Ας μη μας κυβερνά η χρηματοπιστωτική τρέλα

Αυτή η κρίση δεν προέκυψε από το πουθενά. Σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζουν ακόμα και σήμερα ορισμένοι υψηλά ιστάμενοι παράγοντες του χρηματοπιστωτικού και του πολιτικού κόσμου, μπορούσε να προβλεφθεί. Ορισμένοι νηφάλιοι παρατηρητές είχαν κρούσει προ πολλού τον κώδωνα του κινδύνου. Η κρίση στην πραγματικότητα υπογραμμίζει την αποτυχία της λειτουργίας των ελεύθερων αγορών με πλημμελή, ή ακατάλληλη, ρύθμιση. Για μία ακόμη φορά αποδεικνύεται πως οι αγορές δεν είναι εις θέση να αυτορυθμιστούν. Μας θυμίζει επίσης το ανησυχητικό εύρος στις εισοδηματικές ανισότητες, που συνεχώς αυξάνονται στις κοινωνίες μας και υπονομεύουν την αξιοπιστία των προσπαθειών μας να ξεκινήσουμε ουσιώδη, φερέγγυο διάλογο με τα αναπτυσσόμενα έθνη για τις μεγάλες παγκόσμιες προκλήσεις.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές γίνονται όλο και πιο αδιαφανείς. Κανείς δεν ξέρει πού στηρίζεται η λειτουργία τους, ή ποιος αποτιμά τους κινδύνους. Ο λεγόμενος «σκιώδης» τραπεζικός τομέας, που είναι ελάχιστα ή καθόλου ρυθμισμένος, αυξάνεται συνεχώς τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι μεγάλες τράπεζες παίζουν στο παιχνίδι «creation and distribution» (παραγωγή και διανομή) εξαιρετικά πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Έχουν αποδυθεί στο εμπόριο ύποπτων ομολόγων για την κάλυψη χρεών από στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου. Η κερδοσκοπία ενθαρρύνεται από τους αντιπαραγωγικούς στόχους των στελεχών των τραπεζών, από τους κοντόθωρους στόχους και τις προφανείς συγκρούσεις συμφερόντων.

Τα ευάλωτα αυτά στεγαστικά δάνεια, που βασίστηκαν στην ιδέα πως οι τιμές των ακινήτων θα συνέχιζαν να αυξάνονται εσαεί και θα επέτρεπαν έτσι την αποπληρωμή τους, δεν είναι παρά ένα μόνο σύμπτωμα μιας πολύ ευρύτερης κρίσης στον χώρο της χρηματοπιστωτικής λήψης αποφάσεων και των εμπορικών πρακτικών.

Οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες αξιολόγησης στον κόσμο βαθμολόγησαν παρόμοια αστεία ομόλογα ως «σχεδόν εντελώς ακίνδυνα»! Μια επενδυτική τράπεζα κέρδισε δισεκατομμύρια δολάρια προβλέποντας σωστά πως αυτά τα ομόλογα θα έχαναν την αξία τους, ενώ ταυτόχρονα συνέχισε να τα πωλεί στους πελάτες της, εικονογραφώντας έτσι με το γλαφυρότερο τρόπο την απώλεια κάθε ηθικής δέσμευσης στον κόσμο των επιχειρήσεων!

Είχαμε προειδοποιηθεί για τους κινδύνους αυτής της κατάστασης:

  • Ο Αλεξάντερ Λαμφάλουσι (Alexander Lamfalussy) και η «επιτροπή σοφών» στην εισήγησή τους για τις ευρωπαϊκές αγορές αξιών (2001) είχαν υπογραμμίσει πως η φαινομενικά αυξημένη αποτελεσματικότητα των αγορών αυτών αντισταθμιζόταν από την αύξηση της χρηματοπιστωτικής αστάθειας.
  • Εδώ και μερικά χρόνια, ο Πολ Βόλκερ (Paul Volker) είχε επίσης εκφράσει τις ανησυχίες του.
  • Ήδη εδώ και μία δεκαετία, ο Πολ Κρούγκμαν (Paul Krugman) είχε επισημάνει την απειλή που αντιπροσώπευαν οι όλο και ογκωδέστερες και πιο ανεξέλεγκτες χρηματοπιστωτικές οντότητες.
  • Το 2003 ο Ουόρεν Μπάφετ (Warren Buffet) είχε μιλήσει για χρηματοπιστωτικά προϊόντα «μαζικής καταστροφής».
  • Σε μία σχετική της έκθεση για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η «τράπεζα της Αγγλίας» υπογράμμιζε την επικίνδυνη αδιαφορία των πιστωτικών οργανισμών για τις επιπτώσεις των χρηματοοικονομικών τους πράξεων.

Το πρόβλημα έγκειται στην ίδια τη φύση του καθεστώτος οικονομικού κι επιχειρηματικού υποδείγματος, που βασίζεται στη φτωχή αντιπροσώπευση, την ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών και τη μικρή παροχή δημοσίων αγαθών. Η χρηματοπιστωτική κρίση αποδεικνύει ξεκάθαρα πως ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν είναι εις θέση να αυτορυθμιστεί. Προβάλλει επείγουσα η ανάγκη να βελτιωθούν οι έλεγχοι και το ρυθμιστικό περιβάλλον των τραπεζών.

Είναι επίσης απαραίτητο να αναθεωρήσουμε το ελεγκτικό περιβάλλον των επενδυτικών εργαλείων. Η χρήση χρηματοπιστωτικών εργαλείων όπως τα «μετατρέψιμα» ομόλογα CDΟ, ή «asset backed securities», πρέπει να ρυθμιστεί. Όπως και οι τράπεζες, όλοι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα έπρεπε να υποχρεώνονται να διατηρούν ένα ελάχιστο αποθεματικό, ενώ δεν θα πρέπει να τους επιτρέπεται να δανείζουν απεριόριστα. Τέλος, ο τρόπος αμοιβών και κινήτρων των διευθυντικών στελεχών τους θα πρέπει να επανεξεταστεί, ούτως ώστε να αποθαρρύνεται η απερίσκεπτη ριψοκινδύνευση.

Όσον αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης αυτής στην «πραγματική οικονομία», φαίνεται πως οι οικονομικοί ειδήμονες του κόσμου μασάνε τα λόγια τους. Σχεδόν όλοι οι οικονομικοί οργανισμοί αναθεωρούν προς τα κάτω τις εκτιμήσεις τους για την ανάπτυξη στις ανεπτυγμένες χώρες τόσο για το 2008 όσο και για το 2009. Κανείς όμως δεν τολμά να πει καθαρά αν η Ευρώπη απειλείται με οικονομική ύφεση. Κι όμως, μερικά από τα εμφανιζόμενα συμπτώματα δεν μπορεί να λαθεύουν. Στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) το ενδεχόμενο μιας ύφεσης το 2008 ή το 2009 θα είχε δραματικές επιπτώσεις.

Η διογκούμενη εισοδηματική ανισότητα εδραιώθηκε παράλληλα με τη μεγέθυνση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Είναι αλήθεια ότι η τεχνολογική πρόοδος συνέβαλε κατά πολύ στη διεύρυνση του χάσματος των εισοδημάτων, ευνοώντας την υπερ-εξειδικευμένη εργατική δύναμη. Ωστόσο, οι λανθασμένες πολιτικές προσεγγίσεις συνέβαλαν επίσης καθοριστικά. Σήμερα το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι δεκαπενταπλάσιο του συνόλου του «ακαθαρίστου εγχωρίου προϊόντος» (ΑΕΠ) όλων των κρατών του κόσμου. Στις ΗΠΑ, το συσσωρευμένο χρέος των νοικοκυριών, του δημοσίου και των επιχειρήσεων (χρηματοπιστωτικών και μη) είναι τριπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας, ή δύο φορές ψηλότερο από το επίπεδο που βρισκόταν κατά το χρηματιστηριακό κραχ του 1929.

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει σωρεύσει γιγαντιαίες μάζες «εικονικού» κεφαλαίου, που όμως δεν συμβάλει στη βελτίωση της ευημερίας ή την προστασία του περιβάλλοντος. Η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση μας επέτρεψε να διακρίνουμε πιο καθαρά τις ανησυχητικές εισοδηματικές ανισότητες, που τις τελευταίες δεκαετίες συνεχώς αυξάνονται. Η ειρωνεία είναι πως την ίδια περίοδο οι μισθοί και τα «μπόνους» των διευθυντικών στελεχών έφθασαν σε ιλιγγιώδη ύψη, ενώ οι επιδόσεις των εταιρειών τους είναι στάσιμες -ή και έχουν μειωθεί. Υπάρχει ως εκ τούτου σημαντική ηθική διάσταση στο πρόβλημα!

Οι ελεύθερες αγορές δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν τους ηθικούς κανόνες. Ο ,Ανταμ Σμιθ (Adam Smith), o πατέρας του «λεσέ φερ», είχε επίσης γράψει τη «θεωρία των ηθικών συναισθημάτων». Ο Μαξ Βέμπερ (Max Weber) είχε συνδέσει τη σκληρή δουλειά και τις ηθικές αξίες με την καπιταλιστική ανάπτυξη. Ο αξιοπρεπής καπιταλισμός -δηλαδή ο καπιταλισμός που σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Αμάρτια Σεν (Amartya Sen), προαπαιτεί τον αποτελεσματικό δημόσιο έλεγχο.

Η αναζήτηση του κέρδους αποτελεί την ουσία της οικονομίας της αγοράς. Αλλά όταν όλα πουλιούνται, η κοινωνική συνοχή ελαχιστοποιείται -και το σύστημα καταρρέει. Η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση μειώνει την ικανότητα της δύσης να ξεκινήσει πιο εποικοδομητικό διάλογο με τον υπόλοιπο κόσμο για τις παγκόσμιες προκλήσεις -τη διαχείριση της παγκοσμιοποίησης ή την υπερθέρμανση του πλανήτη- ενώ η εξωφρενική οικονομική άνθηση της Ασίας θέτει νέα και πρωτόγνωρα ερωτήματα.

Η θεαματική άνοδος των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων επιδεινώνει τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης, και προσθέτει κακούς οιωνούς για το μέλλον. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλής διακινδύνευσης συμβάλουν στην άνοδο των τιμών βασικών ειδών διατροφής. Οι πολίτες των πιο φτωχών χωρών είναι αυτοί που θα πληγούν περισσότερο από αυτές τις κερδοσκοπικές κινήσεις. Κινδυνεύουμε να βρεθούμε μπροστά σε άνευ προηγουμένου εξαθλίωση, στον πολλαπλασιασμό πτωχευμένων κρατών, σε ισχυρότερα μεταναστευτικά ρεύματα και περισσότερες ένοπλες συγκρούσεις.

Ορισμένοι κοκορεύονται πως η Ευρώπη αποτελείται από «ισχυρές οικονομίες», με αποτελεσματικότερους ελέγχους και περισσότερη ρύθμιση από τις ΗΠΑ. Εν μέρει αυτό είναι σωστό. Ωστόσο ας μην ξεχνάμε τα αυξανόμενα προβλήματα στις αγορές ακινήτων της Βρετανίας, της Ισπανίας και της Ιρλανδίας, καθώς και τον οικονομικό μαρασμό που επεκτείνεται παντού στην Ευρώπη. Ας προσέξουμε επίσης τον αυξανόμενο οικονομικό εθνικισμό και τον λαϊκισμό, που κι οι δυο σαγηνεύουν όλο και περισσότερο ανθρώπους.

Όσοι βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο, πρέπει να αντιδράσουν καίρια στη σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση. Χρειαζόμαστε πραγματισμό, ανοικτό πνεύμα κι αισθήματα αλληλεγγύης και συνεργασίας για την επίτευξη των κοινών μας στόχων

Η Ευρώπη πρέπει να μελετήσει τις εξελίξεις αυτές και να εντοπίσει τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, ώστε να μπορέσει να επεξεργαστεί και να απευθύνει στην παγκόσμια διεθνή κοινότητα προτάσεις που θα αντιμετωπίσουν εις βάθος τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης.

Είναι καιρός να δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή επιτροπή κρίσης που να συγκεντρώνει πολιτικούς εκπροσώπους υψηλού επιπέδου, πρώην ηγέτες κρατών και κυβερνήσεων ή υπουργούς οικονομικών, καθώς και οικονομολόγους φήμης και ειδικούς στα χρηματοοικονομικά από ολόκληρο τον κόσμο.

Η επιτροπή αυτή θα πρέπει να εφαρμόσει το παρακάτω πρόγραμμα:

  • Να προχωρήσει σε λεπτομερή ανάλυση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, στο ευρύ πλαίσιο που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε πιο πάνω.
  • Να εντοπίσει και εκτιμήσει τις κοινωνικοοικονομικούς απειλές της χρηματοπιστωτικής κρίσης για την πραγματική οικονομία, ιδιαίτερα στην Ευρώπη.
  • Να προτείνει μια σειρά μέτρων στο συμβούλιο της ΕΕ, ώστε να αποφευχθούν -ή να περιοριστούν- οι κίνδυνοι αυτοί.
  • Να παρουσιάσει στο «συμβούλιο των υπουργών», στα κράτη-μέλη του συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ, στον γενικό διευθυντή του «διεθνούς νομισματικού ταμείου» (ΔΝΤ) και σε όλες τις ενδιαφερόμενες αρχές και όργανα, μια σειρά από προτάσεις για να περιοριστούν οι επιπτώσεις της κρίσης και να προετοιμαστεί μια παγκόσμια οικονομική συνδιάσκεψη, που θα ξανασκεφθεί τους κανόνες λειτουργίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το 2000 είχαμε συμφωνήσει «να κάνουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση την πιο ανταγωνιστική περιοχή του κόσμου». Επαναεπιβεβαιώσαμε αυτό μας το στόχο το 2005. Πρέπει να εξασφαλίσουμε πως η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα ευνοείται και δεν θα υπονομεύεται από τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Πρέπει να δράσουμε χωρίς άλλη καθυστέρηση: υπέρ των πολιτών μας, υπέρ περισσότερων επενδύσεων, υπέρ της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, των ευκαιριών για απασχόληση και, τελικά, υπέρ ενός καλύτερου μέλλοντος για όλους τους Ευρωπαίους.

Οι Jacques Delors και Jacques Santer είναι πρώην πρόεδροι της «ευρωπαϊκής επιτροπής». Ο Helmut Schmidt είναι πρώην καγκελάριος της Γερμανίας. Οι Massimo d,Alema, Laurent Fabius, Lionel Jospin, Paavo Lipponen, Göran Persson, Poul Nyrup Rasmussen, Michel Rocard είναι πρώην πρωθυπουργοί, αντίστοιχα της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Γαλλίας, της Φιλανδίας, της Σουηδίας, της Δανίας, της Γαλλίας. Οι Daniel Dăianu, Hans Eichel, Eero Olavi Heinäluoma, Pär Nuder, Ruairi Quinn, Otto Graf Lambsdorff είναι πρώην υπουργοί οικονομίας, αντίστοιχα της Ρουμανίας, της Γερμανίας, της Φιλανδίας, της Σουηδίας, της Ιρλανδίας και της Γερμανίας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας