Άμα με κερατώσει, θα του σπάσω το κεφάλι

Άμα με κερατώσει, θα του σπάσω το κεφάλι

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

«Άμα με κερατώσει, θα του σπάσω το κεφάλι, θα του κόψω τα πόδια, θα τον ευνουχίσω, θα του ρίξω βιτριόλι». Στα λόγια όλες καλές είμαστε. Όταν όμως φτάσει η αποφράδα ώρα, τα πράγματα δε θα γίνουν ακριβώς έτσι. Κυρίως επειδή θα έχεις γίνει κουρέλι και δε θα έχεις τη δύναμη ούτε καν να του πετάξεις το τασάκι στο κεφάλι.

Όταν με τις φίλες μου βρισκόμαστε ανάμεσα στην τρίτη μπίρα και τον πέμπτο κεφτέ, την ώρα που αρχίζει και μας πιάνει κι η αντηλιά, είναι που αρχίζουμε να πετάμε τις αμπελοκοτσάνες μας για κάθε καίριο θέμα που καίει μια γυναίκα: Έχει κάνει πλαστική η Αντζελίνα Τζολί στη μύτη; (Ναι!). Θα χωρίσει ο Μπραντ την Τζένιφερ; (Όχι.) O Μπάμπης θα μου το φορέσει το κέρατο; (Πιθανόν.) Και τι θα κάνω; (Θα δείξει.) Εδώ διαφωνούμε και παραγγέλνουμε άλλες τρεις μπίρες: Τι θα γίνει όταν -μακριά από μας- μας συμβεί; Που θα μας συμβεί, διότι το κέρατο είναι νομοτελειακό και πάρ’ το απόφαση. Κάποια μέρα ο Μπάμπης θα σ’ το φορέσει το κέρατο και το χειρότερο είναι πως θα το μάθεις.

Εμένα μου το φόρεσε, και μάλιστα όχι μόνο το έμαθα, αλλά το είδα και μπροστά μου. Όπως γίνεται και στις ταινίες, απλώς γύρισα νωρίτερα από ένα ταξίδι, άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μας και τον βρήκα στον καναπέ μας να χαριεντίζεται με μια άλλη. Ευτυχώς, δεν είχαν ακόμα γδυθεί, αυτό θα συνέβαινε αμέσως μετά. Κανονικά έπρεπε να κλείσω την πόρτα και να φύγω. Αφού πρώτα ξεμαλλιάσω αυτήν, χαστουκίσω αυτόν, σπάσω το μισό σπίτι και τα πόδια του Μπάμπη.

Δεν είχα το κουράγιο. Απλώς σωριάστηκα άφωνη και σοκαρισμένη πάνω στη βαλίτσα και τον κοίταζα να πετάγεται από τον καναπέ, να αλλάζει δεκαεφτά χρώματα και να ψελλίζει κάτι σαν «Δεν είναι αυτό που νομίζεις». Τα επόμενα πέντε λεπτά δεν τα θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι καθόμουν στον καναπέ φορώντας το παλτό μου και κοίταζα το αποτύπωμα του κραγιόν της πάνω στα κρυστάλλινα ποτήρια του ουίσκι.

Τα δικά μου ποτήρια! «Λοιπόν, Μπάμπη, νομίζω πως ήμουν πολύ ηλίθια που σε εμπιστευόμουν. Νομίζω πως κακώς σε πίστευα όταν μου έλεγες πως είσαι ερωτευμένος μαζί μου. Νομίζω πως πρόδωσες όσα πίστευα για σένα. Νομίζω πως τελικά δε σε ξέρω καθόλου. Νομίζω πως αυτή η απόχρωση κραγιόν δεν της πάει καθόλου. Νομίζω πως έπαθα ναυτία. Και νομίζω πως είσαι πολύ μεγάλος κόπανος. Τι ακριβώς νόμιζες ότι νομίζω δηλαδή;»

Το ξεχνάμε;

O Μπάμπης εκλιπαρούσε τη συγνώμη μου. Είχε χάσει κι αυτός τον κόσμο κάτω από τα πόδια του βλέποντάς με μπροστά του. Αλλά για άλλους λόγους. Σίγουρα όχι για τους ίδιους μ’ εμένα. Μετά από δύο μερόνυχτα συζητήσεων τον συγχώρεσα, γιατί πίστεψα πως μπόρα ήταν και πέρασε και το θέμα θα ξεχαστεί και θα ξεπεραστεί. Προσπάθησα να δω το πράγμα ψύχραιμα και να αντιμετωπίσω το κέρατο σαν μια απλή σαρκική πράξη άνευ νοήματος. Πως θα μπορούσε να συμβεί και σε εμένα.

Πως το έκανε απλώς για να τονώσει τον εγωισμό του. Για να αισθανθεί ανεξάρτητος. Για να αποδείξει στον εαυτό του πως δεν τον έσερνα από τη μύτη. Για να νιώσει επιθυμητός. Για να μην αισθάνεται πως «αποσύρθηκε από την πιάτσα» και μπήκε στο κλαμπ των ζευγαρωμένων-ευνουχισμένων. Μέγα λάθος. Αυτά τα πράγματα δεν τα ξεπερνάς τελικά ποτέ, πόσο μάλλον όταν έχεις και εικόνα του κέρατου.

Έγινα κουρέλι και οι φίλες μου ανέλαβαν να με μαζέψουν με το κουταλάκι. Oι γνώμες πολλές και διάφορες. «Χώρισε/μη χωρίσεις/θα το ξανακάνει/δε θα το ξανακάνει/το πήρε το μάθημά του/δεν αξίζει τον κόπο να το διαλύσετε/θα το ξεχάσεις/δε θα το ξεχάσεις ποτέ». Το συμπέρασμα πάντως ήταν κοινό: «Αφού το συγχώρεσες, ξέχνα το». Πώς όμως να το ξεχάσω, που κάθε που πήγαινε ο Μπάμπης να με αγγίξει, η «ταινία» του καναπέ επέμενε να παίζει σε slow motion μπροστά στα μάτια μου; Και να ήθελα να το ξεχάσω, δεν μπορούσα. «Αφού δεν μπορείς να το ξεπεράσεις, χώρισέ τον» άκουγα τις φωνές των φιλενάδων και της λογικής να αντιλαλούν. ‘Aμα μπορούσα να τον χωρίσω, θα το έκανα.

Έλα όμως που δεν μπορούσα, αφενός γιατί δεν ήθελα να τον χωρίσω, αφετέρου γιατί πίστευα πως δεν άξιζε τον κόπο για ένα παραστράτημα να διαλύσουμε μια σχέση που χτίσαμε με κόπο τόσα χρόνια. Τουλάχιστον, αποφάσισα να μην του θίξω ποτέ το θέμα. Oύτε αυτό μπόρεσα να κάνω. Κάθε φορά που ο Μπάμπης μού φώναζε για τις αδιακρισίες μου, για τις σκηνές ζηλοτυπίας και τις ανασφάλειές μου, του απαντούσα πως καμία εμπιστοσύνη δεν του είχα πια και πως είχα κάθε δίκιο να μην του έχω, γιατί «ξέρεις εσύ».

Γιατί τα έπαθα όλα αυτά. Και τις ζήλιες και τις κρίσεις ανασφάλειας και άρχισα και τις αδιακρισίες. Με το φόβο πως θα με ξανακεράτωνε, άρχισα να ψάχνω μέχρι και τα παντελόνια του για χαρτάκια με τηλέφωνα και όταν έβρισκα γυναικείο όνομα στην ατζέντα του, άρχιζα τις σκηνές ζηλοτυπίας.

Λίγο καιρό αργότερα άρχισα να μη με αναγνωρίζω. Ήμουν συνέχεια θυμωμένη, συνέχεια στενοχωρημένη και συνέχεια ζήλευα. Αναρωτιόμουν αν κάθε γυναίκα που τον πλησίαζε ήταν ένα πιθανό κέρατο. Αναρωτιόμουν μήπως το είχε ξανακάνει και παλιότερα κι εγώ δεν το είχα πάρει μυρωδιά. Αναρωτιόμουν αν με δούλευε ψιλό γαζί και είχε κι άλλη ταυτόχρονα.

Γιατί ζω, που πάω; Δεν αντέχεται το κέρατο

Και μέσα σ’ όλα έπρεπε να κάνω και την αυτοκριτική μου: «Γιατί με κεράτωσε; Σταμάτησε να με θέλει; Δεν περνάει πια καλά μαζί μου στο κρεβάτι; Είμαι τόσο άσχημη; Τι καλύτερο είχε αυτή από εμένα;»

Όσο κι αν ο Μπάμπης ορκιζόταν πως δεν έφταιγε τίποτε απ’ όλα αυτά, όσο κι αν ο πατέρας της κολλητής μου προσπάθησε να μου εξηγήσει πως οι άντρες κερατώνουν απλώς για να νιώσουν άντρες, και αν σε κερατώσουν με ασχημότερη είναι ακριβώς γιατί δε θέλουν στην πραγματικότητα να σε χωρίσουν και αποζητούν μόνο μια περιπέτεια τύπου «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε» χωρίς παρελκόμενα και παρατράγουδα, όσο κι αν ξέρω πως οι άντρες κερατώνουν απλώς και μόνο για να μην τους πουν οι φίλοι τους τα διάφορα επίθετα που λένε σε αυτές τις περιπτώσεις -ναι, είναι τόσο ανώριμοι-, ο πόνος είναι εκεί, οι αμφιβολίες είναι πάντα εκεί και αυτή η εικόνα δε φεύγει ποτέ από το μυαλό σου.

Τουλάχιστον σε όλη αυτή την κρίση είχα την πρόνοια να μη ρωτήσω περαιτέρω λεπτομέρειες, απλώς επειδή ήξερα ότι μαθαίνοντάς τες απλώς θα έκανα περισσότερο κακό στον εαυτό μου.

Αισθανόμουν ήδη αρκετά προδομένη για να μάθω και τις λεπτομέρειες της προδοσίας. Γιατί περί προδοσίας πρόκειται: προδίδει τα φιλιά σου, προδίδει τα ερωτόλογα που του έχεις πει, προδίδει τα ερωτόλογα που μέχρι τώρα έλεγε μόνο σ’ εσένα και τώρα τα λέει σε κάποιαν άλλη, προδίδει τις πιο ιδιαίτερες στιγμές σας μοιραζόμενος αυτά που ανήκουν μόνο σ’ εσένα με κάποια άλλη, προδίδει την εμπιστοσύνη σου, προδίδει τον καναπέ σας, το σπίτι σας, ό,τι έχεις και δεν έχεις δηλαδή μ’ αυτόν τον άνθρωπο. Γιατί μέχρι χθες υπήρχατε μόνο εσείς οι δύο. Και ξαφνικά μπήκε στο μικρόκοσμό σας και ΑΥΤΗ.

Τι φταίει που με κεράτωσε;

Φυσικά, την ευθύνη για όλα όσα έγιναν -και για όσα ακολούθησαν- την είχε κυρίως ο Μπάμπης. Δευτερευόντως εγώ, που δεν κατάλαβα από την αρχή πως τελικά δεν επρόκειτο να τον συγχωρήσω, οπότε έπρεπε να τον χωρίσω, και που δε χώρισα -όπως κατάλαβα με τον καιρό- κυρίως για να αποδείξω στον εαυτό μου πως ο Μπάμπης με ήθελε ακόμα, πως ο Μπάμπης προτιμούσε εμένα από εκείνη και πως ο Μπάμπης ήταν όντως ερωτευμένος μαζί μου. Εγώ πάντως δε νομίζω πως εξακολουθούσα να είμαι ερωτευμένη μαζί του, κάτι έσπασε διά παντός.

Διαλύθηκε το παραμυθάκι μου πως βρήκα επιτέλους το έτερόν μου ήμισυ, τον άνθρωπο με τον οποίο θέλουμε τα ίδια πράγματα και είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε ο ένας στον άλλο τα πάντα, η συναισθηματική ασφάλεια που αισθανόμουν πως η σχέση αυτή μού πρόσφερε, η φούσκα της τέλειας σχέσης, η ροζ ζαχαρένια απροβλημάτιστη καθημερινότητά μου μέχρι τότε, νια νια, νια, νια…

Δεν μπορώ όμως να μη ρίξω ευθύνες και σ’ εκείνη, που προκειμένου να ικανοποιήσει τη γυναικεία της φιλαρέσκεια και να αποδείξει στον εαυτό της ότι είναι ικανή να «κλέψει» τον άντρα μιας άλλης μπαίνει στο σπίτι Σου, αράζει στον καναπέ Σου και ζει τη δική Σου ζωή. Γιατί αφού, κυρά μου, το ξέρεις πως ο Μπάμπης είναι με άλλη γυναίκα, και μάλιστα μένει και μαζί της -κι αν δεν το ήξερε (που το ήξερε, καθ’ ότι γνωστή), θα το καταλάβαινε και μόνο από τα ποτ πουρί στο τραπεζάκι του καθιστικού-, με τι θράσος πας και μπαίνεις σπίτι Της να κυλιστείς με τον άντρα Της στα φρεσκοπλυμένα -από εκείνη- σεντόνια Της; Αυτό χρειάζεται ειδική ψυχολογία, την ψυχολογία της τσουλάρας δηλαδή.

Επιμένω στη χρήση κτητικών, καθ’ ότι κάθε κέρατο είναι μια μορφή καταπάτησης της ιδιοκτησίας σου, κάτι που κανένα ον δεν ανέχεται. Κι αν δε με πιστεύεις, προσπάθησε να πάρεις το κόκαλο ενός σκύλου από το στόμα του. Έτσι, επί δύο μήνες όταν ξύπναγα καθάριζα το σπίτι, γιατί αισθανόμουν πως είχε μπει κάποιος ξένος, κάποιος κλέφτης, και μου το είχε βρομίσει. Και κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, έπλαθα με τη φαντασία μου τι ακριβώς έπρεπε να της είχα κάνει.

Να την πιάσω από το μαλλί, να την κλοτσήσω για να κατέβει τις σκάλες κουτρουβαλώντας, να της δώσω τα δόντια στο χέρι, να της πετάξω τη βαλίτσα στα μούτρα και να της τα πω κι ένα χεράκι, για να την ξεφτιλίσω τελείως στα μάτια του. Και μετά κοιμόμουν ικανοποιημένη τον ύπνο του δικαίου.

Εντάξει, την καταπατήτρια την κανονίσαμε. Γιατί όμως το κέρατο εξακολουθούσε να με πονάει τόσο, παρ’ ότι είχε περάσει τόσος καιρός; Και το χειρότερο, γιατί με θύμωνε ακόμα τόσο; Γιατί ο θυμός δεν έφυγε ποτέ, έμεινε ακόμη και αφού χώρισα από τον Μπάμπη. Θυμός που, αντί να ξεσπάσει κυρίως εκεί όπου έπρεπε, ξεσπούσε οπουδήποτε αλλού: στους ταξιτζήδες, στους περιπτεράδες, στο γραφείο, στο γάτο μου. Μέχρι που κατάλαβα πως είχα θυμώσει κυρίως μαζί μου, γιατί πίστεψα πως για όλο αυτό την κύρια ευθύνη την είχα εγώ.

Γιατί πίστευα πως με κεράτωσε γιατί εγώ ήμουν πολύ λίγη, γιατί είχα πάρει δύο κιλά τελευταία, γιατί δεν μπορούσα να τον ικανοποιήσω, γιατί δεν μπορώ να κρατήσω άντρα πιστό σ’ εμένα, με κεράτωσε γιατί ήμουν άχρηστη και πολύ λίγη ως γυναίκα. Μέχρι που με το χρόνο κατάφερα να ξαναβρώ τον αυτοσεβασμό και την αυτοπεποίθησή μου. Και κατάλαβα πως με κεράτωσε γιατί αυτός ήταν πολύ λίγος.

Να τον συγχωρήσω;

Αυτό είναι δική σου απόφαση και κανείς δεν μπορεί να σου πει τι θα κάνεις. ‘Aντε και τον συγχώρεσες. Το δύσκολο όμως είναι να το ξεχάσεις. Τι κάνεις;

  • Δε ρωτάς λεπτομέρειες της σεξουαλικής τους επαφής.
  • Δε ρωτάς λεπτομέρειες για το πού τη γνώρισε, τι της είπε και πώς την έριξε.
  • Δε ρωτάς πώς τη λένε και πού μένει (για να μην μπεις στον πειρασμό να περάσεις μια βόλτα να της τα πεις κατ’ ιδίαν).
  • ΔεN τον ρωτάς αν τη βρίσκει πιο όμορφη από σένα, πιο σέξι, πιο ερωτική.
  • ΔεN τον ρωτάς αν είναι καλύτερη στο κρεβάτι από σένα.
  • ΔεN του το κοπανάς σε κάθε ευκαιρία.
  • ΔεN ξαναμιλάς μαζί του για το θέμα ποτέ.
  • ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ να του ξαναδείξεις την εμπιστοσύνη που του είχες.
  • ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ να μην μπεις στον πειρασμό να τον κερατώσεις κι εσύ, για να πάρεις το αίμα σου πίσω.
  • ΚΑΝΕΙΣ υπομονή, για όλα χρειάζεται χρόνος.
Προηγούμενο άρθροΩραίος καιρός σήμερα, ε;
Επόμενο άρθροRenault 5 Turbo vs Clio RS
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας