Αμοιβές (και κίνδυνοι) στην Ανατολική Ευρώπη

Μετά τα γεγονότα με τη Yukos και την VimpelCom, η ψυχολογία όσον αφορά τις ρωσικές μετοχές χαρακτηρίζεται από επιφύλαξη. Υπάρχουν όμως αρκετοί λόγοι να περιμένουμε περαιτέρω κέρδη από τη Ρωσία και τις γειτονικές της αναδυόμενες οικονομίες της Ευρώπης στο 2004. Το ζήτημα στην εφετινή χρονιά είναι κατά πόσον οι αμοιβές αξίζουν τον επενδυτικό κίνδυνο που διακρίνει την περιφέρεια.

Η ελκυστικότητα των αναπτυσσόμενων οικονομιών της Ευρώπης στηρίζεται σε τρία βασικά σημεία: το δυνατό εθνικό νόμισμα, τη δυνατότητα οικονομικής ανάπτυξης καλύτερης από τον μέσο όρο και το γεγονός ότι οι μετοχές είναι αρκετά υποτιμημένες σε σχέση με άλλες αγορές. Καθώς η χρονιά που διανύουμε θα είναι αρκετά δύσκολη για τις ανεπτυγμένες αγορές, υπάρχουν αρκετά επιχειρήματα που δείχνουν στην κατεύθυνση του ανοίγματος στις αναδυόμενες της Ευρώπης.

Να θυμίσουμε για την υπόθεση της VimpelCom, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρία ασύρματης τηλεφωνίας στη Ρωσία, ότι έχει βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας εξαιτίας διαμάχης με την εποπτική αρχή, η οποία έχει θέσει εν αμφιβόλω το δικαίωμα της VimpelCom να πωλεί υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας στη Μόσχα. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η διαμάχη είναι πολιτικής φύσεως και σχετίζεται με τη διαμάχη ανάμεσα στον μεγαλύτερο μέτοχο της VimpelCom, τον Μιχαήλ Φρίντμαν, και τον βασικό μέτοχο ανταγωνιστικής τηλεπικοινωνιακής εταιρίας.

Πολλοί αναλυτές αναφέρουν στην εφημερίδα International Herald Tribune ότι τα ζητήματα Yukos και VimpelCom αποπροσανατολίζουν το επενδυτικό ενδιαφέρον από τα στοιχεία που έχουν πραγματική σημασία για τη ρωσική αγορά. Και τονίζουν ότι οι μακροοικονομικές δυνατότητες της χώρας, που έχει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στον πλανήτη και ογκώδες πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, είναι πολύ καλές. Προτείνουν δε τη Mobile TeleSystems ως ένα «καθαρό» παιχνίδι για επένδυση στον ρωσικό τηλεπικοινωνιακό κλάδο, καθώς η εταιρία δεν έχει τα ιδιοκτησιακά προβλήματα της VimpelCom.

Για τις αγορές της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, που διακρίνονται μεταξύ των αναδυόμενων στα χαρτοφυλάκια των διεθνών επενδυτών, η εύνοια δεν είναι τόσο ευδιάκριτη όσο για το ρωσικό χρηματιστήριο. Για την Ουγγαρία, η πλειονότητα πιστεύει πάντως ότι οι δυνατότητες ανταμοιβής είναι περισσότερες από τους κινδύνους, που αφορούν κυρίως την πορεία του εθνικού νομίσματος.

Για την Πολωνία, ο οίκος που τρέφει τις μεγαλύτερες ελπίδες είναι η J. P. Morgan, η οποία θεωρεί ότι η πολωνέζικη οικονομία είναι η πιο ανθηρή στην Kεντρική Ευρώπη. Η Thamer River συστήνει υπερ-στάθμιση στην Πολωνία και την Τσεχία, καθώς και οι δύο προβλέπεται να ευνοηθούν από τη μεγάλη αύξηση των εξαγωγών και τα χαμηλά επιτόκια. Στις επιλογές των διαχειριστών ξεχωρίζουν η Telekomunikacja Polska και η Cesky Telecom, που θεωρούνται υποτιμημένες.

Η Τουρκία, η καλύτερη αγορά του προηγούμενου τριμήνου, εξακολουθεί να προσελκύει επενδύσεις. Θεωρείται πως η χώρα έχει εισέλθει σε έναν κύκλο μείωσης των επιτοκίων, ενδυνάμωσης του εθνικού νομίσματος και μείωσης του πληθωρισμού, που προοιωνίζονται δυναμική οικονομική ανάπτυξη. Από τις κορυφαίες επιλογές των διαχειριστών είναι η Enka Insaat, κατασκευαστική εταιρία η οποία αναλαμβάνει δουλειές για τον αμερικανικό στρατό και προβλέπεται να ευνοηθεί με την ανοικοδόμηση του Ιράκ.

Παρά την αισιοδοξία για την περιφέρεια, λίγοι διαχειριστές κεφαλαίων περιμένουν πάντως ότι τα αναπτυσσόμενα χρηματιστήρια της Ευρώπης θα προσφέρουν εφέτος τις ίδιες αποδόσεις με το 2003. Κορυφαίος αναλυτής της J. P. Morgan αναφέρει ότι οι αποδόσεις θα περιοριστούν και η χρονική στιγμή θα συμπέσει με την έναρξη αύξησης των επιτοκίων στις ΗΠΑ. Πιστεύει ότι οι αποδόσεις της περιοχής στην εφετινή χρονιά θα κινηθούν στην κλίμακα του 20% με 40%.