Αρματολοί και Κλέφτες: Πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία

Αρματολοί και Κλέφτες: Πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης και στυγνής τουρκικής κατάκτησης o υπόδουλος Ελληνισμός αντιστάθηκε στηριζόμενος στους ανυπότακτους ένοπλους: τους κλέφτες και τους αρματολούς. Οι δύο θεσμοί ξεκίνησαν από διαμετρικά αντίθετη βάση, αφού αποστολή των αρματολών ήταν η δίωξη και η εξόντωση των κλεφτών. Στην πορεία των αιώνων όμως συναντήθηκαν και ταυτίστηκαν, προσφέροντας στο γένος τη βασική προ ̧πόθεση για την αποτίναξη της δουλείας: εμπειροπόλεμους και σκληροτράχηλους μαχητές…

Ένοπλοι Έλληνες εμφανίστηκαν να δρουν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ηταν αυτοί που οι πηγές της εποχής, κυρίως βενετικές, ονόμασαν “στρατιώτας” και πολέμησαν ανεξάρτητοι ή εντός των βενετικών δυνάμεων κατά των Οθωμανών Τούρκων.

Οπωσδήποτε οι “στρατιώται” θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι πρόδρομοι των κλεφτών και των αρματολών. Τον πρώτο αιώνα της οθωμανικής κατάκτησης ήταν ουσιαστικά οι μόνοι ένοπλοι μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων και η επιλογή τους να πολεμούν δίπλα στους Βενετούς, κατά τη διάρκεια των μεγάλων βενετοτουρκικών πολέμων του 16ου αιώνα, τους προσέφερε στρατιωτική εκπαίδευση και πείρα. Από τα βενετικά έγγραφα της εποχής διαφαίνεται όμως και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό:

Οι “στρατιώται” δεν εντάχθηκαν στις δυνάμεις της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας αποκλειστικά για λόγους βιοπορισμού και με συνείδηση μισθοφόρου. Στο πρόσωπο της Βενετίας, που κυριαρχούσε σε πολλές περιοχές του Ελληνισμού (Πελοπόννησο, Κρήτη, Κύπρο και αλλού), οι πρώτοι ένοπλοι του υπόδουλου γένους είδαν έναν αντιπαθητικό και προσωρινό, πλην όμως πολύτιμο σύμμαχο προς αναχαίτιση της οθωμανικής προέλασης και προβολή αντίστασης.

Σώζεται από κάποια πηγή η προτροπή ενός αρχηγού “στρατιωτών” με το όνομα Θωμάς, που έδρασε γύρω στο 1550. Αυτός οδηγούσε τους άνδρες του στις μάχες κατά των Τούρκων, εμψυχώνοντάς τους με τα λόγια “Ελλήνων εσμέν παίδες, και βαρβάρων σμήνος ου πτοούμεθα”.

Οι αναφορές κατά το διάστημα 1500-1550 περιέγραψαν με τέτοιον τρόπο τους “στρατιώτας”, ώστε να συμπεραίνεται με ασφάλεια πως ήταν οι φυσικοί πρόγονοι των κλεφτών και των αρματολών. Χαρακτηρίζονταν λιτοδίαιτοι, σκληροτράχηλοι κα συνηθισμένοι στην πολεμική ζωή. Ηταν άριστοι ιππείς και εξίσου ικανοί ως πεζοί μαχητές.

Ο οπλισμός τους, συχνά αυτοσχέδιος και ελαφρύς, απείχε από τα δυτικά (φραγκικά) πρότυπα του ύστερου μεσαίωνα. Σε αντίθεση με τους βαρυφορτωμένους ιππότες, οι Ελληνες “στρατιώται” έφεραν έναν μάλλον ελαφρύ θώρακα και ουδέποτε περικεφαλαία. Ο οπλισμός τους περιοριζόταν σε ένα δόρυ (αργότερα ξίφος), ένα μαχαίρι και, επικουρικά, σφενδόνη ή ρόπαλο.

Οι “στρατιώται” δεν ενεργούσαν απαραίτητα υπό τις σημαίες των Βενετών. Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα συχνά λειτούργησαν αυτόνομα, προχωρώντας σε εξεγέρσεις ή συνεχή πόλεμο φθοράς κατά των νέων κατακτητών, των Οθωμανών Τούρκων. Γνωστότερες οικογένειες “στρατιωτών”, στις οποίες διατηρούντο ευλαβικά η κληρονομικότητα στη μεταβίβαση της πολεμικής τέχνης και αξιωμάτων από γενιά σε γενιά, ήταν οι Κλαδαίοι και οι Μπούες, στην Πελοπόννησο. Γενάρχης των πρώτων ήταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς, που πρωτοστάτησε σε σειρά εξεγέρσεων, όπως και ο Πιέρρος Κλαδάς.

Το ίδιο ονομαστός υπήρξε ο οίκος Μπούα. Οι Θεόδωρος, Μερκούριος και Γκίνης ήταν οι γνωστότεροι, παράλληλα δε έφεραν και το επίθετο Γρίβας. Το 1585 ο Θεόδωρος Μπούας-Γρίβας μαζί με τους καπετάνιους Δράκο και Μαλάμο ξεσήκωσαν την Ακαρνανία και κατέλαβαν την Αρτα. Ο αγώνας εξελίχθηκε σε πολύμηνο πόλεμο φθοράς.

Τελικά οι επαναστάτες υπέκυψαν στις πολυάριθμες τουρκικές δυνάμεις που προωθήθηκαν στη δυτική Ελλάδα. Ο Θεόδωρος Μπούας τραυματίστηκε θανάσιμα μετά από μάχη με τους Τούρκους στον Αχελώο και ο αδελφός του Γκίνης φονεύθηκε.

Οι “στρατιώται” ήταν λοιπόν οι πρώτοι ένοπλοι του υπόδουλου Ελληνισμού. Στην ορεινή ενδοχώρα, από το Βέρμιο και τα Χάσια ως τον Παρνασσό και τη Γκιώνα, δημιουργήθηκαν οι πρώτοι πυρήνες ενόπλων ατάκτων: οι κλέφτες.

Κλέφτες και Αρματολοί, πως ξεκίνησαν και αναπτύχθηκαν

Η τουρκική κατάκτηση, παρά τα όσα διατείνονται τα τελευταία χρόνια οι θεωρητικοί της “ειρηνικής συνύπαρξης” και της “ανεκτικότητας της οθωμανικής διοίκησης”, διακρίθηκε από την αρχή από συγκεκριμένα βίαια χαρακτηριστικά: παιδομάζωμα, μαζικοί εξισλαμισμοί, αυθαιρεσίες πάσης φύσεως, από τις πλέον καθημερινές ως και κάποιες εξευτελιστικές. Οι πεδινοί ελληνικοί πληθυσμοί αναγκάστηκαν να δεχθούν τη νέα κατάσταση ή να αποσυρθούν στα ορεινά.

Σε αυτό συνέβαλε και ο εποικισμός των εκτεταμένων πεδιάδων της Μακεδονίας και του Θεσσαλικού κάμπου με τουρκικούς ή εκτουρκισμένους πληθυσμούς. Η περίπτωση των Κονιάρων (από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας), που εγκαταστάθηκαν στις πεδιάδες της Καρδίτσας και της Λάρισας, είναι ενδεικτική.

Οι υπόδουλοι Έλληνες οι οποίοι ήθελαν να αποφύγουν τη συμβίωση και ενδεχομένως την αφομίωση, διά του εξισλαμισμού τους, πύκνωσαν τους αραιούς πληθυσμούς της Πίνδου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα χωριά των Αγράφων αυξήθηκαν από 100 περίπου στις αρχές της τουρκοκρατίας σε 300 ως το 1530. Ιδίως στη Θεσσαλία παρατηρήθηκε εκτεταμένη διαρροή πληθυσμών προς τα ορεινά. Οι πρώτοι αυτοί ανυπότακτοι εκχέρσωναν μικρές εκτάσεις σε πλαγιές ή κοιλάδες και προσπαθούσαν με πρωτόγονα μέσα να τις καλλιεργήσουν, για να εξασφαλίσουν τη στοιχειώδη διατροφή τους.

Με τις μετακινήσεις αυτές εκτεταμένες περιοχές όπως τα Αγραφα, τα Τζουμέρκα, το Βέρμιο, ο Παρνασσός, ο Πάρνωνας και ο Ταϋγετος, έμειναν εκτός της δικαιοδοσίας των Οθωμανών. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε αμέσως μετά την άλωση της Πόλης. Οταν το 1465 τουρκικά στρατεύματα έφθασαν στη Λακωνία, δεν τόλμησαν να προωθηθούν στη Μάνη και στον Ταϋγετο. Την ίδια διστακτικότητα έδειξαν οι Τούρκοι και στη χερσόνησο του Πηλίου και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις.

Διαμορφώθηκε έτσι, σε μια διαδικασία αργού μετασχηματισμού, μια νέα πραγματικότητα, από τον Παρνασσό και την Τριχωνίδα ως τις Πρέσπες και το Βέρμιο. Ο ανυπότακτος ελληνισμός, μακριά από τα τουρκοκρατούμενα μεγάλα αστικά κέντρα, δημιούργησε δικούς του θεσμούς, και ζωή. Μέσα σε αυτό τον χώρο γεννήθηκαν οι κλέφτες, που έφεραν την παλαιά κληρονομιά των “στρατιωτών”, χωρίς βέβαια τη στρατιωτική εκπαίδευση των τελευταίων.

Κλέφτες με την έννοια του ανυπότακτου λησταντάρτη υπήρχαν στον ορεινό ελλαδικό χώρο και πριν από την τουρκοκρατία. Το 1489 εμφανίστηκε στον Ολυμπο ο πρώτος κλέφτης, ο Καρά Μιχάλης – όπως τον ονόμασαν οι Τούρκοι – επειδή ήταν μελαψός. Στόχος των κλεφτών κατά τις επιδρομές που διεξήγαν ήταν εύποροι άνθρωποι, όπως προύχοντες ή έμποροι, ανεξάρτητα από το αν ήταν Τούρκοι ή χριστιανοί. Οι κλέφτες που λήστευαν φτωχούς χαρακτηρίζονταν “κατσικοκλέφτες” και οι άλλοι κλέφτες τούς αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση.

Στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία οι πρώτοι κλέφτες δεν έφεραν πυροβόλα όπλα, όπως άλλοι στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα – που τα εξασφάλιζαν από τους Βενετούς. Απομονωμένοι στις οροσειρές της κεντρικής Ελλάδας αναγκάζονταν και κατασκεύαζαν αυτοσχέδια όπλα, συνήθως τόξα και ξίφη. Η μαζική εγκατάστασή τους στα πέριξ της θεσσαλικής πεδιάδας όρη τούς μετέβαλε σε ανυπότακτους και σκληροτράχηλους πολεμιστές, που έμαθαν να ζουν μακριά από την εξουσία των κατακτητών.

Μέχρι το 1700 περίπου οι κλέφτες δεν απείλησαν άμεσα την οθωμανική κυριαρχία. Οι ομάδες τους παρέμεναν αυτόνομες και ολιγομελείς, αρκούμενες στο να ζουν ανυπότακτες στα όρη. Οι κλέφτες δεν είχαν αντιληφθεί μέχρι τότε τον ρόλο τους ως προασπιστών του υπόδουλου γένους, ούτε ενδιαφέρονταν να προσδώσουν εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά στη δράση τους. Περιορίζονταν απλά στο να ζουν σαν “αναρχοαυτόνομοι” και η επιβίωσή τους στηριζόταν κατά μεγάλο μέρος στη ληστεία.

Στόχος τους δεν ήταν μόνο οι Τούρκοι αλλά και οι ομοεθνείς, συχνά δε προσέβαλλαν καραβάνια πραματευτάδων. Απέφυγαν όμως, όπως προαναφέρθηκε, να ληστεύουν φτωχούς και αδύναμους.

Ταυτόχρονα με τον άτυπο θεσμό των κλεφτών δημιουργήθηκε και αυτός των αρματολών, που μπορεί να εξεταστεί ως συγγενής και παράλληλος με αυτόν των κλεφτών, όχι όμως ως ταυτόσημος. Η ιστορία των αρματολών ξεκίνησε λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, της οποίας προηγήθηκε η κατάκτηση της Θεσσαλίας από τους Οθωμανούς Τούρκους.

Εκεί ακριβώς, στους ορεινούς όγκους των Αγράφων και του Ασπροποτάμου, οι κατακτητές ίδρυσαν τα πρώτα αρματολίκια, περιοχές όπου η οθωμανική εξουσία ανέθεσε τη φύλαξη στρατηγικών σημείων (περάσματα, οχυρώσεις, φαράγγια) σε ντόπιους. Η πρακτική αυτή γενικεύτηκε καθώς οι πολεμιστές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προέλαυναν βαθιά στη βαλκανική ενδοχώρα, έχοντας την ανάγκη διασφάλισης των μετόπισθεν.

Σε πρώτη φάση ο ρόλος των αρματολών ήταν σαφώς αντίθετος με τη δράση των κλεφτών, αφού οι πρώτοι όφειλαν να διασφαλίζουν την επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων περιοχών και να προφυλάσσουν τους πληθυσμούς από τις ληστρικές επιδρομές των δεύτερων.

Τι κίνητρα είχε όμως κάποιος για να γίνει αρματολός, εισερχόμενος σε μια αναγκαστική συνεργασία με τους δυνάστες; Το βασικό ήταν πως οι αρματολοί με φιρμάνια της Υψηλής Πύλης απαλλάσσονταν από τη φορολογία, που ταλαιπωρούσε τους υπόλοιπους ραγιάδες. Παρέχοντας υπηρεσίες φύλαξης και επιτήρησης στους κατά τόπους Τούρκους στρατιωτικούς διοικητές διαφοροποιούντο από τους λοιπούς υπόδουλους, που κατέβαλαν, ιδίως οι γεωργοί, μέρος του εισοδήματός τους στον κατακτητή.

Στην πορεία και ενώ η αυτοκρατορία επεκτεινόταν ως τις παρυφές της Αυστροουγγαρίας, οι ανάγκες φύλαξης στρατηγικών σημείων αυξήθηκαν. Επρεπε να καλυφθεί μια αχανής περιοχή, το σύνολο των σημερινών Βαλκανίων. Οι σουλτάνοι έδωσαν πρόσθετη σημασία στον θεσμό των αρματολικιών ιδρύοντας νέα και πολυάριθμα, όχι μόνο στον παλαιοελλαδικό αλλά και στον σερβικό και στον βουλγαρικό χώρο.

Επιπρόσθετα στους αρματολούς, που λειτουργούσαν πλέον “επαγγελματικά”, καταβαλλόταν μισθός, που βεβαίως ποίκιλλε ανάλογα με την περιοχή και τη σπουδαιότητα του αρματολικιού, καθώς και τις προσφερόμενες υπηρεσίες.

Από τις πηγές της εποχής προκύπτει ότι κατά το διάστημα 1550-1700 τα αρματολίκια αυξήθηκαν προοδευτικά και εξαιτίας του ολοένα αυξανόμενου αριθμού των κλεφτών.

Εκείνος που παγίωσε τον θεσμό και οργάνωσε κατά τρόπο αποτελεσματικό τα αρματολίκια ήταν ο Σουλεϊμάν Α’ ο Μεγαλοπρεπής, ο οποίος ως το 1566 που κράτησε τα ηνία της αυτοκρατορίας, αντιλήφθηκε όσο κανένας πριν τη σημασία των αρματολικιών για την εσωτερική ασφάλεια. Η περίπτωση των Αγράφων υπήρξε ενδεικτική της τακτικής του.

Ο Σουλεϊμάν Α’ υπέγραψε το 1525 σημαντική συμφωνία με τους ανυπότακτους Αγραφιώτες, στην Αναύρα, κοντά στις Σοφάδες Καρδίτσας. Βάσει των συμφωνηθέντων η περιοχή έμενε αυτοδιοικούμενη και δεν επετράπη σε Τούρκους να κατοικούν εκεί. Γι’ αυτό τα όρη εκεί να ονομάστηκαν έκτοτε Αγραφα, επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν τα κατέγραφε στους καταλόγους των επαρχιών της.

Ο σουλτάνος όμως δεν αρκέστηκε στην ενίσχυση των αρματολικιών. Χρησιμοποιώντας πάντα το οικονομικό δέλεαρ οδήγησε στον εξισλαμισμό σημαντικό αριθμό Ηπειρωτών, που υπηρέτησαν με επιτυχία στις οθωμανικές δυνάμεις ως σπαχήδες (ιππείς). Ετσι δημιουργήθηκαν οι λεγόμενοι τσάμηδες, που σταδιακά εξελίχθηκαν σε πρόσθετους δυνάστες του Ελληνισμού, από τα σπλάχνα του οποίου προέρχονταν.

Αυτό που είναι αναμφισβήτητο είναι το ότι πριν από το 1680 οι αρματολοί παρέμειναν σε γενικές γραμμές πιστοί στη σουλτανική εξουσία, την οποία εξάλλου υπηρετούσαν. Στάσεις ή εξεγέρσεις κατά των Τούρκων δεν μνημονεύονται και η συμπεριφορά τους χαρακτηρίστηκε από νομιμοφροσύνη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διατήρηση των προνομίων τους.

Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται όταν εξερράγη ο μεγάλος βενετοτουρκικός πόλεμος στις αρχές του 1684. Στα δεκαπέντε χρόνια που διήρκεσε, η σύγκρουση αυτή αποδείχθηκε από τις καταστροφικότερες, με τα δεδομένα της τότε εποχής.

Οι νίκες των Βενετών επιτεύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό με βάση τη βοήθεια που έλαβαν από τους Ελληνες μαχητές. Περισσότεροι από 2.000 κλέφτες και αρματολοί συνέπραξαν μαζί τους. Ενώ ο βενετικός στόλος επιχειρούσε στα Επτάνησα, οι φημισμένοι αρματολοί Αγγελής Βλάχος και Πανάγος Μεϊντάνης ανέλαβαν δράση στα απέναντι παράλια και απελευθέρωσαν την Αιτωλοακαρνανία.

Αναφέρθηκαν και άλλες περιπτώσεις αρματολών που τάχθηκαν με τους Βενετούς, υπολογίζοντας στη βοήθειά τους για αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Το 1687 οι αρματολοί της Βοιωτίας Κούρμας και Σπανός στράφηκαν κατά των Τούρκων, τους οποίους κατατρόπωσαν σε σειρά μαχών. Σε σφοδρή σύγκρουση έξω από τη Θήβα, τον Αύγουστο του 1687, ο καπετάν Κούρμας συνέτριψε τον τακτικό τουρκικό στρατό – εκατοντάδες ήταν οι φονευθέντες Τούρκοι.

Μετά το 1700 αυξήθηκε προοδευτικά η συνεργασία αρματολών και κλεφτών. Ενα χαρακτηριστικό περιστατικό συνέβη στο Βέρμιο το 1705. Εκείνο το έτος οι Τούρκοι επεχείρησαν εκτεταμένο παιδομάζωμα στις περιοχές Βέροιας και Νάουσας, ώστε να ενισχυθούν με νέο αίμα οι γενίτσαροι.

Τότε ο ονομαστός αρματολός του Βερμίου Ζήσης Καραδήμος διαχώρισε τη θέση του από την οθωμανική εξουσία και υπερασπίστηκε τον πληθυσμό. Εναντίον του κινήθηκαν ισχυρές μονάδες του οθωμανικού τακτικού στρατού, που κύκλωσαν και εξόντωσαν τον ίδιο και τη δύναμή του, 120 περίπου αρματολούς. Η περίπτωση του Καραδήμου είχε ιδιαίτερη σημασία, καθόσον ήταν ο πρώτος αρματολός στη Μακεδονία που αψήφησε την εξουσία των κατακτητών και στασίασε.

Τα φαινόμενα αποστασιοποίησης των αρματολών γρήγορα πολλαπλασιάστηκαν, φέρνοντας σε δύσκολη θέση την αυτοκρατορία. Το 1720 ο σουλτάνος αποκήρυξε και κατάργησε πολλά σώματα αρματολών στο Παγγαίο και στη Ροδόπη, διότι η δράση τους είχε εξελιχθεί σε απροκάλυπτα αντιτουρκική.

Σταδιακά οι αρματολοί αυτονομήθηκαν και διαχώρισαν τη θέση τους από την οθωμανική εξουσία, την οποία μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα υπηρετούσαν. Ετσι ο θεσμός των αρματολών μετακινήθηκε προς αυτόν των κλεφτών. Ενώ ενισχυόταν η εθνική αυτογνωσία των υπόδουλων Ελλήνων και γινόταν συνείδηση η ανάγκη για απελευθερωτικό αγώνα, οι αρματολοί έγιναν συμμέτοχοι αυτής της διαδικασίας.

Κατά τη μεγάλη επανάσταση του 1770 οι περισσότεροι αρματολοί στήριξαν τον αγώνα, μάταια όπως αποδείχθηκε, αφού οι Ρώσοι δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους. Ανάμεσα σε εκείνους που στασίασαν και στράφηκαν κατά των Τούρκων ήταν ο Γιάννος Καλπούζος, φημισμένος αρματολός της Λιβαδειάς, οι Χρήστος Γρίβας και Στάθης Γεροδήμος στην Ακαρνανία, ο Μητρομάρας στα Μέγαρα, οι Λώρης και Τράγκας στον Παρνασσό.

Ενώ στην Πελοπόννησο οι Μανιάτες μάχονταν με ευψυχία, προσμένοντας τον ρωσικό στόλο, στη Στερεά Ελλάδα οι προαναφερθέντες οπλαρχηγοί, όλοι πρώην αρματολοί, σημείωσαν σημαντικές επιτυχίες. Ο Γεροδήμος απώθησε τους Τούρκους πέρα από την Αρτα και τον Αμβρακικό, ο Γρίβας πολιόρκησε το Βραχώρι (Αγρίνιο) και ο Μητρομάρας την Αθήνα.

Η αρνητική πορεία της επανάστασης, με την έλλειψη (εκ μέρους των Ρώσων) ουσιαστικής συνδρομής, ήταν δεδομένη. Οι Τούρκοι στρατολόγησαν χιλιάδες ατάκτους Αλβανούς, που στα κείμενα της εποχής αναφέρονται ως Τουρκαλβανοί. Οι αρματολοί Χρήστος και Τσέγιος Γρίβας φονεύθηκαν στο Αγγελόκαστρο της Αιτωλίας, ενώ ο Μητρομάρας (που είχε απελευθερώσει την Αττική) αναγκάστηκε να οχυρωθεί στη Σαλαμίνα.

Ο τραγικός επίλογος της επανάστασης γράφηκε στη Μάνη. Ατακτα στίφη Τουρκαλβανών λεηλατούσαν και κατέστρεφαν την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα επί χρόνια. Η επανάσταση του 1770 επέφερε την οριστική διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ αρματολών και Τούρκων. Οι τελευταίοι ανέθεσαν τα αρματολίκια σε Τουρκαλβανούς και προέβησαν σε διώξεις κατά των πρώην αρματολών Ελλήνων, που έδρασαν πλέον ως κλέφτες.

Μια τέτοια μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση κατά των κλεφτών και των παλαιών αρματολών, εξαπέλυσαν οι Τούρκοι στα Αγραφα την άνοιξη του 1794. Επικεφαλής τους ήταν ο διαβόητος Γιουσούφ Αράπης. Στην άλλη πλευρά πρωτοστάτες της αντίστασης που επέβαλλε η κλέφτικη παράδοση ήταν ο Ανδρέας Ισκος, ο Γιώργος Μπακόλας, ο Γιάννος Ράγκος και ο περίφημος Κατσαντώνης.

Τις τελευταίες δεκαετίες πριν από τη μεγάλη επανάσταση του 1821 οι καπετάνιοι απέκτησαν πλήρη επίγνωση του εθνικοαπελευθερωτικού ιδανικού που ενσάρκωναν. Ο τοπικισμός εγκαταλείφθηκε και άρχισαν να συνεργάζονται σε ευρύτερη βάση. Το ενδιαφέρον τους δεν περιοριζόταν στη διατήρηση του ανεξάρτητου πλέον από τους Τούρκους, αρματολικιού. Καπετάνιοι, πρωτοπαλίκαρα και οι μαχητές τους έγιναν κοινωνοί και συμμέτοχοι του πανελληνίου πόθου:

Αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Κομβικό σημείο σε αυτή τη διαδικασία απετέλεσε το συνέδριο των οπλαρχηγών στο Καρπενήσι, το 1805. Για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν καπετάνιοι από ολόκληρο τον ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο, από τη Μακεδονία έως την Πελοπόννησο. Στο συνέδριο πρωτοστάτησε με τη ρητορική του δεινότητα ο Θύμιος Βλαχάβας, ορίζοντας ως κοινό σκοπό και πόθο την εθνική απελευθέρωση.

Η συνάντηση αυτή επισημοποίησε μια διαδικασία που ωρίμαζε επί πολλά χρόνια. Οι καπετάνιοι αντιλήφθηκαν πλέον τον ρόλο τους όχι ως τοπάρχες, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, αλλά ως εθνικοί αγωνιστές. Η εθνική τους αυτογνωσία διαφάνηκε ξεκάθαρα σε πάμπολλες περιπτώσεις. Οταν το 1808 συνήλθαν σε σύσκεψη οι αρματολοί του Ολύμπου και των Χασίων, αποφάσισαν την κήρυξη επανάστασης στις 29 Μαϊου, επέτειο της άλωσης της Πόλης, για συμβολικούς λόγους.

Πολεμική τέχνη, και βίος αρματολών και κλεφτών

Κατά τους πρώτους αιώνες της δουλείας, όταν οι αρματολοί βρίσκονταν στην υπηρεσία του σουλτάνου, η διαδικασία σχηματισμού ενόπλου σώματος τελούσε αναπόφευκτα υπό την εποπτεία των κατακτητών. Ο υποψήφιος αρχηγός κάθε σώματος αρματολών, ο καπετάνιος, ερχόταν σε συνεννόηση με τον τοπικό Οθωμανό αξιωματούχο, ο οποίος διεβίβαζε θετική ή αρνητική εισήγηση στην Υψηλή Πύλη.

Αν η κεντρική εξουσία συμφωνούσε, εκδιδόταν φιρμάνι και ο καπετάνιος συγκροτούσε και οργάνωνε το ένοπλο σώμα, πάντα υπό την εποπτεία Τούρκων αξιωματούχων. Ο καπετάνιος ήταν υπεύθυνος για τις πράξεις και τη συμπεριφορά των ανδρών του. Αντιπροσώπευε την ανώτερη αρχή και αυτό ίσχυε όχι μόνο για τα σώματα των αρματολών, αλλά και για εκείνα των κλεφτών, που αυξήθηκαν και είχαν πάψει προ πολλού να είναι μικρές ομάδες των πέντε ή δέκα ανυπότακτων.

Όταν ετίθετο ζήτημα διαδοχής ο νέος καπετάνιος αρχικά εκλεγόταν από τους άνδρες του και ήταν φυσικά ο πιο δυναμικός και ικανός στα πολεμικά. Με τα χρόνια όμως, καθιερώθηκε στα αρματολίκια οι καπετάνιοι να κατάγονται από αρχοντική φάρα, από «τζάκι», κάτι που βεβαίως δεν ίσχυε για τους κλέφτες. Έτσι δημιουργήθηκαν δυναστείες αρματολών και το αξίωμα του καπετάνιου κατέστη κληρονομικό, μεταβιβαζόμενο από πατέρα σε γιο. Οι τίτλοι και τα δικαιώματα διασφαλίζονταν με γάμους ανάμεσα σε φάρες αρματολών.

Η περίπτωση των Τσιαραίων ήταν χαρακτηριστική αυτού του πλέγματος των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσονταν και στήριζαν τους δεσμούς ανάμεσα στις μεγάλες οικογένειες των αρματολών. Ο Πάνος Τσιάρας από τα Γιαννωτά των Χασίων διοίκησε ως καπετάνιος το αρματολίκι του Ολύμπου όταν έγινε γαμπρός του περίφημου Ζήδρου, λαμβάνοντάς το ως προίκα.

Όταν δολοφονήθηκε από Τουρκαλβανούς, οι δύο ανήλικοι γιοι του, ο Κώστας και ο Νίκος (ο μετέπειτα θρυλικός Νικοτσάρας), υιοθετήθηκαν από τη φάρα των Λαζαίων, που τους μεγάλωσαν σαν δικά τους παιδιά. Τέτοιες περιπτώσεις ανάμιξης των μεγάλων αρματολικών οικογενειών με γάμους ή υιοθεσίες υπήρξαν πολλές.

Με την παγίωση της κληρονομικότητας δημιουργήθηκαν λοιπόν δυναστείες, υπήρξαν δε αρματολίκια που διοικήθηκαν από την ίδια φάρα επί πολλές γενιές. Αν κάποιος απόγονος δεν ήταν ικανός για ηγέτης, παραμεριζόταν και οι άνδρες του αρματολικιού εξέλεγαν νέο καπετάνιο.

Οι καπετάνιοι ασκούσαν συχνά όχι μόνο στρατιωτική αλλά και πολιτική εξουσία, δίπλα στους προεστούς και στους δημογέροντες. Με την εφαρμογή άγραφων νόμων και εθιμικού δικαίου είχαν δικαστικές εξουσίες και αν ήταν ικανοί και δυναμικοί εκτόπιζαν τους δημογέροντες στην αυτοδιοίκηση των χωριών. Η παραδοσιακή διοικητική εξουσία (κοτζαμπάσηδες, προεστοί) είχε ανάγκη τους αρματολούς, είτε για να διατηρούνται καλές σχέσεις με την οθωμανική διοίκηση, είτε για να μείνει το αρματολίκι “απροσκύνητο”, δηλαδή ελεύθερο και αυτοδιοικούμενο.

Το αξίωμα του καπετάνιου, είτε κατ’ εκλογήν, είτε κληρονομικά, διετήρησε την αίγλη του και μοναδική λαμπρότητα. Η ανακήρυξη ενός παλικαριού σε καπετάνιο είχε επισημότητα και μακρύ τελετουργικό, που θύμιζε βυζαντινές δόξες και μεγαλεία. Οι άνδρες του σώματος συγκεντρώνονταν στο μεγαλύτερο χωριό του αρματολικιού, το κεφαλοχώρι, και παρατάσσονταν στην πλατεία ή μπροστά στην εκκλησία.

Δίπλα τους, σε τιμητική θέση, στέκονταν οι δημογέροντες και πίσω οι κάτοικοι. Στο έδαφος άπλωναν την κάπα που θα έπαιρνε ο καπετάνιος, περίτεχνα κεντημένη, η οποία θα ήταν το σύμβολο της εξουσίας του. Πάνω στην κάπα καθόταν ο καπετάνιος, σταυροπόδι. Το πρωτοπαλίκαρο και τρεις ακόμα άνδρες την έπιαναν από τις άκρες και τη σήκωναν στον αέρα μαζί με τον καπετάνιο.

Αυτό γινόταν τρεις φορές ενώ οι παρευρισκόμενοι φώναζαν “άξιος”. Την ίδια στιγμή οι παρατεταγμένοι αρματολοί ή κλέφτες, εν είδει αγήματος, πυροβολούσαν στον αέρα. Η ευχή που συνόδευε την τελετή ήταν ο καπετάνιος “να πάει από βόλι” και να μην τον προλάβει φυσικός θάνατος, κάτι το οποίο ανταποκρινόταν στο ηρωικό πρότυπο που εκείνος αντιπροσώπευε.

Στην ιεραρχία ακολουθούσε το πρωτοπαλίκαρο, που ασκούσε καθήκοντα τόσο υπαρχηγού, όσο και υπασπιστή. Το πρωτοπαλίκαρο έπρεπε να επιδεικνύει ξεχωριστό θάρρος και αυτοθυσία όταν κινδύνευε ο καπετάνιος (το 1821 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης έχασε διαδοχικά σε αλλεπάλληλες μάχες τρία πρωτοπαλίκαρά του). Εξυπακούεται ότι για να εκλεγεί κάποιος καπετάνιος, όπου δεν υπήρχε κληρονομικότητα, έπρεπε πρώτα να διατελέσει πρωτοπαλίκαρο.

Όταν ένα ένοπλο σώμα αρματολών ή κλεφτών μεγάλωνε σε αριθμό, για λόγους επιβίωσης, εφοδιασμού και τροφοδοσίας χωριζόταν σε μικρότερα τμήματα. Αυτή η τακτική, ανταποκρινόμενη σε πρακτικούς λόγους, έγινε συνήθης κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, όταν πολλά σώματα υπερέβησαν τους 200 ή 300 άνδρες. Ετσι η δύναμη χωριζόταν σε καπετανάτα (ή πρωτάτα, όπως λέγονταν αλλιώς). Κάθε πρωτάτο διέθετε τον δικό του εδαφικό χώρο και ακολουθούσε την ίδια δομή, με καπετάνιο και πρωτοπαλίκαρο. Οι καπετάνιοι των πρωτάτων ήταν όμως άγραφος κανόνας να υπακούουν στον καπετάνιο του μητρικού σώματος.

Ενώ με την πάροδο του χρόνου τα ένοπλα σώματα ανεξαρτητοποιήθηκαν από την τουρκική εξουσία και εποπτεία, εξελίχθηκε και η εσωτερική δομή και η ιεραρχία τους. Γύρω στο 1800 τα πιο μεγάλα από αυτά χωρίζονταν σε “σκάλες”, συνήθως τρεις. Στην πρώτη “σκάλα” τοποθετούντο από τον καπετάνιο και το πρωτοπαλίκαρο οι πλέον έμπειροι και ικανοί. Μόνο αυτοί είχαν το δικαίωμα να παρατάσσονται μπροστά στον καπετάνιο και να συζητούν μαζί του. Εκείνοι που ανήκαν στις χαμηλότερες “σκάλες” δεν είχαν δικαίωμα να κοιτούν κατάματα τον καπετάνιο και να του μιλούν. Ο μισθός τους ήταν μικρότερος και όφειλαν, δείχνοντας την ανδρεία τους κατά τη μάχη, να επιδιώκουν την προαγωγή τους.

Κλέφτες και αρματολοί εξέλιξαν πολύ αυτό που ως σήμερα καθιερώθηκε να ονομάζεται “κλεφτοπόλεμος”. Πρώτο και καίριο γνώρισμα της πολεμικής τους τέχνης ήταν ο αιφνιδιασμός. Είχαν την ευχέρεια να επιλέγουν τον χώρο και τον χρόνο, προσβάλλοντας τις εχθρικές δυνάμεις σε περιοχές που γνώριζαν άριστα. Χρησιμοποιούσαν το έδαφος και τις εξάρσεις του πολύ πιο αποτελεσματικά από τους Τούρκους, οι οποίοι συνήθιζαν να επιτίθενται ακάλυπτοι.

Οι καπετάνιοι, όταν δεν πετύχαινε ο αιφνιδιασμός και αναγκάζονταν να δώσουν μάχη εκ παρατάξεως, έδιναν εντολή ακροβολισμού, στον οποίο οι άνδρες τους ήταν επαρκώς εκπαιδευμένοι. Η διάταξη μάχης και ο ακροβολισμός υλοποιούντο σε βάθος. Οι μόνοι που συνήθιζαν να ακροβολίζονται σε ευθεία γραμμή ήταν οι Σουλιώτες. Οι Τούρκοι, αντίθετα, δεν συνήθιζαν να μάχονται ακροβολισμένοι και επιτίθεντο σωρευτικά, κατά μπουλούκια, με αποτέλεσμα να υφίστανται μεγάλες απώλειες, που είχαν βέβαια τη δυνατότητα να αναπληρώνουν.

Τα λιγοστά πυρομαχικά περιόριζαν την εφαρμογή του “πυρ ομαδόν” από κλέφτες και αρματολούς. Συνήθης επιλογή παρέμενε λοιπόν το να πυροβολούν κατά βούληση. Η σκοπευτική δεινότητα θεωρείτο απαραίτητο προσόν. Κλέφτες και αρματολοί ασκούντο συχνά στη σκοποβολή. Στα Αγραφα διηγούντο για πολλά χρόνια πως ο Καραϊσκάκης φόνευσε τον διαβόητο Τουρκαλβανό Βεληγκέκα πυροβολώντας τον από εξαιρετικά μεγάλη απόσταση.

Είναι αυτονόητο ότι για τους κλέφτες και τους αρματολούς η επιδεξιότητα στον ένοπλο αγώνα ήταν απαραίτητη για να δεχθούν κάποιον ως συναγωνιστή τους. Οι άνδρες έπρεπε να χειρίζονται πολύ καλά το τόξο και το γιαταγάνι, αργότερα το καρυοφίλι και τις πιστόλες. Οφειλαν να διαθέτουν ευψυχία και αντοχή, καθώς και ταχύτητα στο βάδισμα, ώστε να απαγκιστρώνονται γοργά και να αποτρέπουν υπερφαλάγγιση και κύκλωσή τους.

Ο Κασομούλης, που έζησε με αρματολούς στον Ολυμπο και στον Ασπροπόταμο λίγο πριν το 1821, περιέγραψε γλαφυρά τη ζωή τους ως απίστευτα σκληρή. Είχαν όμως όλοι τους έναν κοινό παρονομαστή: «Ασίγαστον κατά των Τούρκων μίσος». Αυτό πιστοποιεί ότι οι ένοπλοι υπερασπιστές του ελληνισμού είχαν πλήρη συνείδηση της εθνικοαπελευθερωτικής τους αποστολής, πράγμα που δεν συνέβαινε κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας με τους κλέφτες.

Κλέφτες και αρματολοί αγαπούσαν το κρασί και τον χορό. Η επιδεξιότητα στον τσάμικο αντανακλούσε τη δεινότητα στα πολεμικά. Ο Καραϊσκάκης στα Γιάννενα, νέος αρματολός ακόμα, χόρεψε κάποτε έναν τσάμικο τόσο λεβέντικα και επιδεικτικά ώστε ο Μουχτάρ πασάς παραπονέθηκε στον πατέρα του, τον Αλή πασά, ζητώντας την τιμωρία του. Να πως περιέγραψε πηγή της εποχής ένα συμπόσιο αρματολών, στις αρχές της επανάστασης του 1821:

«Εσιγυρίζοντο δύο σφακτά σουβλισμένα και πλησίον αυτών, επί ελαφράς ανθρακιάς, το κουκουρέτσι. Τας εργασίας αυτάς έκαμαν νέοι στρατιώται Ελληνες. Εφερον εις την ζώνην τα πιστόλια και τα γιαταγάνια τους. Νέος ωραίος, υψηλού αναστήματος, τραγουδούσε διάφορα ηρωϊκά και ερωτικά άσματα. Ολοι έτρωγαν συγχρόνως και ένας ψυχογιός περιέφερε εν παγούριον με ρακήν, από το οποίον ετράβα έκαστος σφυρίζοντας δυνατά το ρακίον».

Οι αρματολοί, όπως και οι κλέφτες, στηρίχθηκαν από τους ντόπιους πληθυσμούς και χάρη σε αυτούς εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους. Οι ορεσίβιοι κάτοικοι της Πίνδου, των Χασίων και των Αγράφων παρείχαν τρόφιμα και άλλα εφόδια στους πολεμιστές αυτούς, που αντιπροσώπευαν την ελπίδα του γένους και ενσάρκωναν την ελευθερία. Βλάχοι, σαρακατσάνοι και λοιποί βοηθούσαν ως αγωγιάτες- οδηγοί, ως σύνδεσμοι ή στην τροφοδοσία των ενόπλων σωμάτων. Ο Κασομούλης έγραψε χαρακτηριστικά πως δεν υπήρξε επιχείρηση των αρματολών κατά των Τούρκων που να μη τη γνώριζαν οι νομάδες των ορεινών και να μη συνέδραμαν.

Οι νομάδες αυτοί απετέλεσαν κατά κάποιον τρόπο τις εφεδρείες των κλεφτών και των αρματολών. Οταν υπήρχε ανάγκη ενίσχυσης προσέτρεχαν και εντάσσονταν στο πλησιέστερο ένοπλο σώμα. Οταν η επιχείρηση έληγε, επέστρεφαν στις καθημερινές τους ασχολίες, που σχετίζονταν με την κτηνοτροφία.

Όταν η κατάσταση γινόταν εξαιρετικά δύσκολη και οι Τούρκοι προέβαιναν σε ευρείες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, κλέφτες και αρματολοί δεν δίσταζαν να διαφύγουν προσωρινά σε πιο μακρινά μέρη, προς ανασύνταξη. Οι καπετάνιοι της Αιτωλοακαρνανίας, για παράδειγμα, συχνά κατέφυγαν στα Επτάνησα, όπως και οι Θεσσαλοί στη Σκόπελο και στη Σκιάθο.

Οι μεγάλες αρματολικές φάρες

Στην πορεία του χρόνου ορισμένα αρματολίκια επεκτάθηκαν εδαφικά πέρα από τα στενά αρχικά τους όρια, που μπορεί να ήταν μία διάβαση ή μία κοιλάδα. Εφθασαν να καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις, όπου λόγω του ορεινού εδάφους δεν ευνοήθηκε η μόνιμη στρατιωτική παρουσία των Τούρκων.

Στις αρχές του 1800 από τα είκοσι περίπου αρματολίκια της ηπειρωτικής Ελλάδας, τα μισά βρίσκονταν στη Θεσσαλία, με μεγαλύτερα εκείνα του Ολύμπου, των Χασίων, του Ασπροπόταμου και των Αγράφων. Αυτά με τη σειρά τους διαιρούντο σε μικρότερα. Ετσι το τεράστιο σε έκταση αρματολίκι του Ολύμπου υποδιαιρείτο σε αυτά της Δεσκάτης, των Σερβίων, του Λιβαδιού, της Ραψάνης και του Λιτοχώρου. Ενα άλλο μεγάλης έκτασης αρματολίκι ήταν αυτό των Αγράφων. Αρχιζε από τα χωριά δυτικά της Καρδίτσας (Μητρόπολη, Φανάρι, Κανάλια, Πύλη) και έφθανε νότια ως το Βελούχι και το Καρπενήσι.

Από τους χιλιάδες επώνυμους και ανώνυμους που έδρασαν ως καπετάνιοι και αρχηγοί σε αρματολίκια διασώθηκαν πολλά ονόματα. Στα Αγραφα κυριάρχησαν για γενιές οι περίφημοι Μπουκουβαλαίοι, στο Πήλιο και στον Κίσσαβο οι Μπασδέκηδες και οι Λιάκοι αντίστοιχα. Στον Ολυμπο, το σκληρότερο και δυναμικότερο αρματολίκι, έδρασαν οι Ζηδραίοι, οι Τσιάρηδες, με γνωστότερο τον Νικοτσάρα, οι Γουλαίοι και οι Λαζαίοι.

Οι τελευταίοι ήταν οι πιο ονομαστοί και συνδέθηκαν διαχρονικά με τον Ολυμπο. Γενάρχης της φάρας τους ήταν ο περίφημος Λάζος, που άφησε διαδόχους τους τέσσερις γιους του: τον Κώστα, τον Δήμο, τον Τόλιο και τον Λόλιο. Το 1802 ο Νικοτσάρας χώρισε το μεγάλης έκτασης αρματολίκι του Ολύμπου, για λειτουργικούς λόγους. Οι Τζαχειλαίοι πήραν τη Ραψάνη, οι Λαζαίοι το Λιβάδι, οι Ζιωταίοι τα Σέρβια, ο Τζακνάκης τον Πλαταμώνα και ο Σαλταπήδας τον Αλιάκμονα και τα Καμβούνια.

Το αρματολίκι του Ολύμπου παρουσίαζε μία διαχρονική ιδιομορφία: ένωνε τις δύο περιοχές του ελληνισμού όπου δημιουργήθηκαν τα περισσότερα αρματολίκια και συγκεντρώθηκαν οι περισσότεροι κλέφτες: την ορεινή Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Στον Ολυμπο “συναντήθηκαν” αρματολοί και των δύο πλευρών, που συμμετείχαν σε κοινούς αγώνες ξεφεύγοντας από το σύνδρομο του τοπικισμού.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη σε ένα άλλο μεγάλο αρματολίκι, αυτό των Αγράφων, όπου Θεσσαλοί καπετάνιοι συνέπραξαν με Ρουμελιώτες από την Ευρυτανία και τη Φθιώτιδα. Ετσι τα αρματολίκια συνέβαλαν στην ενίσχυση της πανελλήνιας εθνικής συνείδησης, σε εποχές κατά τις οποίες κυριαρχούσε ο τοπικισμός. Δυτικά του Ολύμπου, στα Χάσια και στα Αντιχάσια, κυριάρχησαν οι Βλαχαβαίοι, με εκλεκτότερο απόγονο τον Θύμιο Βλαχάβα. Νοτιότερα, προς την Ευρυτανία και την Αρτα, έδρασαν οι Στορναραίοι, οι Λαπαίοι, οι Λιακατάδες και άλλοι.

Μεγάλη οικογένεια αρματολών, που κυριάρχησε στη Λοκρίδα, ήταν οι Κοντογιάννηδες, με έδρα τους την Υπάτη. Στο Καρπενήσι δέσποσαν επί γενιές οι Βλαχόπουλοι. Στον Παρνασσό ονομαστός αρματολός υπήρξε ο Αθανάσιος Γραμματικός, παππούς του Αθανασίου Διάκου. Φημισμένος κλέφτης της ίδιας περιοχής ήταν ο Γούλας Σκαλτσάς, στο ένοπλο σώμα του οποίου θήτευσε ο Διάκος.

Η Μακεδονία γέννησε τους δικούς της κλέφτες και αρματολούς, που κυριάρχησαν βόρεια του Ολύμπου. Γνωστότεροι ήταν ο Ρομφέης στη Νάουσα και ο Καρατάσος στη Βέροια. Ακόμα βορειότερα, στον Βόρα και στο Πάικο, έδρασαν άλλοι, με πιο ονομαστό τον Γάτσο. Γνωστή οικογένεια ήταν και οι Φαρμάκηδες, από το Μπλάτσι (σημερινή Βλάστη) της Κοζάνης. Γνωστότερός τους έγινε με τη δράση του ο Ιωάννης Φαρμάκης, που έπεσε ηρωικά στο μοναστήρι του Σέκου το 1821, δίπλα στον Γεωργάκη Ολύμπιο.

Ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ένας από τους τελευταίους μεγάλους αρματολούς, ήταν απόγονος των Λαζαίων. Λίγο πριν από το 1821 άλλοι σπουδαίοι καπετάνιοι υπήρξαν ο Νίκος Στορνάρης στον Ασπροπόταμο, ο Θανάσης Μάνταλος στα Χάσια, ο Κυριάκος Μπασδέκης στο Πήλιο. Σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, παρά το ότι έγινε ευρύτερα γνωστός κατά τη διάρκεια της επανάστασης.

Πριν από το 1821 ο Καραϊσκάκης θήτευσε κοντά στον Κατσαντώνη και συνεργάστηκε με τους καπετάνιους των Αγράφων Βαρνακιώτη και Μπακόλα. Καινοτόμησε εισάγοντας στο αρματολίκι του δημοκρατικούς θεσμούς αυτοδιοίκησης και διαφάνειας. Προώθησε τους ικανότερους μαχητές του, χωρίς να υπολογίζει αν κατάγονταν από επώνυμη οικογένεια και, όπως έγραψε ο Βλαχογιάννης, προτιμούσε να δίνει αξιώματα στους νεαρούς πολεμιστές οι οποίοι κατάγονταν από φτωχές οικογένειες. Παράλληλα ίδρυσε “τράπεζαν οικονομικήν των εσόδων και των εξόδων”, που διαχειριζόταν με διαφάνεια τις εισφορές των κατοίκων και τη λεία από τις μάχες.

Αντίθετα με την τακτική τους στην κεντρική και τη βόρεια Ελλάδα, στην Πελοπόννησο οι Τούρκοι δεν ευνόησαν την ίδρυση αρματολικιών. Περισσότερο ευδοκίμησε εκεί ο θεσμός των κλεφτών. Ομως και αυτοί έδρασαν τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας εξαιρετικά περιορισμένα. Η έλλειψη ενδοχώρας και το ότι η Πελοπόννησος περιβάλλεται από θάλασσα, απέτρεψαν τη δημιουργία μεγάλων ελληνικών ενόπλων σωμάτων. Επιπλέον στα διάσπαρτα κάστρα που εγκατέλειψαν οι Βενετοί, οι Τούρκοι εγκατέστησαν ισχυρές φρουρές, πραγματοποιώντας στενή επιτήρηση. Παρά την κατάσταση αυτή η Πελοπόννησος ανέδειξε ονομαστούς κλέφτες, εκτός βέβαια από την απόρθητη χερσόνησο της Μάνης.

Αναμφισβήτητα η πιο φημισμένη φάρα κλεφτών που γέννησε η Πελοπόννησος ήταν οι Κολοκοτρωναίοι. Ο αρχηγέτης τους Τριανταφυλλάκος Τσεργίνης και ο γιος του Δημητράκης έζησαν και πολέμησαν ως ανυπότακτοι κλέφτες στα βουνά της Αρκαδίας τον 16ο αιώνα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης διηγείτο με υπερηφάνεια: “… Από το 1553, όπου εφάνηκαν εις τα μέρη μας οι Τούρκοι, ποτέ δεν τους ανεγνωρίσαμε οι Κολοκοτρωναίοι, αλλ’ είμασταν εις αιώνιον πόλεμον”.

Ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, πατέρας του Θεόδωρου, έδρασε έντονα πριν και μετά την επανάσταση του 1770. Πολέμησε και ως κλέφτης και ως αρματολός, σε μία εποχή κατά την οποία οι δύο ιδιότητες συχνά εμφάνιζαν επικαλύψεις. Διοίκησε το αρματολίκι της ορεινής Κορινθίας, εξοντώνοντας τους Τουρκαλβανούς Μπεϊζο και Μπεκιάρη. Αρνήθηκε όμως να προσκυνήσει την οθωμανική εξουσία και έπεσε ηρωικά μαχόμενος στην Καστάνιτσα (σημ. Καστάνια) της Μάνης.

Πως είδε, όμως, ο λαός τους κλέφτες και τους αρματολούς; Σταδιακά και ενώ στο πέρασμα των αιώνων τα αρματολίκια ανεξαρτητοποιήθηκαν από την οθωμανική εξουσία, ανέλαβαν καθήκοντα «χωροφυλακής» σε συγκεκριμένες περιοχές. Οι ελληνικοί πληθυσμοί είδαν στα πρόσωπα των αρματολών, όπως και στους κλέφτες, τους υπερασπιστές της πίστης και της τιμής τους.

Οι πιο ονομαστοί από τους κλέφτες και τους αρματολούς άφησαν εποχή με τα κατορθώματά τους, στα οποία η λαϊκή μυθοπλασία έδωσε υπερφυσικές διαστάσεις. Τούρκοι και Τουρκαλβανοί απέφευγαν, όταν και όσο μπορούσαν, την αναμέτρηση μαζί τους, τη δε ψυχολογία τους επιβάρυναν και οι προλήψεις, μαζί με δεισιδαιμονίες. Τον Νικοτσάρα, για παράδειγμα, οι Τουρκαλβανοί τον θεωρούσαν άτρωτο και πίστευαν ότι το κορμί του εποστράκιζε τις βολίδες.

Συχνά οι Τούρκοι ανελάμβαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ευρείας έκτασης, σε βάρος κλεφτών και αρματολών. Οταν οι τελευταίοι περιέρχονταν σε δεινή θέση γινόταν ένα είδος συμβιβασμού, τα λεγόμενα “καπάκια”. Ο αρματολός ή (σπανιότερα) ο κλέφτης δεχόταν να συμβιβαστεί και να δείξει νομιμοφροσύνη, εξασφαλίζοντας αμνηστία. Για να γίνουν “καπάκια” έπρεπε τόσο οι Τούρκοι, όσο και οι αρματολοί να διανύουν δύσκολες φάσεις, έτσι ώστε ο συμβιβασμός να είναι αμοιβαία επωφελής. Οταν η οθωμανική εξουσία ένιωθε πάλι ασφαλής δεν δίσταζε να καταπατήσει τη συμφωνία.

Χαρακτηριστική είναι η περίοδος γύρω στο 1685, όταν οι Τούρκοι περιήλθαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση στην Πελοπόννησο, εξαιτίας των επιχειρήσεων των Βενετών. Επειδή ο κύριος όγκος των σουλτανικών στρατευμάτων απεστάλη εκεί, στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία προσεταιρίστηκαν τους καπετάνιους με “καπάκια” και αξιώματα. Οταν έληξε ο βενετοτουρκικός πόλεμος, αμέσως οι Τούρκοι στράφηκαν κατά των καπετάνιων και εξόντωσαν αρκετούς, παρά το ότι είχε συμφωνηθεί ειρήνη.

Τα “καπάκια” θεωρήθηκαν ως ένα είδος αναγκαίου συμβιβασμού. Αυτό που δεν συγχωρείτο ήταν η άνευ όρων παράδοση, το “προσκύνημα”. Σε τέτοια περίπτωση ο καπετάνιος έπεφτε στη λαϊκή συνείδηση και εκτίμηση. Οταν το 1823 ο αρματολός του Ασπροπόταμου Νικόλαος Στορνάρης παρέδωσε το αρματολίκι στους Τούρκους και προσκύνησε, ταπεινώθηκε στους συντοπίτες του και η υπόληψή του αμαυρώθηκε. Παραιτήθηκε μόνος του από καπετάνιος και έζησε με τον φόβο πιθανής δολοφονίας του από τους συμπολεμιστές του.

Μετά την πύκνωσή τους και την ακμή στην οποία περιήλθαν, τα αρματολίκια ήταν φυσικό να αποστασιοποιηθούν από τους Τούρκους. Οι τελευταίοι τήρησαν πιο ελαστική στάση κατανοώντας πως δεν ήταν σε θέση να εξοντώσουν αυτούς τους πολεμιστές. Ετσι αναπτύχθηκαν τακτικές προσέγγισης κλεφτών και αρματολών, δωροδοκίας, ραδιουργιών και δολοπλοκιών. Οταν αυτά αποτύγχαναν, οι Τούρκοι ανελάμβαναν εκστρατείες εξάρθρωσης των ελληνικών ενόπλων σωμάτων, με αμφίβολα αποτελέσματα.

Κατά τα τελευταία 100 χρόνια της Τουρκοκρατίας, όσο οι αρματολοί αυτονομούντο από την οθωμανική εξουσία, αυτή αντέδρασε αντικαθιστώντας τους με Τουρκαλβανούς. Οι τελευταίοι, έχοντας εξισλαμιστεί από καιρό, παρείχαν καλύτερα εχέγγυα στους Τούρκους και θεωρούντο πιο πιστοί. Αυτή η διαδικασία επιτάχυνε την “εθνικοποίηση” των ελληνικών ενόπλων σωμάτων. Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρήθηκε στην ορεινή Σερβία.

Εκεί οι κλέφτες ονομάζονταν χαϊντούκοι. Στη σερβική δημοτική παράδοση οι χαϊντούκοι παρουσιάζονται μέσα από τα τραγούδια του λαού ακριβώς όπως και οι δικοί μας κλέφτες. Από αυτή την παράδοση αντίστασης και αγώνων ξεπήδησαν καπετάνιοι που πρωταγωνίστησαν στη μεγάλη σερβική επανάσταση του 1804. Αρκετοί από αυτούς μετέβησαν το 1821 στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπως ο Μλάντιτς και Προντάνοβιτς, που πολέμησαν στη Μακεδονία, ή ο Χρήστος Ντάνκοβιτς, ο οποίος αγωνίστηκε στην Πελοπόννησο.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι στην πορεία κλέφτες και αρματολοί “συναντήθηκαν” και αναμίχθηκαν. Συχνό φαινόμενο ήταν αρματολοί καπετάνιοι, όταν παράκουαν εντολές των Τούρκων αξιωματούχων, να ανακαλούνται στην τάξη. Τα προνόμιά τους αφαιρούντο. Ετσι αυτοί μετέπιπταν σε κλέφτες, διέκοπταν κάθε συνεργασία με τον κατακτητή και γίνονταν πλέον εχθροί του.

Σε αυτά τα ελεύθερα και ανεξάρτητα από τους Τούρκους αρματολίκια εντάχθηκαν σταδιακά πολλοί κλέφτες. Η συνειδητοποίηση της εθνικής τους ταυτότητας τούς ωθούσε να πολεμήσουν υπέρ πίστεως και πατρίδος. Εγκατέλειπαν λοιπόν τη ληστεία και πύκνωναν τις τάξεις των ενόπλων σωμάτων του υπόδουλου γένους.

Ο Κούμας, που έζησε όπως και ο Κασομούλης από κοντά τους αρματολούς της Θεσσαλίας, επιβεβαίωσε ότι στην πορεία αρματολοί και κλέφτες ενώθηκαν σε ένα. Ο αρματολός άλλαζε και γινόταν κλέφτης, όπως και ο κλέφτης αρματολός. Ο Κασομούλης χαρακτήρισε κλέφτες και αρματολούς ως «τουρκοφάγους» και «προορισμένους να αναλάβουν τη σωτηρία του έθνους». Στη λαϊκή συνείδηση αυτοί εξυψώθηκαν, τραγουδήθηκαν και υμνήθηκαν, μαζί με τα βουνά και τις περιοχές με τις οποίες συνδέθηκαν.

Κορυφαίο σύμβολο της αντίστασης κλεφτών και αρματολών αναδείχθηκε, όχι τυχαία, ο Ολυμπος και τα αρματολίκια του. Οπως εγράφη χαρακτηριστικά, “… διαρκούσης της φοβεράς δουλείας καθ’ ην ετουρκοκρατείτο απ’ άκρον εις άκρον ο ελληνισμός, ο Ολυμπος ήταν η Αγία Κιβωτός, το καταφύγιον… Εκεί κατέφυγεν η ελευθερία, εκεί εγεννήθησαν και εγαλουχήθησαν οι αρματολοί και οι κλέφτες… Εκείθεν οι ημίθεοι τουρκοφάγοι αγνάντευαν την δουλωμένην Κωνσταντινούπολιν, κλαίοντες…”.

Προβαίνοντας σε μία συνολική αποτίμηση αναντίρρητα θα συμπεραίναμε ότι κλέφτες και αρματολοί, από κοινού με την Εκκλησία και τους κοινοτικούς θεσμούς, απετέλεσαν τους βασικούς παράγοντες επιβίωσης του υπόδουλου γένους μέσα στο σκοτάδι της σκλαβιάς. Όπως έγραψε και υποστήριξε ο ιστορικός Λάζαρος Αρσενίου, χωρίς κλέφτες και αρματολούς και με τους εξισλαμισμούς να έχουν προσλάβει μαζική μορφή στους κάμπους, δεν γνωρίζουμε ποια κατάσταση θα είχε διαμορφωθεί για το ελληνικό στοιχείο στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Αν ο ελληνισμός κατάφερε να επιβιώσει και να κρατήσει αλώβητη την εθνική του φυσιογνωμία, το χρωστάει στους ένοπλους υπερασπιστές του: τους Κλέφτες και τους Αρματολούς.

Προηγούμενο άρθροMovember Mobile: Εφαρμογή που προάγει την ανδρική υγεία
Επόμενο άρθροΤι είναι Αρνητική διάθλαση και οι ιδιοτροπίες του φωτός
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