Ανεκπλήρωτος έρωτας που μας στοιχειώνει

Ανεκπλήρωτος έρωτας που μας στοιχειώνει

Άρθρο της θέτιδας Παπαδοπούλου.

Το σπίτι των πνευμάτων. Όλες έχουμε μείνει για λίγο σε αυτό. Εκεί περάσαμε τις πιο απίστευτες στιγμές της ζωής μας, αλλά με έναν άντρα που ελάχιστα γνωρίζαμε στην πραγματικότητα. Γιατί όλες έχουμε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα που μας στοιχειώνει.

O πιο παράξενος χωρισμός μού συνέβη όταν ήμουν 23. Ήταν μια σχέση χωρίς ζήλιες, χωρίς απιστίες, χωρίς ανταγωνισμούς. Για την ακρίβεια, ήταν η πρώτη φορά που είχα μια ολοκληρωμένη, ήρεμη, συντροφική και τρυφερή σχέση. Κανείς δεν περίμενε αυτό το τέλος: εμένα με τα σακ βουαγιάζ στα χέρια, στα καλά καθούμενα, να τον περιμένω να γυρίσει στο σπίτι για να τον αποχαιρετήσω.

Άνοιξε την πόρτα, κοίταξε μια εμένα, μια τα σακ βουαγιάζ κι έμεινε έτσι, παγωμένος, στο κεφαλόσκαλο. «Φεύγω» του είπα ήρεμα. «Δεν μπορώ να συνεχίσω. Νιώθω ότι σε κοροϊδεύω, νιώθω ότι κοροϊδεύω κυρίως τον εαυτό μου». Δεν είπε τίποτα απολύτως, μόνο κοίταζε εξεταστικά το πρόσωπό μου, να πιάσει μια γκριμάτσα, ένα σπάσιμο γύρω από το στόμα, ένα τρεμούλιασμα στα χείλη μου, που θα έδειχνε ότι από μέσα μου γελούσα, που θα πρόδιδε ότι έκανα πλάκα, ναι, δεν μπορεί, σίγουρα έκανα πλάκα και σε λίγο θα κυνηγιόμασταν στο σαλόνι, όπως συνήθως.

«Είμαι ερωτευμένη με άλλον» του είπα κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια. Τότε είπε κάτι σαν «Πως μπόρεσες και με απάτησες;». Αλλά δεν τον είχα απατήσει. Άραγε ο άλλος ήξερε; Ήξερε εκείνο το βράδυ ότι είχα χωρίσει από τη μακροχρόνια σχέση μου γιατί δεν μπορούσα να τον βγάλω από το μυαλό μου; Ήξερε ότι ήμουν βαθιά ερωτευμένη μαζί του; Κυρίως, ήξερε ότι υπάρχω;

It’s just an illusion

Η ιστορία μου με τον Ν. ξεκινάει από πολύ παλιά. Από τα 21 μου. Δούλευα τότε σε ένα περιοδικό μόδας. Καθόμουν με τα πόδια πάνω στο γραφείο μασώντας τσίχλα και ξεφυλλίζοντας τις Vogue του κόσμου. «Ήρθαν τα αγόρια για τη φωτογράφηση» άκουσα μια φωνή και πετάχτηκα. «Να σου συστήσω τον…». Διάολε, γιατί δεν καθόμουν λίγο πιο θηλυκά; Προσπάθησα να σηκωθώ και άπλωσα το χέρι. Και το άπλωνα και το άπλωνα και το άπλωνα…

Πρέπει να πήρε μιάμιση ώρα για να αγγίξει το χέρι μου το δικό του, όσο κρατούν και οι ταινίες. Σε όλο αυτό το διάστημα παιζόταν ένα ’70s σάουντρακ και οι σκηνές πήγαιναν μια μπρος, μια πίσω στο μυαλό μου, μια το αγόρι και το κορίτσι να τρέχουν στην παραλία αγκαλιασμένοι, μια να παντρεύονται σε ένα ξωκλήσι και μια πίσω στην αρχή της γνωριμίας τους, όταν κοιτάχτηκαν κι οι δυο αμήχανοι και άπλωσαν τα χέρια. Τι μου συνέβαινε; Τον ήξερα από άλλη ζωή; Ή απλώς τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα;

