη είναι η περίπτωση της βράβευσης του σεναρίου της. Aνισο, αποσπασματικό, χωρίς σωστή δομή, με την κάθε σκηνή του να θυμίζει περισσότερο τηλεοπτικό σκετς, με χοντροκομμένους διαλόγους, που αντλούν απ’ όλα τα κλισέ του είδους.

Και φτάνουμε στα δυο πιο εξωφρενικά βραβεία της ταινίας που αποκαλύπτουν και το αληθινό πρόσωπο της πλειοψηφίας των μελών της επιτροπής βράβευσης: τα βραβεία μακιγιάζ και ενδυματολογίας. Το μακιγιάζ μιας τέτοιας ταινίας είναι από τα πιο απλά και αδιάφορα (αυτά που βλέπουμε στα τηλεοπτικά τοκ-σόου), ενώ η ενδυματολογία αποτελείται απλώς από ρούχα σύγχρονα, καθημερινά, άχρωμα -εκτός και αν οι κριτές θεώρησαν μοναδικά στο είδος τους τα μικροσκοπικά σλιπάκια των ημίγυμνων γυναικών στις δήθεν ερωτικές σκηνές.

Αναφέρθηκε, πριν από τρία χρόνια, όταν υιοθετήθηκε ο θεσμός μιας 50μελούς επιτροπής για την απονομή των κρατικών βραβείων ποιότητας (επιμένω στην ποιότητα) ότι οι εισηγητές θέλησαν να κάνουν κάτι αντίστοιχο με τα βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου ή ακόμη και με τα Οσκαρ. Στην Ευρωπαϊκή όμως Ακαδημία ψηφίζουν όλα τα μέλη της, και γίνονται μέλη προσωπικότητες του χώρου με βάση την καλλιτεχνική και μόνο προσφορά τους και όχι επειδή εκπροσωπούν κάποιο σωματείο ή επειδή το υπουργείο τα θεωρεί «πρόσωπα κύρους» (αν κοιτάξει κανείς τη φετινή λίστα διερωτάται τι κύρος έχουν πολλοί απ’ αυτούς). Οσο για τα Οσκαρ, αξίζει ν’ αναφέρω ότι για τις πέντε τελικές υποψήφιες για τα επιμέρους βραβεία ταινίες ψηφίζουν μόνο τα μέλη του συγκεκριμένου κλάδου (φωτογραφίας, ενδυματολογίας, ντεκόρ, μακιγιάζ, μοντάζ, ήχου, κ.λπ.), δηλαδή οι ειδήμονες.

Το ότι στο «Ενας & ένας» απονεμήθηκαν τα βραβεία μακιγιάζ και ενδυματολογίας δείχνουν την πλήρη άγνοια εκείνων που τα ψήφισαν. Και που πίσω τους κρύβεται μόνο η πεισματική τους απόφαση να βραβεύσουν ένα είδος κινηματογράφου που δεν έχει καμιά σχέση με την αληθινή ποιότητα, ενός κινηματογράφου που άρχισε με το Safe Sex και συνεχίζεται με άλλες παρόμοιες ταινίες.

Εχω ήδη γράψει την άποψή μου για τη γενική μετριότητα της φετινής παραγωγής. Στις 25 όμως ταινίες που γυρίστηκαν φέτος υπήρχαν κάποιες που, παρά τις επιμέρους αδυναμίες, ξεπερνούσαν τη μετριότητα: με πρώτη την ταινία «Αυτή η νύχτα μένει» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ενώ ακολουθούν η «Εφήμερη πόλη» του Γιώργου Ζαφείρη και η «Πίσω πόρτα» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου (ταινία που παραμερίστηκε εντελώς για χάρη εκείνης του Ζαπατίνα). Στις εξαιρέσεις αυτές και τα ντοκιμαντέρ, με επικεφαλής την «Αγέλαστο πέτρα» του Φίλιππου Κουτσαφτή, ενώ ακολουθούν «Το σπίτι του Κάιν» του Xρήστου Kαρακέπελη και «Είδαν τα μάτια μας γιορτές» του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου.

Δυστυχώς, το μόνο που απέδειξε η φετινή τόσο απλόχερη βράβευση της ταινίας του Ζαπατίνα είναι ότι έφτασε πια ο καιρός της κατάργησης του συστήματος των 50 κριτών και η ανάγκη εξεύρεσης μιας πιο σωστής και δίκαιης λύσης. Για να μπορούν να ξεχωρίζουν οι ταινίες ποιότητας, εκείνες που έχουν σχέση με τον πολιτισμό και όχι απλά και μόνο με το μποξ-όφις.

Προηγούμενο άρθροΣτον κίνδυνο της ανεργίας συγκλίνουν Κομισιόν και ΔNT
Επόμενο άρθροΟ Μιλόσεβιτς επιστρέφει
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας