ΑρχικήΨυχαγωγίαGamesAlice: Madness Returns (video game review)

Alice: Madness Returns (video game review)

Σε ηλικία μικρότερη των 11 ετών, με περίσσια χαρά επισκεφτήκαμε την οικία του κολλητού μας, για ένα ακόμα απόγευμα άπλετης διασκέδασης στο Hogs of War της τότε Infogrames, για το PSone. Αντί αυτού όμως, κάτι άλλο μας περίμενε. Μπορούσαμε να διακρίνουμε τον αγαπητό παιδικό μας φίλο μέσα στο σκότος που τα κατεβασμένα ρολά του δωματίου του είχαν δημιουργήσει, από το φως που ακτινοβολούσε η οθόνη του τότε πανίσχυρου Pentium III υπολογιστή του. «Πρέπει να το παίξεις. Πρέπει να το παίξεις τώρα!» ξεστόμισε, και επέστρεψε στο να κοιτά με σοκ και δέος την οθόνη. Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή μας με το American McGee’s Alice, τον πρόγονο του τίτλου που παρουσιάζουμε σήμερα.

Ένα παιχνίδι που όχι μόνο κατάφερε να μας μαγέψει όσο λίγα έχουν καταφέρει αυτά τα 15 χρόνια που αρεσκόμαστε στο gaming, αλλά θεωρούμε υπεύθυνο και για τη διαμόρφωση του ενός τμήματος του χαρακτήρα του ανθρώπου που υπογράφει το κείμενο που διαβάζετε. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τη δουλειά του Lewis Carroll, αφού δίχως το σύμπαν που αυτός δημιούργησε, ο American McGee δε θα είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει την πανέμορφα διεστραμμένη, σκοτεινή, άκρως ερωτεύσιμη εκδοχή του. Μα όπως είπε και η Αλίκη στο έργο του Carroll, «δεν υπάρχει λόγος στο να ταξιδεύω στο χθες, μιας και ήμουν ένα διαφορετικό άτομο τότε».

Δέκα χρόνια μετά λοιπόν, η Αλίκη του McGee επιστρέφει, και μέσα στο βούρκο των πανομοιότυπων τίτλων του σήμερα, καταφέρνει να ξεχωρίσει, όλως παραδόξως, παραμένοντας πιστή στο λατρεμένο παρελθόν. Πολύ θα λογοκρίνουν τη νέα περιπέτεια της ακριβώς γι’ αυτό το λόγο. Άλλοι πάλι θα τη λατρέψουν για τον ίδιο λόγο. Δεν κρύβουμε πως ανήκουμε στη δεύτερη κατηγορία. Η δεκαετής αναμονή αντικατοπτρίζεται και στον κόσμο του Madness Returns, αφού πλέον έχουμε να κάνουμε με μία έφηβη Alice, η οποία μετά το εξιτήριο της από το Άσυλο του Rutledge, βρήκε καταφύγιο στο ορφανοτροφείο του Λονδίνου. Παρά την καθοδήγηση και την επίβλεψη του ψυχιάτρου Angus Dumby, η ψυχική της υγεία δεν δείχνει να έχει ωφεληθεί στο ελάχιστο. Ακόμα σημαδεμένη από το θάνατο της οικογένειας της στη τραγική φωτιά της οικίας της, εξακολουθεί να ταλανίζεται από αναπάντητα ερωτήματα για το πως συνέβησαν όλα και τι ρόλο έπαιξε αυτή σε αυτά.

Κατά την περιπλάνηση της στα βικτοριανά Λονδρέζικα στενά, μία σειρά γεγονότων θα πυροδοτήσει την επιστροφή της Alice στον προσωπικό της παράδεισο, τη δική της χώρα των θαυμάτων. Έναν παράδεισο κατεστραμμένο, μολυσμένο από σκότος, όπου οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί, ο Hatter έχει χάσει την κυριαρχία του, η Red Queen είναι απούσα κι ένας νέος νόμος έχει μπει σε ισχύ. Το ταξίδι στα σκοτεινά σημεία του μυαλού της Αλίκης είναι μακρύ, τουλάχιστον 15 ώρες και θα μας φέρει σε επαφή με γνώριμα πρόσωπα, όπως οι Hatter, Rabbit, Caterpillar, καθώς και τον πάντα κρυπτογραφικό γάτο Cheshire.

Δεδομένης της ψυχικής κατάστασης της ηρωίδας, τα περιβάλλοντα που θα συναντήσουμε είναι στο μεγαλύτερο τους μέρος κατακερματισμένα, με τη γεωγραφία τους πολλές φορές να μη βγάζει νόημα, και το περιεχόμενο τους να εναλλάσσεται ταχύτερα και από την γκαρνταρόμπα της Alice.

Στο ίδιο ύφος με τον πρόγονο του, το Madness Returns μοιράζει το gameplay του σε τμήματα όπου θα χρειαστεί να κάνουμε χρήση των platforming ικανοτήτων μας, και τμήματα μάχης, όπου καλούμαστε να αξιοποιήσουμε το… ιδιαίτερο οπλοστάσιο που σταδιακά αποκτάμε.

Από τη μία λοιπόν έχουμε γρίφους, άλλους απλούς κι άλλους περισσότερο πολύπλοκους, με το ισχυρό στοιχείο της εξερεύνησης, καθώς και των πλατφορμών με τεράστια κενά μεταξύ τους (σε ξεκάθαρη old-school λογική) και από την άλλη ανελέητες συγκρούσεις με τα πλάσματα της παρηκμασμένης Wonderland, μέσω ενός εντυπωσιακού συστήματος μάχης, που αν και το άλλο άκρο του adventure είδους, δένει απίστευτα στην όλη εμπειρία.

Πίσω στα του platforming, η Alice υπερπηδά τα ομολογουμένως μεγάλα κενά στο χώρο, μέσω του διπλού και τριπλού άλματος, συνοδευόμενο από την ικανότητά της να αιωρείται για λίγα δευτερόλεπτα (gliding). Ιδιαίτερα ευκίνητη είναι και όταν καλείται να κάνει χρήση των όπλων της, του λατρεμένου Vorpal Blade, του Pepper Grinder, ενός μύλου πιπεριού που λειτουργεί σαν ένα πρώτης τάξεως heavy machine-gun, του Hobby Horse, ενός αλογακίου ικανού να καταστρέψει λίγο πολύ ό,τι σταθεί στο διάβα του, και τέλος, του Tea Pot, ικανό να βομβαρδίσει τους πάντες εξ αποστάσεως, με το καυτό περιεχόμενο του.

Ουσιαστικά λοιπόν, έχουμε δύο βασικές κατηγορίες όπλων, που με τη σειρά τους περιέχουν δύο όπλα. Δύο melee, ένα για γρήγορα και θανάσιμα combos (Vorpal Blade) κι ένα για ισχυρές, heavy επιθέσεις (Hobby Horse). Τα Pepper Grinder και Tea Pot από την άλλη είναι projectile, για τις περιπτώσεις που η σώμα με σώμα μάχη δεν είναι και η σοφότερη τακτική. Φυσικά και τα τέσσερα όπλα είναι αναβαθμίσιμα, μέσω των δοντιών που συλλέγετε, κοινώς το νόμισμα του παιχνιδιού.

Οι βελτιωμένες εκδοχές όχι μόνο σπέρνουν καταστροφής και θάνατο, αλλά αλλάζουν κι εμφανισιακά, με το αθώο Hobby Horse λόγου χάρη, να μετατρέπεται σε αβυσσαλέο άτι. Προσθέστε στην εξίσωση τη δυνατότητα ακαριαίας αλλαγής μεταξύ των, συν μία εντυπωσιακή κίνηση αποφυγής (dodge) και τη δυνατότητα της ηρωίδας να συρρικνώνεται κατά βούληση, κι έχετε ένα συμπαγές και ταυτόχρονα οργανικό σύστημα ελέγχου, που ενώ ανάλαφρο κατά το platforming, αποκτά βάθος και βάρος κατά το combat.

Κάθε ένα από τα -πέντε, αλλά τεράστια, πιστέψτε μας- κεφάλαια του παιχνιδιού, έχει τη δική του εμφάνιση και χαρακτήρα, με το περιβάλλον να μεταμορφώνεται ολοκληρωτικά, καθώς η Alice ταξιδεύει από τη μία σκοτεινή γωνιά του μυαλού της στην άλλη. Τα έντονα χρώματα παντρεύονται με την goth αισθητική και την αίσθηση της αποσύνθεσης κι ενώ έρχονται στιγμές που ο παίκτης νομίζει πως τα είδε όλα, το παιχνίδι του τραβάει ένα μεγάλο χαστούκι, αλλάζοντας τα πάντα γύρω του.

Από την έντονη βλάστηση θα βρεθείτε ανάμεσα σε παγωμένα τοπία, σε κατακόμβες, παλιά εργοστάσια, στα βάθη της θάλασσας, θέατρα, εγκαταλελειμμένες πόλεις, στην Άπω Ανατολή, περιοχές αποκλειστικά φτιαγμένες από τραπουλόχαρτα, στο ανατριχιαστικό κάστρο της Red Queen και όλα αυτά μονάχα λίγο μετά το μέσο της ιστορίας. Μέχρι κι ένα πανέμορφο δισδιάστατο side-scrolling επίπεδο θα σας δοθεί η ευκαιρία να παίξετε, μέρος ενός εκ των γρίφων του παιχνιδιού. Η λογική του “game within a game” επανέρχεται ανά τακτά διαστήματα, προσφέροντας έναν αέρα αλλαγής εδώ κι εκεί.

Το δυστυχές της υπόθεσης είναι ότι όπως αναφέραμε, έχουμε ένα σύνολο πέντε κεφαλαίων. Με κάτι λιγότερο ή περισσότερο τρεις ώρες διάρκεια το καθένα, οι τεχνικές που μας συστήνονται σε κάθε ένα από αυτά, τείνουν να επαναλαμβάνονται, αφού τα νέα στοιχεία που εισάγονται στο gameplay όλο και μειώνονται καθώς προοδεύουμε. Δεν έχουμε απαραίτητα να κάνουμε με κάτι το απαραίτητα καταστροφικό, μιας και οι περισσότεροι τίτλοι εκεί έξω πάσχουν από το ίδιο πρόβλημα όχι μετά από δέκα ώρες παιχνιδιού, αλλά από το πρώτο επίπεδο κιόλας.

Από την άλλη όμως, κάποιοι θα κουραστούν από τη λογική του «πήγαινε εκεί, βρες το διακόπτη, άνοιξε την πύλη, γύρνα πίσω» ή τη συνεχή αναζήτηση μπουκαλιών, αναμνήσεων και δοντιών. Γι’ αυτό εξάλλου τα adventures δεν είναι για όλους. Μνήμες από τη χρυσή εποχή του PlayStation 2 ξύπνησαν ανά καιρούς, αφού το Alice: Madness Returns μας θύμισε σε αρκετές περιπτώσεις action adveture τίτλους που αν και ιδιαίτεροι, κατάφεραν να ξεχωρίσουν.

Ο λόγος για το Psychonauts -του Tim Schafer- και τα Soul Reaver, το πρώτο για τα πρωτόγνωρα επίπεδα “mindf*cking” του και το δεύτερο για τους γρίφους του και το platforming του. Μάλιστα στο παιχνίδι περιέχεται κι ένα “Easter Egg”, όπως τα αποκαλούμε, με τον ήρωα του Psychonauts, Raz, αν και ολίγον τι νεκρό, να κάνει μία cameo εμφάνιση.

Εκεί όμως που το παιχνίδι πάσχει περισσότερο, είναι η μηχανή γραφικών του. Ενώ σα σύνολο έχουμε να κάνουμε με ένα πανέμορφο (με το δικό του, σκοτεινό, διεστραμμένο τρόπο), ιδιαίτερο και με ταυτότητα παιχνίδι, ο οπτικός τομέας πάσχει, καθαρά σε τεχνικό επίπεδο.

Η Unreal Engine έχει δείξει τι μπορεί να κάνει στο παρελθόν, ακόμα και σε ιδιαίτερους οπτικά τίτλους, όπως το Enslaved ή το Shadows of the Damned. Οι Κινέζοι developers της Spicy Horse, ενώ κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν κόσμο (και μέσα του έναν άλλο κόσμο, και μέσα σε αυτόν έναν άλλο) που δε μοιάζει με τίποτα άλλο εκεί έξω, ορισμένη από τη γοητεία του εξαϋλώνεται, όταν η μηχανή γραφικών πασχίζει να τα βγάλει πέρα. Ειδικά στην έκδοση για Xbox 360, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι υφές καθυστερούν να φορτώσουν, ή στη χειρότερη δε φορτώνουν καθόλου.

Το draw distance, η maximum απόσταση δηλαδή που τα αντικείμενα είναι ορατά, επίσης μεταβάλλεται, ανάλογα το πόσο φορτωμένο είναι το περιβάλλον που επισκεπτόμαστε. Επιπρόσθετα, ενώ τα animations της Alice και των εχθρών κατά τη μάχη είναι αρτιότατα, όταν η Alice απλά περπατά, υπάρχουν στιγμές που δείχνει να μην έχει βάρος, που η κίνηση της δείχνει ξύλινη. Κάτι που είναι πραγματικά κρίμα, μιας και η ενδυμασία της, που μεταβάλλεται μαζί με το περιβάλλον που επισκεπτόμαστε, είναι απλά ονειρική.

Ικανό να καθηλώσει είναι και το Hysteria mode, που η Alice μπορεί να ενεργοποιήσει όταν η μπάρα υγείας της είναι σχεδόν άδεια. Πολύ απλά, δε θέλετε να βρεθείτε στο διάβα της κατά τη διάρκεια του. Να το πούμε; Θα το πούμε. You wouldn’t like her when she’s angry! Από την άλλη όμως, έχουμε ένα ηχητικό σύνολο που έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τα προβλήματα του οπτικού. Το εξαίσιο soundtrack δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτό του πρώτου παιχνιδιού, ενώ οι ηθοποιοί, έχουν κάνει εξαίσια δουλειά. Μοναδικό μας παράπονο η χροιά της Alice, που θα μπορούσε να είναι περισσότερο εφηβική.

Παρά τα στραβοπατήματα αυτά όμως, παρά τη συνειδητοποίηση ότι κάποιοι επιπλέον μήνες ανάπτυξης ίσως χρειαζόντουσαν, δε στάθηκε δυνατό να απογοητευτούμε από το Alice: Madness Returns. Κι αυτό γιατί μέσα στον κυκεώνα του ενός κλώνου μετά τον άλλο, έρχεται ένα video game που αψηφά όλα τα γνωρίσματα ενός “next-gen” τίτλου, παραμένοντας πιστό στο παρελθόν, με gameplay τεχνικές που αν και αγαπήθηκαν πριν χρόνια, οι παίκτες, και ιδιαίτερα οι νεώτεροι, τείνουν να ξεχάσουν. Οι φίλοι του original θα βρουν πολλά να λατρέψουν.

Άλλοι πάλι, το να ανεχθούν τα στραβοπατήματα της Αλίκης ίσως αποδειχθεί δύσκολο, ακόμα κι επικίνδυνο για την ψυχική τους υγεία. Εμείς δεν κρύβουμε πως ανήκουμε στην πρώτη κατηγορία. Η βουτιά μας στο άρρωστο μυαλό της Αλίκης μας μάγεψε για ακόμα μία φορά, μέσω μίας συναισθηματικά έντονης ιστορίας, κι ενός οπτικοακουστικού συνόλου που μας έκανε να χαθούμε σε έναν κόσμο παράδοξα όμορφο, μακριά από όλα τα δυστυχή γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά.

Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Hoard (video game review)

Zatoichi (2003)

Σχολίασε το άρθρο

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα άρθρα

Zathura: A Space Adventure (2005)

Hoard (video game review)

Zatoichi (2003)

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166