Η φωτογράφηση έγινε κανονικά. Δεν τρέξαμε σε καμία παραλία και δεν παντρευτήκαμε στο τέλος. Για την ακρίβεια, δεν ζήτησα καν το τηλέφωνό του. Oύτε κι εκείνος το δικό μου. Κολλήσαμε κι οι δυο το βλέμμα στα παπούτσια μας κι είπαμε ξεψυχισμένα: «Γεια, χάρηκα». Τον συνάντησα ξανά ένα χρόνο μετά. Τυχαία, στο δρόμο. Κατέβαινε την Αλεξάνδρας με ένα σέξι κορίτσι δίπλα του. Μόλις με είδε, έκανε κάτι παλαβά. Σταμάτησε απότομα μπροστά μου, ύστερα είπε «Συγνώμη», πήγε να μου πιάσει το χέρι, έκανε να γελάσει, γύρισε απότομα το κεφάλι από την άλλη πλευρά κι άρχισε να τρέχει σχεδόν. Το κορίτσι τού φώναζε «Τι έπαθες; Περίμενε» και τότε μόλις συνειδητοποίησα ποιος είναι.

Λίγους μήνες αργότερα έπεσα πάλι τυχαία πάνω του, σε ένα κλαμπ. Με είχε πάει εκεί ένας γνωστός μου. «Να σου γνωρίσω το φίλο μου τον…» μου είπε και όταν γύρισα το κεφάλι, έμεινα πάλι παγωτό. Oύτε κι εκείνος κατάφερε να πει τίποτα. Oύτε καν «Χαίρω πολύ» ούτε «Μα γνωριζόμαστε». Έκανε όλο ότι πήγαινε μέχρι το μπαρ να πιει κάτι και στριφογύριζε γύρω μου χωρίς να μου μιλάει. Δεν με πείραζε πια. Είχα βρει το σύνδεσμο για να έρθω κοντά του.

Ένας έρωτας αρχίζει;

O κοινός μας γνωστός με συμβούλευσε από την αρχή να μην κάνω τίποτα μαζί του. Μου έλεγε ότι ο Ν. ήταν «heart breaker». Ξέρει πολύ καλά τη γοητεία που ασκεί στο γυναικείο φύλο και δεν χαρίζεται σε καμία. Μου έλεγε όμως ότι ήταν πολύ ταλαντούχος -εκτός από μοντέλο ήταν και τραγουδιστής-, ότι είχε πάθος για τη ζωή, ότι ήταν άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα και καλό γούστο. Τότε νομίζω έφτιαξα το μύθο του. Τον έπλασα στη φαντασία μου ως τον πιο ποθητό άντρα του κόσμου. Εκείνον που όλες θέλουν, αλλά τελικά καμία δεν μπορεί να τον έχει. Τον μίσησα γι’ αυτό. Και αποφάσισα να τον τιμωρήσω.

Αν δεν είχα πάρει εκείνο το σνομπ ύφος, ίσως τα πράγματα να είχαν πάρει άλλη τροπή. Ίσως να μην τον είχα κάνει να με ντρέπεται. Γιατί την επόμενη φορά που συναντήθηκα μαζί του, πάλι μέσω του κοινού γνωστού μας, εκείνος μου έδειξε ολοκάθαρα ότι του άρεσα. «Μήπως είσαι τύπος Όπου Κάτσει;» τον ρώτησα επιθετικά. Κοκκίνισε και δεν μου ξαναμίλησε. Ατέλειωτα βράδια ανέλυα την περίπτωσή του. Μήπως ο Ν. δεν ήταν καθόλου έτσι τελικά; Μήπως του προκαλούσα κι εγώ το ίδιο ακριβώς τρακ που προκαλούσε και εκείνος σε εμένα; Αν ναι, είχα κάνει την κατάσταση μη αναστρέψιμη.

Oι επόμενες συναντήσεις μας έμοιαζαν με ταινία του Πίτερ Σέλερς. Ερχόταν εκείνος να μιλήσει στην παρέα μου, έφευγα εγώ. Πήγαινα εγώ να μιλήσω στην παρέα του, έφευγε εκείνος. Δεν αντέχαμε ο ένας την παρουσία του άλλου. Άλλα βράδια τον έβλεπα να έχει άλλο ύφος, να μου έχει συγχωρήσει την απόρριψη. Αλλά ενώ κατάφερνε να έρθει κοντά μου κι εγώ άφηνα ένα ξέπνοο «ναι;», δεν μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα. Τον έβλεπα που όλο διόρθωνε τα μαλλιά του όταν με συναντούσε.

Όπως άλλες φορές, που δεν περίμενα να τον συναντήσω, που έπιανα εμένα να τρέχω ξαφνικά στην τουαλέτα, να φτιάξω τα δικά μου μαλλιά. Αλλά ήταν την ώρα που εκείνος είχε αποφασίσει να μου μιλήσει επιτέλους, οπότε έτρεχε πίσω μου κι όταν έβλεπε ότι έμπαινα στις τουαλέτες, έκανε δήθεν ότι κάτι άλλο ήθελε εκεί γύρω – «Ξέχασα να σας αφήσω τιπ» είχε πει κάποτε στην κυρία που καθάριζε. Κάποτε σταμάτησαν αυτά τα παιχνίδια και οι προσπάθειες προσέγγισης. Αν τύχαινε να συναντηθούμε, καθόμασταν και κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο από απόσταση μες στα μάτια. Για επτά χρόνια συνολικά.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έκανα, φυσικά, σχέσεις. Τη μία μόνο διέλυσα εξαιτίας του. Στα επόμενα αγόρια έλεγα απλώς την ιστορία, μήπως μπορέσουν και με συνεφέρουν. Είχα πια πειστεί ότι θα κουβαλούσα εφ’ όρου ζωής στην ψυχή μου έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Κι αυτό με στοίχειωνε.

Δεν είμαι εγώ αυτή

O παιδικός μου φίλος ο Ντίνος, που είναι μεγαλύτερος από μένα, μου είχε πει κάτι σοφό. Ένα απόγευμα αναπολούσε τα κορίτσια της ζωής του και σκεφτόταν πόσο ερωτευμένος ήταν όταν τις γνώριζε και πώς ένιωθε για εκείνες λίγο πριν τις αφήσει. «Μην κοιμηθείς με όλους τους άντρες που σου αρέσουν. Άσε έναν» μου είπε. «Αυτός θα είναι ο πρίγκιπας, ο ιδανικός, ο άντρας που είναι πλασμένος για σένα και θα τον θέλεις εφ’ όρου ζωής, χωρίς ποτέ να τον απομυθοποιήσεις, να τον βαρεθείς ή να τον ξεχάσεις. Αυτός θα είναι το όνειρο, το άπιαστο, ο αιώνιος, απόλυτος έρωτάς σου».

Αλλά τον καιρό που ο Ντίνος με συμβούλευε για αιώνιους έρωτες, εγώ υπέφερα από ερωτική εμμονή και δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει. Περπατούσα στο δρόμο και ένιωθα ότι εκεί κοντά ήταν ο Ν. και με παρακολουθούσε.

Έβγαινα το πρωί στο μπαλκόνι μου να πιω καφέ κι έβλεπα ένα αμάξι παρκαρισμένο και στη θέση του οδηγού εκείνον να με κοιτάζει. Σάστιζα, αυτός καταλάβαινε ότι τον είχα δει, έβαζε μπροστά και μέχρι να κατέβω τα σκαλιά με τις πιτζάμες, είχε φύγει. Τον έβλεπα ξαφνικά σε εστιατόρια όπου πήγαινα να φάω με τις φίλες μου να με κοιτάζει αμίλητος. «Τον βλέπεις;», έλεγα στην κολλητή μου και της έπιανα το χέρι, «εκεί είναι». «Ειρήνη», μου έλεγε πάντα εκείνη, «το τραπέζι αυτό είναι άδειο, ηρέμησε». Oι φίλοι μου προσπάθησαν πολλές φορές να με συνεφέρουν. Μου είπαν να ξεκολλήσω, μου είπαν να δω έναν ειδικό, μου είπαν να πάω ένα ταξίδι να συνέλθω. Τα έκανα όλα.

Αλλά το πρόσωπό του ήταν πάλι σε όλες τις αισθηματικές ταινίες, σε όλα τα όνειρά μου και σε όλα τα αγόρια που γνώριζα. «Μου θυμίζεις κάποιον» ξεκινούσα να λέω, αλλά μόλις εκείνοι γύριζαν ανφάς, είχα αλλάξει γνώμη απογοητευμένη. Πολλές φορές στις σχέσεις μου έπιανα τον εαυτό μου να τον φαντασιώνεται ή να σκέφτεται «O Ν. δεν θα μου το έκανε ποτέ αυτό», «O Ν. δεν θα μου μιλούσε έτσι» ή «O Ν. θα με αγκάλιαζε τώρα». Άλλες φορές, που σκεφτόμουν γιατί δεν μπορούσα να τον έχω, γιατί όλα ήταν τόσο δύσκολα με αυτόν, έσπαζα πράγματα στους τοίχους ουρλιάζοντας.

Τα βράδια ξεχνιόμουν και του μιλούσα δυνατά. Ήταν μαζί μου σε όλες τις κρίσεις άγχους μου, σε όλες τις μοναξιές μου, σε όλους τους χωρισμούς μου, σε όλα τα πρωτοχρονιάτικα δείπνα. «Αυτόν το χρόνο ας είμαστε μαζί» ευχόμουν συνήθως. Άλλες φορές έφερνα την εικόνα του στην πολυθρόνα του σαλονιού, απλώς για να τον ρωτήσω τι να φορέσω απόψε ή για το τι πίστευε ότι έπρεπε να μαγειρέψω στους καλεσμένους – «μας» του έλεγα. Έτσι ο Ν., ένας άντρας που στην πραγματικότητα δεν τον γνώριζα καθόλου, έγινε η πιο μακροχρόνια σχέση της ζωής μου και ο πιο πιστός μου σύντροφος.

Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς

Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκεφτόταν για μένα εκείνος όλα αυτά τα χρόνια. Αν με έβλεπε σαν κάποια τρελή ή σαν κάποια υπερβολικά ντροπαλή. Μία φορά μόνο, θυμάμαι, αποφάσισα να δώσω ένα τέλος σ’ αυτή την ιστορία. Να βγω μαζί του, να του κάνω ερωτική εξομολόγηση, να κάνουμε σεξ, να μην πεθάνω μ’ αυτό το απωθημένο. Πήρα το τηλέφωνό του από εκείνον τον κοινό γνωστό μας. Έκανα δεκάδες πρόβες πριν σχηματίσω τον αριθμό του. «Ναι; Η Ειρήνη είμαι. Το κορίτσι που φλερτάρουμε εδώ και χρόνια. Μήπως θέλεις να βγούμε;». Όταν άκουσα τη φωνή του στην άλλη γραμμή, ένιωσα τα γόνατά μου να λύνονται. Κι εκείνος τα έχασε. «Ναι, να βγούμε, θα σε πάρω εγώ» απάντησε. Αλλά δεν το έκανε ποτέ.

Αντί γι’ αυτό, από εκείνο το βράδυ και για τρία χρόνια κάποιος με έπαιρνε τηλέφωνο και το έκλεινε μόλις απαντούσα. Και κάθε μέρα έβρισκα στον τηλεφωνητή υπέροχα τραγούδια – ποτέ το ίδιο, πάντα ένα καινούριο. Δεν ήθελε πραγματικά να βγει μαζί μου γιατί του άρεσε απλώς αυτό το παιχνίδι ή μήπως δεν βρήκε ποτέ το κουράγιο; Πριν ένα μήνα μάς ξανασύστησαν. Πέμπτη φορά μας σύστηναν. Ήταν στο πάρτι μιας φίλης μου. Άπλωσα το χέρι, που έτρεμε ξανά όπως την πρώτη φορά, άπλωσε κι εκείνος το δικό του κι άρχισε πάλι να παίζει εκείνο το ’70s κομμάτι, όπου το αγόρι και το κορίτσι τρέχουν στην παραλία, αλλά αγκαλιάζονται κλαίγοντας τώρα. «Νομίζω ότι είμαι ερωτευμένος μαζί σου» μου είπε.

Κατέβασε το βλέμμα αμήχανος κι έφυγε γρήγορα για την παρέα του, χωρίς να προλάβω καν να αρθρώσω κάτι. Έμεινα αποσβολωμένη και τον κοίταζα. Να έτρεχα πίσω του και να του έλεγα «Κι εγώ!»; Να τα φτιάχναμε; Να ζούσαμε όπως όλοι οι υπόλοιποι ερωτευμένοι; Κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι όπως τον έχω φτιάξει στο μυαλό μου; Όχι, δεν θα το άντεχα. Χρειάζομαι να πιστεύω σε έναν άντρα. «Καλύτερα έτσι τα πράγματα, καλύτερα εκείνος να είναι μόνο το όνειρο» σκέφτηκα κι έμεινα ένα ακόμη βράδυ να τον κοιτάζω.

Τότε μόνο κατάλαβα γιατί δεν με είχε πάρει ποτέ τηλέφωνο να βγούμε. Στο μυαλό μου βέβαια, ζήσαμε ευτυχισμένοι μαζί για πολλά χρόνια και για πολλές διαφορετικές ζωές. Κάναμε τρία παιδιά. Τρώγαμε φιστικοβούτυρο πάνω σε ζεστό ψωμί τα πρωινά. Ταξιδέψαμε όλο τον κόσμο. Κάναμε κι οι δυο απόπειρα αυτοκτονίας – ο ένας για τον άλλον. Τα λέω όλα αυτά στα αγόρια μου όταν με βρίσκουν, μια μέρα, ξαφνικά, να τους περιμένω στο σπίτι με τις βαλίτσες στο χέρι, γιατί εκείνος μου έγινε πάλι εμμονή. «Κι αυτή είναι μια ιστορία αγάπης που δεν υπήρξε ποτέ» καταλήγω και ήρεμη πια αδειάζω ξανά τις βαλίτσες και βάζω τα πράγματά μου πίσω στη θέση τους.

Τι τρέχει με τους ανεκπλήρωτους έρωτες;

Oι άνθρωποι πάντα θέλουν αυτό που δεν έχουν. Ακόμη κι ένας γκέι, που έφηβος έκανε τεράστια επανάσταση απέναντι στην κοινωνία για να απελευθερώσει τη σεξουαλικότητά του, στα εξήντα του μπορεί να πει: «Τελικά το μεγαλύτερο λάθος που έκανα στη ζωή μου είναι που δεν παντρεύτηκα και δεν έκανα παιδιά». Γιατί γι’ αυτόν τα παιδιά ήταν το άπιαστο. Το Dream Boy μπορεί να είναι ένας ηθοποιός, ένας τραγουδιστής, ο άντρας μιας άλλης γυναίκας ή ο εφηβικός σου, ανεκπλήρωτος έρωτας. Ναι, είναι σίγουρα καλύτερος απ’ όλους όσους γνώρισες. Απλώς, γιατί ποτέ δεν τον είχες.

Ξεπέρασε το

Απομυθοποίησε τον. Σκέψου τον ακόμη και στην τουαλέτα, αν αυτό βοηθάει. Την επόμενη μέρα πήγαινε και μίλησέ του. Ζήτησέ του να βγείτε. Μην κάνεις σαν αυτιστικό στο ραντεβού και σου πέφτουν μαχαιροπίρουνα και ποτήρια από τα χέρια. Ξανασκέψου τον στην τουαλέτα για να χαλαρώσεις. Φλέρταρέ τον. Τουλάχιστον πες του την αλήθεια, ότι συμπεριφέρεσαι παράξενα γιατί σου αρέσει τόσο πολύ. Δεν είναι καλό να ζεις με απωθημένα. Το χειρότερο είναι να ζεις ξέροντας ότι δεν προσπάθησες ποτέ να έρθεις κοντά σε εκείνον που σου άρεσε. Αν φας χυλόπιτα, μικρό το κακό. Μερικές φορές πρέπει να τα χάσεις όλα για να βρεις το δρόμο σου. Μόλις χάσεις κάθε ελπίδα για τον ανεκπλήρωτο έρωτά σου, πίστεψέ με, θα βρεις το δρόμο σου – κι έναν άλλο άντρα εκεί που θα σε περιμένει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας