Ασσυρία: Πληροφορίες για την Ασσυριακή αυτοκρατορία

Ασσυρία: Πληροφορίες για την Ασσυριακή αυτοκρατορία

Γνωστή στο ευρύ κοινό κυρίως μέσα από τις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης, η Ασσυριακή αυτοκρατορία αποτέλεσε προπομπό και πρότυπο προς μίμηση για κάθε μεταγενέστερη αυτοκρατορία της Εγγύς Ανατολής.

Η Ασσυριακή ήταν η τελευταία αυτοκρατορία που δημιουργήθηκε στην περιοχή της Μεσοποταμίας από ιθαγενείς (σουμεριακούς – ακκαδικούς) πληθυσμούς. Επίσης ήταν η μεγαλύτερη, αφού την εποχή της μέγιστης επέκτασής της περιελάμβανε μεγάλο μέρος των σημερινών Ιράν, Ιράκ, Συρίας, Ισραήλ, Αιγύπτου και Ιορδανίας, όπως και τα πλούσια παράλια του Περσικού κόλπου.

Η σύσταση και η διατήρηση αυτής της Αυτοκρατορίας ήταν έργο ενός στρατού παρόμοιο του οποίου δεν είχε δει μέχρι τότε ο κόσμος. Η Ασσυριακή Αυτοκρατορία ήταν κυρίως μια στρατοκρατική κοινωνία, στην οποία η σκληρότητα τελειοποιήθηκε ως πολιτικό όργανο σε βαθμό που να μπορούμε να τη συγκρίνουμε σε αυτόν τον τομέα με τη Ρωμαϊκή ή τη Μογγολική Αυτοκρατορία, αλλά και η θρησκεία αποτέλεσε ουσιαστικό στοιχείο διατήρησης ενός προοδευμένου και μοναδικού, από πολλές απόψεις, πολιτισμού.

Στη μνήμη των περισσότερων το όνομα της Ασσυρίας φέρνει την απώτατη αρχαιότητα και αυτό είναι εν μέρει ορθό εφόσον η ιστορία της αρχίζει την περίοδο που τη Μεσόγειο κυβερνούσαν ακόμα οι Μίνωες. Ομως η μεγαλύτερη λάμψη της σημειώθηκε σε πολύ πιο κοντινή σε μας εποχή, από την περίοδο του Ομήρου ως τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα.

Ο πολιτισμός της μεσουράνησε στη Μέση Ανατολή σε μια περίοδο κατά την οποία οι Μήδοι, οι Πέρσες και οι Σκύθες δεν είχαν εμφανιστεί ακόμα στην ιστορία και δημιούργησε έναν στρατό που κυριάρχησε πραγματοποιώντας εκτεταμένη χρήση σιδερένιων όπλων και ιππικού.

Ασσυρία σημαίνει κυριολεκτικά «Γη του Ασούρ», από το όνομα του θεού – γενάρχη των Ασσυρίων. Επρόκειτο για μια τριγωνικού περίπου σχήματος περιοχή στον βόρειο Τίγρη ποταμό, που οριζόταν από τις πατρογονικές πόλεις, τη Νινευί (πρωτεύουσα του κράτους κατά το μεγαλύτερο μέρος της υπό εξέταση περιόδου), την Ασούρ, την Καλάχ και τη Ντούρ Σουρούκιν (ή Ντούρ Σαργών, αφού ιδρύθηκε από τον ομώνυμο βασιλιά).

Στα αρχαία χρόνια αυτή ήταν μια από τις πλέον εύφορες περιοχές της Μέσης Ανατολής, με εγγειοβελτιωτικά έργα που χρονολογούντο από την εποχή του πολιτισμού των Σουμερίων και πληθυσμό ο οποίος υπερέβαινε κατά καιρούς το ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Εξαιτίας του εύφορου της γης γινόταν κατά καιρούς στόχος επιδρομών ή εισβολών από διάφορες νομαδικές φυλές προερχόμενες από τα ανατολικά ή τα βόρεια, με αποτέλεσμα να υπάρχει πάντα η ανάγκη διατήρησης αξιόμαχων στρατών.

Η γνωστή ιστορία της Ασσυρίας αρχίζει περίπου το 1850 π.Χ., όταν ένας ηγεμόνας με το όνομα Σαμσί Αντάντ ενοποίησε τις τρεις πόλεις υπό κοινό έλεγχο. Αυτή η περίοδος μέχρι την κατάκτηση της Ασσυρίας από τους Μιτάνι κατά τον 15ο αιώνα π.Χ. είναι γνωστή ως «Πρώτη αυτοκρατορία». Δυστυχώς πολύ λίγα είναι γνωστά για την ιστορία της.

Στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε από την κατάρρευση των Μιτάνι κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. η Ασσυρία κατάφερε να αποκτήσει και πάλι την ανεξαρτησία της και να επεκτείνει τα σύνορά της προς τα νότια, όπου βρισκόταν η ακμάζουσα Βαβυλώνα. Αυτή η πόλη, που θαυμάστηκε όσο λίγες στην ανθρώπινη ιστορία, κατοικείτο από λαό συγγενή με τους Ασσυρίους, οι οποίοι τη θεωρούσαν ιερή πόλη και στόχο πολιτικής επικυριαρχίας από τη δημιουργία του κράτους τους ως και την καταστροφή του.

Σε αυτή την προώθηση προς τα νότια η αναγεννημένη αλλά μικρή Αυτοκρατορία συνάντησε ένα εμπόδιο που θα ήταν καθοριστικό για την πορεία της. Επρόκειτο για την πληθυσμιακή έκρηξη και τη συνακόλουθη μετανάστευση, προς Βορρά, ενός λαού σημιτικής καταγωγής, των Χαλδαίων ή (όπως ήταν η αρχαιότερη ονομασία τους) Αραμαίων. Αυτός ο λαός εγκαταστάθηκε στις περιοχές νότια, δυτικά και ανατολικά της Βαβυλώνας και αποτέλεσε τον κύριο εχθρό των Ασσυρίων κατά το υπόλοιπο της ιστορίας τους.

Μέχρι τον 10ο αιώνα η Ασσυρία παλινδρομούσε και αυτή μέσα στον κυκεώνα των πληθυσμιακών και πολιτισμικών ανακατατάξεων της περιοχής, άλλοτε επεκτείνοντας οριακά τα σύνορά της και άλλοτε χάνοντας τις (μικρές) κτήσεις της. Πρόκειται για την περίοδο της «Μέσης αυτοκρατορίας», κατά τη διάρκεια της οποίας η «χώρα του Ασούρ» ήταν πρακτικά μια περιφερειακή δύναμη, αυτοτελής αλλά και περιορισμένη. Τότε με τους συνεχείς μικρούς πολέμους με τους Χαλδαίους δημιουργήθηκε η στρατοκρατική κάστα, που θα κυβερνούσε τη μέλλουσα Αυτοκρατορία ως το τέλος της.

Η «Νέα αυτοκρατορία» άρχισε στα τέλη του 10ου αιώνα, περίπου το 910 π.Χ., υπό τη βασιλεία ενός νέου και δυναμικού μονάρχη, του Αντάντ Νιραρί, που κυβέρνησε από το 911 ως το 891 π.Χ. Αυτός πρέπει να ήταν που οργάνωσε τον στρατό του κράτους σε περισσότερο μόνιμες βάσεις, χρησιμοποιώντας βαριά άρματα ως κύριο όπλο κρούσης αλλά δημιουργώντας και ξεχωριστές μονάδες 7’βαρέος’’ πεζικού, όπως και τις πρώτες στον κόσμο οργανωμένες μονάδες ιππικού.

Περισσότερες λεπτομέρειες για τον στρατό αυτό έχουμε από την εποχή του Ασουρνασιπάλ (883-859), ενός βασιλιά-στρατιώτη, ο οποίος υιοθέτησε μια περισσότερο επιθετική πολιτική προς όλες τις κατευθύνσεις. Βασικός στόχος του Ασουρνασιπάλ ήταν η εξασφάλιση των δυτικών συνόρων της Ασσυρίας, που έπρεπε πλέον να προωθηθούν μέχρι τον Ευφράτη.

Στα βόρεια ζούσαν οι κάτοικοι του Ουραρτού, μια συνομοσπονδία φυλών που κατά καιρούς ενοποιούντο σε βασίλεια αρκετά ισχυρά ώστε να διατηρούν την ανεξαρτησία τους. Δύο σοβαροί λόγοι για επέκταση προς Βορρά ήταν η έλλειψη αλόγων και σιδήρου, για τα οποία φημιζόταν το Ουραρτού, που αποτελούσαν δύο στρατηγικά, θα λέγαμε σήμερα, υλικά τα οποία οι Ασσύριοι δεν έπρεπε να στερηθούν αν ήθελαν να παραμείνουν ανεξάρτητοι.

Οι Ασσύριοι ηγεμόνες ονόμαζαν την περιοχή μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη «Ευρύτερη Ασσυρία», λόγω του γεγονότος ότι και αυτή κατοικείτο από συγγενείς πληθυσμούς που ζούσαν σε αρχαίες τειχισμένες πόλεις. Οι Ασσύριοι βασιλείς είχαν αντιληφθεί ότι για να επιβιώσει η χώρα τους έπρεπε να βασιστούν σε πολύ ευρύτερες πληθυσμιακές και οικονομικές βάσεις από εκείνες που τους παρείχαν οι τρεις πατρογονικές πόλεις.

Η περιοχή προσαρτήθηκε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και αμέσως τέθηκε υπό άμεσο αυτοκρατορικό έλεγχο την εποχή του Ασουρνασιπάλ. Όσα σημεία κατακτώντο και βρίσκονταν έξω από αυτά τα όρια, θα ελέγχονταν στο εξής μέσω υποτελών ηγεμόνων που όφειλαν πίστη και υπακοή στην κεντρική εξουσία.

Ο στρατός του Ασουρνασιπάλ αρχικά ήταν ένας στρατός γεωργών που λάμβανε υποχρεωτική στρατιωτική εκπαίδευση και όφειλε να βρίσκεται στη διάθεση του ηγεμόνα όταν δεν καλλιεργούσε τα χωράφια του. Πρόκειται για μια μορφή στρατιωτικής οργάνωσης που θυμίζει πολύ την αντίστοιχη ρωμαϊκή της πρώτης δημοκρατικής περιόδου.

Το κλειδί της επιτυχίας αυτού του πρώιμου στρατού ήταν η εκπαίδευση των στρατιωτών και η οργάνωσή τους σε μονάδες που περιελάμβαναν τμήματα με ποικιλία οπλισμού. Βασικό όπλο κρίσης μιας εκ παρατάξεως μάχης ήταν συνήθως τα πολεμικά άρματα. Επρόκειτο για κατασκευές μέτριου βάρους, που θυμίζουν τα ελληνικά άρματα της Μυκηναϊκής εποχής, με δύο ή τρία άλογα και δύο επιβαίνοντες, από τους οποίους ο ένας ήταν ο αρματηλάτης και ο δεύτερος ένας βαριά θωρακισμένος πολεμιστής με μακριά λόγχη, τόξο και πολεμικό πέλεκυ.

Βασικός τρόπος χρήσης των αρμάτων ήταν η μαζική, άμεση επίθεση στην εχθρική διάταξη με σκοπό τη διάσπαση της συνοχής της, ένας ρόλος στον οποίο διέπρεψαν αφού συνήθως είχαν απέναντί τους ελαφρά οπλισμένους πεζούς. Το μέτριο βάρος τους επέτρεπε να κινούνται και σε λιγότερο κατάλληλα εδάφη, μεταφέροντας γρήγορα στρατό ή διενεργώντας επιδρομές και περιπολίες στα σύνορα.

Με τη σταδιακή αύξηση του ρόλου του ιππικού τα άρματα άρχισαν να γίνονται πιο βαριά και να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη διάσπαση του αντίπαλου μετώπου, αφού όλους τους υπόλοιπους ρόλους τους ανελάμβανε από τα μέσα του 9ου π.Χ. αιώνα το ιππικό. Προς το τέλος της Αυτοκρατορίας το ασσυριακό άρμα είχε μεταμορφωθεί σε ένα πολύ βαρύ υπόδειγμα με τέσσερα άλογα και τέσσερις επιβαίνοντες, όλους θωρακισμένους και οπλισμένους με τόξα, λόγχες και ξίφη ή πολεμικούς πελέκεις. Τα πεδινά εδάφη της Μεσοποταμίας καθιστούσαν αυτά τα άρματα πολύ επίφοβους αντιπάλους στο πεδίο της μάχης, καθώς ελάχιστοι από τους εχθρούς των Ασσυρίων διέθεταν πεζικό άξιο λόγου.

Οι Ασσύριοι φαίνεται πως ήταν από τους πρώτους λαούς που δημιούργησαν αληθινό ιππικό μάχης. Σε τοιχογραφίες φαίνονται καθαρά οι ιππείς του Ασουρνασιπάλ να επιχειρούν σε δυάδες, με τον ένα ιππέα να κρατά τα χαλινάρια και των δύο αλόγων και τον δεύτερο να χρησιμοποιεί το τόξο του. Αν και αυτός ο τρόπος χρησιμοποίησης φαίνεται σήμερα κάπως περίεργος και πρωτόγονος, πρέπει να θυμηθούμε ότι το ιππικό ήταν ένα νέο όπλο και οι τακτικές ακόμα υπό δοκιμή.

Τα ίδια τα άλογα ήταν βραχύσωμα και όχι τόσο συνηθισμένα στο να τα ιππεύουν, ενώ και οι αναβάτες δεν είχαν αναπτύξει ακόμα τις ικανότητες που θα τους επέτρεπαν να πολεμούν πιο αυτόνομα. Ωστόσο μέσα σε μερικές δεκαετίες και υπό το βάρος των ιρανικών φυλών που συγκεντρώνονταν στα ανατολικά και στα βόρεια σύνορα της Ασσυρίας, το ιππικό αναπτύχθηκε σε ένα όπλο που έγινε αληθινό πρότυπο.

Από τον 8ο αιώνα π.Χ. και μετά το ασσυριακό ιππικό εφοδιάστηκε με φολιδωτούς θώρακες, τόξα και, το πιο σημαντικό, λόγχες μήκους δύο περίπου μέτρων, οι οποίες του επέτρεπαν να πραγματοποιεί αληθινές συντεταγμένες επελάσεις και να συγκρούεται αποτελεσματικά με τα έφιππα νομαδικά φύλα των Μήδων και των Περσών, που πάντως διέθεταν καλύτερης ποιότητας άλογα.

Η οικονομία που προσέφερε το ιππικό σε σχέση με τα άρματα παρείχε στους Ασσυρίους τη δυνατότητα να καταστήσουν τον στρατό τους πολύ πιο ευκίνητο και αυτό φαίνεται καθαρά σε διάφορες επιγραφές που αναφέρονται συχνά σε σύντονες πορείες εκατό χιλιομέτρων σε δύο ημέρες (!). Ταυτόχρονα οι αυξημένες ανάγκες για καλά άλογα έγιναν ένας από τους λόγους του ασσυριακού ιμπεριαλισμού, αφού τα καλύτερα άλογα βρίσκονταν κατά κανόνα στις βόρειες περιοχές της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας, που ελέγχονταν σχεδόν πάντα από εχθρικούς λαούς.

Οι συνεχείς πόλεμοι των Ασσυρίων με τον λαό του Ουραρτού (ορεινός, πιθανότατα γηγενής λαός που ζούσε στην περιοχή της ευρύτερης αρχαίας Αρμενίας γύρω από τη λίμνη Βαν) αφορούσαν ακριβώς την προμήθεια των στρατηγικής σημασίας πολεμικών αλόγων που εξέτρεφε αυτός ο λαός.

Το πεζικό αποτελούσε το πλέον πολυάριθμο μέρος του στρατού και, αντίθετα με την πρακτική των μεταγενέστερων ασιατικών αυτοκρατοριών, ήταν και αυτό εξαιρετικά αξιόμαχο. Οι πεζοί προέρχονταν από τους πιο φτωχούς αγρότες, τους οποίους όμως φαίνεται ότι εξόπλιζε και εκπαίδευε το ίδιο το κράτος. Διακρίνονταν σε δορυφόρους και τοξότες, οι οποίοι όμως δεν σχημάτιζαν ξεχωριστές μονάδες αλλά τάσσονταν για μάχη ο ένας δίπλα στον άλλο μέσα στον ίδιο σχηματισμό. Οι δορυφόροι έφεραν συνήθως μεγάλη (παραλληλόγραμμη ή στρογγυλή) ξύλινη ασπίδα, δόρυ και ένα μικρό σιδερένιο ξίφος που χρησιμοποιείτο για νύξη, ως όπλο της τελευταίας στιγμής.

Η θωράκιση τους φαίνεται ότι ήταν μεταλλική, χάλκινη ή ορειχάλκινη φολιδωτή και φοδραρισμένη εσωτερικά με ύφασμα. Οι επιγραφές και τα γλυπτά σπανίως δείχνουν στρατιώτη αθωράκιστο και ποτέ χωρίς κράνος, το οποίο ήταν κατασκευασμένο συνήθως από ορείχαλκο και σπανιότερα από σίδηρο. Οι τοξότες ήταν όμοια θωρακισμένοι, έφεραν και αυτοί κράνος, ξίφος και ισχυρό σύνθετο τόξο, εκπαιδεύονταν δε τόσο στις βολές ακριβείας, όσο και στη «βροχή από βέλη» για την οποία φημίζονταν όλοι οι ανατολικοί λαοί.

Ο τοξότης και ο δορυφόρος πολεμούσαν σε ζευγάρια, με τον δεύτερο να προστατεύει τον πρώτο με την ασπίδα του από τα αντίπαλα τοξεύματα ή από τους αντιπάλους που είχαν αρκετή τόλμη ώστε να προσεγγίσουν τις ασσυριακές θέσεις. Το ασσυριακό πεζικό ήταν εκπαιδευμένο να αντιμετωπίζει άρματα, να διεξάγει πολιορκίες, να κατανικά το αντίπαλο πεζικό και, από ένα σημείο και μετά, να φρουρεί τις κατακτημένες περιοχές, έργο ιδιαίτερα δύσκολο και απαιτητικό όπως θα δούμε στη συνέχεια. Στις τοιχογραφίες των Ασσυρίων υπάρχουν και πολλές απεικονίσεις σφενδονητών, οι οποίοι επίσης εμφανίζονται θωρακισμένοι.

Η σφενδόνη ήταν ένα ευρύτατα διαδεδομένο κυνηγετικό όπλο σε όλη την Ανατολή και τη Μεσόγειο και ήταν λογικό για κάθε στρατό να διαθέτει αρκετούς στρατιώτες οπλισμένους με αυτή. Συνήθως φέρονταν μολύβδινα ή πέτρινα βλήματα, τα οποία μπορούσαν να σκοτώσουν ή να τραυματίσουν βαριά ανεξαρτήτως θωράκισης και μάλιστα με ακρίβεια και σε βεληνεκές παρόμοια με αυτά του τόξου.

Ένα ακόμα είδος πεζικού προερχόταν από τα διάφορα υποτελή βασίλεια και η αξία του κυμαινόταν ανάλογα με την προέλευσή του. Σε τοιχογραφίες εμφανίζονται δορυφόροι στρατιώτες με μεγάλες στρογγυλές ασπίδες με έντονη κοιλότητα, κατασκευασμένες από ξύλο και δέρμα.

Το γεγονός ότι είναι συνήθως αθωράκιστοι και δεν φέρουν κράνος τους διαφοροποιεί αμέσως από τους Ασσυρίους στρατιώτες, ενώ το γεγονός ότι συνήθως φαίνεται να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή κατά τις πολιορκίες δείχνει ότι θεωρούντο πιο αναλώσιμοι από τους Ασσυρίους. Πιθανότατα πρόκειται για Χαλδαίους ή Ισραηλίτες των οποίων τα βασίλεια είχαν δηλώσει υποταγή και είχαν την υποχρέωση να παρέχουν στρατό. Διάφοροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι στις τάξεις των Ασσυρίων πολεμούσαν και Φρύγες, Αιγύπτιοι, ακόμα και Έλληνες μισθοφόροι, κάτι πολύ πιθανό δεδομένου ότι οι ασταμάτητοι πόλεμοι προκαλούσαν συνεχή ανάγκη για αξιόμαχα χέρια.

Οι Φοίνικες συνέβαλαν με τον δικό τους τρόπο στην ασσυριακή πολεμική μηχανή, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Ασσύριοι δεν ναυπήγησαν ποτέ μεγάλο στόλο. Κατά τις επιχειρήσεις εναντίον του Ελάμ, για παράδειγμα, υπήρχε ανάγκη από σκάφη που θα μπορούσαν να ελέγξουν τους ποταμούς και τα έλη στις εκβολές του Τίγρη. Οι πλέον κατάλληλοι να προμηθεύσουν την κατάλληλη τεχνογνωσία ήταν οι πανταχού παρόντες εκείνη την εποχή Φοίνικες – σε μια τοιχογραφία απεικονίζονται διήρεις και μεταγωγικά φοινικικής κατασκευής να μεταφέρουν στρατιώτες.

Πάντως οι μόνες τοιχογραφίες στις οποίες διακρίνεται άμεση εμπλοκή των Ασσυρίων με το υγρό στοιχείο περιέχουν πολύ ενδιαφέρουσες απεικονίσεις στρατιωτών που έχουν απαλλαγεί από τον οπλισμό τους και φαίνονται να είναι μπρούμυτα ξαπλωμένοι πάνω σε φουσκωμένα ασκιά με τα οποία περνούσαν τα μικρότερα ποτάμια κολυμπώντας.

Δεν είναι γνωστά πολλά στοιχεία για τις τακτικές μάχης των Ασσυρίων, αφού δεν σώζεται κάποιο κείμενο που να περιγράφει τη διάταξη μάχης τους. Οι τοιχογραφίες συνήθως αναφέρονται σε άμεση επίθεση, άνετη επικράτηση και σφαγή των αντιπάλων, κάτι που δεν πρέπει να ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα.

Περιγράφοντας μια από τις αποφασιστικές μάχες με τους Ουραρτού τα γλυπτά στους τοίχους των βασιλικών ανακτόρων υποστηρίζουν πως το ιππικό και τα άρματα πέρασαν βίαια ένα ποτάμι και έπεσαν πάνω στους εχθρούς, οι οποίοι αιφνιδιάστηκαν από την ορμή της ξαφνικής επίθεσης. Αμέσως ακολούθησε το πεζικό, με αποτέλεσμα ο βασιλιάς των Ουραρτού να εγκαταλείψει το στρατόπεδό του και διακόσια μέλη της οικογενείας του για να σωθεί.

Αν και δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε για την ακρίβεια του κειμένου, είναι μάλλον απίθανο οι Ασσύριοι να έδιναν κατ’ αυτό τον τρόπο όλες τους τις μάχες. Η γενικότερη προσοχή την οποία έδιναν στις πολεμικές τους επιχειρήσεις αφήνει να εννοηθεί ότι πρέπει να είχαν αναπτύξει και κατάλληλους τρόπους διάταξης του στρατού τους.

Οι τοιχογραφίες δείχνουν τα θωρακισμένα ζευγάρια δορυφόρων / τοξοτών και από πίσω τους σφενδονήτες, ενώ στις πρώτες γραμμές φαίνεται να πολεμούν ελαφρά οπλισμένοι δορυφόροι πεζοί και τοξότες, ίσως σε ρόλο αντίστοιχο των «ψιλών» των ελληνικών στρατών. Τα άρματα και το ιππικό συνήθως απεικονίζονται να καταπατούν τους αντίπαλους, αλλά δεν γνωρίζουμε αν το ιππικό ακολουθούσε τα άρματα κατά την έφοδο ή επιτίθετο π.χ. από τις πλευρές.

Οι Ασσύριοι ήταν ο πρώτος γνωστός λαός που χρησιμοποίησε συστηματικά πολιορκητικές μηχανές. Οι πόλεις της Εγγύς Ανατολής ήταν ήδη αρχαίες και γι’ αυτό πολύ καλά τειχισμένες, αφού υπήρχε η συνήθεια να προστίθενται συνεχώς νέα τείχη στα ήδη υπάρχοντα. Οι οχυρώσεις αυτές προκαλούν εντύπωση ακόμα και σήμερα με την αρτιότητά τους.

Μερικές διαθέτουν επάλληλες σειρές τειχών, υπερυψωμένες πύλες, προεξέχοντες πύργους και συνήθως βρίσκονταν σε τοποθεσίες όπου υπήρχαν άφθονο νερό και οδοί ανεφοδιασμού. Απέναντι σε αυτές τις οχυρώσεις οι Ασσύριοι αντέταξαν ένα είδος πολιορκητικής μηχανής που μπορεί να θεωρηθεί ως πρόδρομος της ελληνικής «χελώνας». Οι Ασσύριοι απεικόνισαν τέτοιες μηχανές σε πολλές από τις τοιχογραφίες τους.

Αυτές διέθεταν τέσσερις τροχούς, μια μεγάλη ξύλινη καμπίνα που χωρούσε λίγες δεκάδες χειριστές και τοξότες και ένα μακρύ ξύλινο στέλεχος στο μπροστινό μέρος, το οποίο κατέληγε σε ένα δρεπανοειδές ή αιχμηρό έμβολο. Στις μεγαλύτερες υπήρχε ένα ξύλινο κουβούκλιο πάνω από την καμπίνα, από όπου οι στρατιώτες έβαλλαν με τα τόξα τους ή χειρίζονταν ένα μακρύ κοντάρι από την άκρη του οποίου κρέμονταν δέρματα, με τα οποία έσβηναν τα φλεγόμενα βέλη ή τα δαδιά που εξακόντιζαν κατά εκατοντάδες οι αμυνόμενοι.

Το μεταλλικό έμβολο μπορούσε να καταστρέψει τα πλίθινα ή πήλινα τείχη της εποχής, επιτρέποντας την τελική έφοδο του πεζικού. Το πιο εντυπωσιακό ίσως στοιχείο αυτών των πρώιμων «χελωνών» ήταν ότι ήταν συναρμολογούμενες ! Αυτό φαίνεται καθαρά στις τοιχογραφίες του ανακτόρου του Σεναχερίμπ (704-681π.Χ.), όπου ο καλλιτέχνης έχει καταφέρει να αποδώσει ξεκάθαρα τόσο το ελαφρό της κατασκευής, όσο και τη δυνατότητα συναρμολόγησης και αποσυναρμολόγησης.

Οι Ασσύριοι στις τοιχογραφίες τους δείχνουν καθαρά και μία άλλη πολιορκητική τεχνική που δεν είναι άλλη από την υπονόμευση. Σε αρκετές τοιχογραφίες απεικονίζονται στρατιώτες υπό την κάλυψη ξύλινων παραπετασμάτων ή πολιορκητικών μηχανών, να καταστρέφουν με (σιδερένιους;) λοστούς τη βάση ή τα θεμέλια των τειχών. Στην περίπτωση των τειχών της Βαβυλώνας, που φημιζόταν για τις οχυρώσεις της, οι Ασσύριοι απομόνωσαν εντελώς την πόλη επί δύο περίπου χρόνια.

Αυτό και μόνο το περιστατικό δείχνει την εξελιγμένη επιμελητεία τους, που κατάφερε με τα μέσα της εποχής να ανεφοδιάζει έναν στρατό 40.000 περίπου στρατιωτών για τέτοιο διάστημα. Η Βαβυλώνα τελικά παραδόθηκε όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα κανιβαλισμού μεταξύ των κατοίκων. Ωστόσο, παρά τα πολύ εξελιγμένα πολιορκητικά μέσα των Ασσυρίων, συνηθέστερη αιτία υποταγής μιας πόλης ήταν η φοβερή φήμη τους.

Ήδη από τη βασιλεία του Ασουρνασιπάλ έχουμε τις πρώτες ξεκάθαρες αναφορές για το τι περίμενε τους εχθρούς των Ασσυρίων που δεν υποτάσσονταν αμέσως. Σε μια επιγραφή ο συγκεκριμένος βασιλιάς καλεί τους θεούς του να δουν τι έκανε στους επαναστατημένους κατοίκους μιας πόλης στη Μεσοποταμία με το όνομα Σούρου, η οποία επωφελούμενη της απουσίας του ασσυριακού στρατού στα βόρεια σύνορα αποφάσισε να αποστατήσει.

Ο Ασουρνασιπάλ με τον στρατό του κάλυψαν πάνω από 300 χιλιόμετρα «χωρίς να σταθούν» μέσα στο καυτό καλοκαίρι και εμφανίστηκαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων πριν αυτοί προλάβουν να ετοιμαστούν όπως έπρεπε για την πολιορκία. Οι αρχές της πόλης παρακάλεσαν τον Ασουρνασιπάλ να τους λυπηθεί αλλά μάταια. Η περιγραφή αυτού που επακολούθησε ταράζει ακόμα και σήμερα, αφού η αντίστοιχη επιγραφή αναφέρει διεξοδικά πώς οι κάτοικοι της παραδομένης πόλης σφάχτηκαν, κάηκαν ζωντανοί, ακρωτηριάστηκαν, βράστηκαν σε καυτό νερό ή ανασκολοπίστηκαν μαζικά.

Από τη βασιλεία του Ασουρνασιπάλ και έπειτα παρόμοιες εικόνες «στολίζουν» κάθε τοιχογραφία που εξυμνεί τα κατορθώματα του εκάστοτε βασιλιά, δίνοντάς μας μια εικόνα ενός έθνους, αν μη τι άλλο, σαδιστικού και αιμοσταγούς. Η αλήθεια όμως είναι μάλλον διαφορετική. Οπως πολλοί άλλοι πριν αλλά και μετά από αυτούς, οι Ασσύριοι αντιλήφθηκαν νωρίς ότι ο καλύτερος τρόπος για να κερδίσεις έναν πόλεμο είναι να μη χρειαστεί να πολεμήσεις. Ετσι οι επιλεκτικές αλλά εξαιρετικά βάρβαρες σφαγές των κατοίκων των πόλεων που αντιστέκονταν, επιδρούσαν αποτρεπτικά σε όσες σκέπτονταν να αντισταθούν.

Οι πολιορκίες ήταν εξαιρετικά χρονοβόρες και ανθρωποβόρες και οι πόροι της Ασσυρίας ήταν συνήθως περιορισμένοι. Η είδηση για τη συμφορά που έβρισκε τους ηττημένους ήταν συνήθως αρκετή για να αποθαρρύνει τους αντιπάλους των Ασσυρίων. Αυτό που είναι κατά κάποιον τρόπο πρωτότυπο σε σχέση με άλλους μεγάλους κατακτητές είναι ότι οι επιγραφές υπερτονίζουν αυτές τις ακρότητες και είναι ιδιαίτερα περιγραφικές στην ωμότητά τους.

Ένας από τους βασικούς λόγους γι’ αυτή τη φαινομενική απόλαυση της βίας ήταν και η εξαιρετικά βάρβαρη θρησκεία των Ασσυρίων, για την οποία λέγεται ότι ήταν μια από τις τελευταίες που διατήρησε την ανθρωποθυσία ως μέσο επικοινωνίας με τους ανώτερους θεούς. Στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική, αφού η πλήρης στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας είχε την αντανάκλασή της στα πολιτισμικά πρότυπα του απλού λαού και της επίσημης θρησκείας.

Μία ακόμα «πρωτότυπη» πρακτική ήταν η μαζική εξορία και η επανεγκατάσταση, σε άλλο σημείο της Αυτοκρατορίας, ενός ανυπότακτου λαού. Η κλίμακα στην οποία κατέφευγαν οι Ασσύριοι σε αυτή την πρακτική γίνεται αντιληπτή από το παράδειγμα των Ελαμιτών. Οι Ελαμίτες ήταν ένα αρχαίο αραμαϊκό φύλο το οποίο όχι μόνο αντιστάθηκε επιτυχώς στους Ασσυρίους επί αιώνες, αλλά επέφερε και σοβαρές ήττες στον ασσυριακό στρατό. Το κέντρο του πολιτισμού τους βρισκόταν γύρω από τα αρχαία Σούσα, τη μετέπειτα περσική πρωτεύουσα που κατέλαβαν οι Πέρσες κατά το τελικό στάδιο της μετακίνησής τους ως φύλο και αφού οι Ασσύριοι είχαν συντρίψει τη στρατιωτική δύναμη του Ελάμ.

Οι Ελαμίτες την εποχή που συγκρούστηκαν με τους Ασσυρίους περνούσαν εκ νέου σε ένα στάδιο συνομοσπονδίας φυλών ή πόλεων, χωρίς κάποιον απόλυτο ηγεμόνα ή άλλη μορφή κεντρικής εξουσίας. Αν και υπάρχουν πολλές μαρτυρίες γι’ αυτό τον λαό ήδη από τον 25ο αιώνα π.Χ., ελάχιστα μνημεία του έχουν διατηρηθεί ως τώρα. Μέχρι τα μέσα του 9ου αιώνα οι Ελαμίτες είχαν διεισδύσει στις περιοχές γύρω από τη Βαβυλώνα, κερδίζοντας με το μέρος τους μεγάλο μέρος του πληθυσμού των πόλεων που υπάγονταν σε αυτή.

Στο πλαίσιο μιας μεγάλης νίκης των Ασσυρίων στα τέλη του 8ου αιώνα ακολούθησε ο διωγμός 208.000 ανθρώπων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε άλλα μέρη του κράτους σε μια προσπάθεια να ησυχάσει η περιοχή. Ενας άλλος διωγμός έγινε πολύ πιο διάσημος στα χρόνια που ακολούθησαν. Την εποχή του Σαλμανέζερ ή του Σαργών και λίγο πριν από την πρώτη καταστροφή της Βαβυλώνας, τα βασιλικά αρχεία περιγράφουν την κατάληψη της Σαμάρειας. Η πόλη, περιγράφει η Παλαιά Διαθήκη, αντιστάθηκε επί δύο χρόνια. Οταν έπεσε 27.290 κάτοικοι της περιοχής υποχρεώθηκαν να εγκατασταθούν σε διάφορα μέρη της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται στην πραγματικότητα για τη μισομυθική «χαμένη φυλή του Ισραήλ».

Η περιγραφή των εκστρατειών του ασσυριακού στρατού κατά τα χρόνια του Νέου Βασιλείου δείχνει τόσο τη δυναμική, όσο και τα αδιέξοδα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι ηγεμόνες της Ασσυρίας. Ο ασσυριακός στρατός επί 300 περίπου χρόνια πολεμούσε διαδοχικά στον Νότο εναντίον των Βαβυλωνίων ή των Χαλδαίων, την επόμενη χρονιά δυτικά εναντίον των Σύρων, των Ισραηλιτών ή των Αιγύπτιων, κατόπιν κατά των Μήδων στην Ανατολή και την επομένη (ή και την ίδια) χρονιά στον Βορρά εναντίον των Ουραρτού ή των Κιμμερίων.

Ακόμα και όταν ο αυτοκρατορικός στρατός είχε φθάσει σχεδόν στο Σουδάν, υπήρχε πάντα κάποια εξέγερση στον Νότο ή εισβολή από τον Βορρά για την οποία δεσμεύονταν μεγάλες δυνάμεις. Ηταν φανερό ότι οι αγρότες-στρατιώτες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτά τα «αυτοκρατορικά» καθήκοντα, αφού τα εκτεταμένα σύνορα απαιτούσαν μεγάλους αριθμούς στρατιωτών σε συνεχή ετοιμότητα.

Η λύση που έδωσαν οι Ασσύριοι βασιλιάδες ήταν η δημιουργία ενός αμιγώς επαγγελματικού στρατού. Από τα μέσα του 8ου αιώνα και συγκεκριμένα από τη βασιλεία του μεγάλου μεταρρυθμιστή Τιγκλάθ Πιλέσερ Γ’ οι ένοπλες δυνάμεις έπαψαν να συγκεντρώνονται μόνο κατά την περίοδο που δεν υπήρχε γεωργική εργασία και δημιουργήθηκε ένας μόνιμος στρατός στον οποίο συμμετείχαν πρακτικά όλοι οι άρρενες που βρίσκονταν σε στρατεύσιμη ηλικία.

Τις γεωργικές εργασίες τις ανέλαβαν κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν οι χιλιάδες των διωγμένων που είχαν υποβιβαστεί σε σκλάβους, υπό το άγρυπνο μάτι μιας εντελώς στρατοκρατούμενης πλέον κοινωνίας. Υπό μία έννοια οι Ασσύριοι βρήκαν στο πρόβλημα ασφάλειας που είχαν ίδια λύση με τους αρχαίους Σπαρτιάτες. Από την εποχή του Τιγκλάθ Πιλέσερ και μετά η δύναμη του ασσυριακού στρατού ξεπέρασε κατά καιρούς τους 200.000 στρατιώτες.

Η στρατιωτική μεταρρύθμιση που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τιγκλάθ Πιλέσερ Γ’ οδήγησε στην ολοκληρωτική κατάκτηση της Φρυγίας και της Συρίας στα δυτικά και, το πιο σημαντικό, της Αιγύπτου. Η παρηκμασμένη Αίγυπτος αποτελούσε πρόβλημα για κάθε επίδοξο κατακτητή, κυρίως λόγω των μηχανορραφιών των τελευταίων φαραώ, οι οποίοι ως αντιστάθμισμα έναντι της ασσυριακής ισχύος υποδαύλιζαν τις τάσεις ανεξαρτησίας των ισραηλιτικών και συριακών βασιλείων.

Ήδη από το 679 π.Χ. ο ασσυριακός στρατός βρισκόταν στα σύνορα της Αιγύπτου, έχοντας κατακτήσει ή καταστρέψει όλες τις πόλεις που ελέγχονταν από το βασίλειο του Νείλου στη Συρία και στην Παλαιστίνη. Αν και η αρχική εισβολή αποκρούστηκε από τους Αιγυπτίους το 674, τρία χρόνια μετά οι Ασσύριοι επέστρεψαν πιο οργανωμένοι με αποτέλεσμα την κατάληψη της Μέμφιδας (μέσα σε μία ημέρα, υποστηρίζουν τα ασσυριακά αρχεία) στις 11 Ιουλίου 671.

Επρόκειτο για μια κολοσσιαία εκστρατεία, ένα πρωτοφανές οργανωτικό επίτευγμα για την εποχή, αφού η Αίγυπτος απείχε πάνω από 2.000 χιλιόμετρα από τα σύνορα της Ασσυρίας. Ταυτόχρονα έφερε τους Ασσυρίους αντίπαλους με το πεπρωμένο τους, αφού ήταν φανερό ότι η Αυτοκρατορία είχε υπερεπεκταθεί και ήταν πλέον δύσκολο να κρατηθούν όλες αυτές οι κτήσεις. Αν και στα δυτικά η ισχύς των Ασσυρίων φαινόταν ακαταμάχητη, στα βόρεια και στα ανατολικά σύνορα συγκεντρώνονταν αυτή τη φορά τα στίφη των νέων εχθρών.

Ο βασιλιάς Σαργών είχε καταλάβει και λεηλατήσει τη Βαβυλώνα γύρω στο 680, σε μια προσπάθεια να απαλλαγεί από τις συνεχείς εξεγέρσεις και τον «εσωτερικό» κίνδυνο που αντιπροσώπευαν οι Χαλδαίοι και οι Βαβυλώνιοι. Την επόμενη δεκαετία το Ελάμ καταστράφηκε σχεδόν σε μια σειρά αφανιστικών επιδρομών. Την ίδια περίοδο κατακτήθηκε, όπως προαναφέραμε, και η Αίγυπτος.

Οι Ουραρτού είχαν πρακτικά εξουδετερωθεί σε μια επική εκστρατεία του Σαργών περίπου το 710 π.Χ. Το κενό έσπευσαν σε κάθε περίπτωση να καταλάβουν άλλοι, πιο επικίνδυνοι εισβολείς. Ηταν η περίοδος της μετανάστευσης των τελευταίων ιρανικών λαών στη νέα τους πατρίδα, τα σημερινά Ιράν και Ιράκ. Οι Μήδοι ήταν οι πιο επίφοβοι από αυτούς. Λαός πολεμικός, με ιδιαίτερη έφεση στη χρήση εξαιρετικών αλόγων, ανέτρεψαν κάθε συσχετισμό ισχύος στα βορειοανατολικά της Μεσοποταμίας. Υποτελείς τους εκείνη την περίοδο (μέσα 7ου π.Χ. αιώνα) ήταν και οι φυλετικά συγγενείς τους Πέρσες, οι οποίοι κατευθύνθηκαν πιο νότια, καταλαμβάνοντας σταδιακά το ρημαγμένο Ελάμ.

Γνωρίζουμε ότι οι Πέρσες την περίοδο των πολέμων με την Ελλάδα χρησιμοποιούσαν, εκτός από το επίλεκτο ιππικό, μεγάλο αριθμό πεζών στρατιωτών (σχεδόν αποκλειστικά τοξοτών), τους οποίους έτασσαν σε βαθείς, τετράγωνους σχηματισμούς με σκοπό τη μαζική προσβολή του αντιπάλου με βέλη. Πιθανότατα αυτό τον τρόπο μάχης τον κληρονόμησαν από τους Ελαμίτες, οι οποίοι επίσης διέθεταν πολυάριθμους τοξότες, που τάσσονταν σε τετράγωνους σχηματισμούς με σκοπό την αντοχή στις επελάσεις των ασσυριακών αρμάτων και του ιππικού.

Ένας τρίτος εχθρός, εξίσου επικίνδυνος και νέος στην πολιτική σκηνή της εποχής, ήταν οι Σκύθες, πιθανότατα ινδοευρωπαϊκό φύλο έφιππων νομάδων με εξαιρετικές πολεμικές ικανότητες, αφού λέγεται ότι δεν νικήθηκαν σε μεγάλη εκ παρατάξεως μάχη παρά μόνο από τον Μέγα Αλέξανδρο σχεδόν τρεις αιώνες μετά. Οι Σκύθες αρχικά εισέβαλαν στην Ασσυρία, όμως τους έλειπαν οι εξελιγμένες πολιορκητικές τεχνικές που θα τους επέτρεπαν να κατακτήσουν τις ασσυριακές πόλεις.

Αν και οι Ασσύριοι απώθησαν τους επιδρομείς ο Ασουρμπανιπάλ (ο τελευταίος μεγάλος Ασσύριος βασιλιάς) προτίμησε να τους καταστήσει συμμάχους μέσω μιας σειράς βασιλικών γάμων. Οι Σκύθες έπαψαν να δημιουργούν προβλήματα. Μάλιστα απώθησαν μια εισβολή των Μήδων προς την Ασσυρία, μετατρέποντάς τους σε υποτελείς τους επί μια περίπου εικοσαετία. Ωστόσο το τέλος της Ασσυρίας πλησίαζε γοργά.

Ίσως χρειάζεται εδώ μια διευκρίνιση για τις «βαρβαρικές» φυλές που αντιστέκονταν στην Ασσυρία. Σαφώς δεν επρόκειτο για οργανωμένα βασίλεια με ανεπτυγμένη κρατική οργάνωση, γραφειοκρατία κλπ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ήταν εύκολοι αντίπαλοι οι οποίοι δεν είχαν τύχη απέναντι στον ασσυριακό στρατό.

Συνήθως υπερείχαν αριθμητικά, ενώ η συνεχής τριβή τους με την πολεμική μηχανή της Ασσυρίας και τα αιματηρά μαθήματα που είχαν αποκομίσει από αυτή τους είχαν οδηγήσει σε υψηλότατο επίπεδο απόδοσης. Μια τοιχογραφία που απεικονίζει Ελαμίτες, για παράδειγμα δείχνει εξαιρετικά ακριβής και παρουσιάζει έναν στρατό ελαφρά οπλισμένο, ο οποίος όμως διαθέτει άρματα (σε ένα μάλιστα επιβαίνουν τέσσερις πολεμιστές) και ιππείς.

Είναι φανερό ότι ο καλλιτέχνης προσπάθησε να δείξει ότι και το ηθικό τους ήταν αρκετά υψηλό. Ακόμα οι ιρανικοί στρατοί αποτελούντο σε μεγάλο βαθμό από πολύ καλούς ιππείς που επέβαιναν σε εξαιρετικά, για την εποχή, άλογα. Το γεγονός ότι δεν είχαν κάποια ανεπτυγμένη κρατική οντότητα να υπερασπιστούν τους έδινε κάποια πλεονεκτήματα, αφού όταν δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τους Ασσυρίους εγκατέλειπαν μαζικά τις περιοχές τους και προσπαθούσαν να βρουν καταφύγιο σε οχυρά στα βουνά ή σε έλη, όπου μπορούσαν να παρατάξουν καλύτερη άμυνα.

Έτσι μπορεί οι Ασσύριοι να κέρδιζαν κατά κανόνα τις εκ παρατάξεως μάχες, αλλά οι «βάρβαροι» κέρδιζαν στις αναρίθμητες μικρότερες αψιμαχίες, ενέδρες και επιδρομές, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου προκαλούσαν μεγαλύτερες απώλειες από τις μεγάλες μάχες. Μια ενδιαφέρουσα, σχετική με το θέμα, πιθανότητα είναι ότι οι επιδρομές των Ασσυρίων για άλογα, μέταλλα και σκλάβους οδήγησαν πρακτικά τους γειτονικούς λαούς στην ανάπτυξη κρατικής οργάνωσης.

Αυτό φαίνεται ότι ίσχυσε στην περίπτωση των Ουραρτού, οι οποίοι αρχικά αποτελούσαν μια ειρηνική φυλή ορεσίβιων κτηνοτρόφων, εκτροφέων αλόγων και σιδηρουργών, υπό το βάρος, όμως, της ασσυριακής απειλής πραγματοποίησαν πολιτικά άλματα με αποτέλεσμα προς το τέλος του 9ου αιώνα να έχουν ενοποιηθεί σε ένα αληθινά ισχυρό βασίλειο, το οποίο μάλιστα επιβίωσε περισσότερο από την Ασσυρία.

Την εποχή της βασιλείας του Ασουρμπανιπάλ (που έμεινε για πάντα στη μνήμη των Ελλήνων ως Σαρδανάπαλος) η Ασσυρία εγκατέλειψε τόσο την Αίγυπτο, όσο και τις κτήσεις της στην Παλαιστίνη, τη Φοινίκη και τη Συρία. Ο στρατός χρειαζόταν πλέον κοντά στην πατρίδα, όπου η Βαβυλώνα έβρισκε πάλι την ισχύ της, ενώ και η Μηδία το 630 π.Χ. περίπου αποκτούσε εκ νέου την ανεξαρτησία της, με αποτέλεσμα την άσκηση αφόρητης πίεσης στα σύνορα της Ασσυρίας.

Τα χρονικά δεν μας δίνουν εξήγηση για τη μείωση της αποτελεσματικότητας του ασσυριακού στρατού, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ασφαλώς ότι αυτή οφειλόταν στην εξάντληση του κράτους λόγω των συνεχών πολέμων, στην άνοδο του πολεμικού επιπέδου των διάφορων ιρανικών φυλών, αλλά και στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των διαδόχων του Ασουρμπανιπάλ. Το τελευταίο σκίρτημα ισχύος της Ασσυρίας ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή των υπολειμμάτων του Ελάμ. Ομως μετά από αυτό τα χρονικά σιωπούν.

Είχε φθάσει η ώρα της Νέμεσης για τη χώρα του Ασούρ. Οι Μήδοι εισέβαλαν στην «κυρίως Ασσυρία» το 615 και αρχικά στράφηκαν εναντίον της ίδιας της Νινευί. Οι οχυρώσεις της πόλης τούς αποθάρρυναν και τότε στράφηκαν κατά της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης, της Ασούρ, την οποία και κατέλαβαν με έφοδο σκορπώντας τον θάνατο και μεταφέροντας χιλιάδες σκλάβους. Στα ερείπια της Ασούρ οι Μήδοι συμμάχησαν με την αναγεννημένη για μια ακόμα φορά Βαβυλώνα και συμφώνησαν να ενωθούν πάλι την επόμενη χρονιά, με αντικειμενικό σκοπό αυτή τη φορά την ίδια τη Νινευί. Είναι άγνωστο πόσο διήρκεσε αυτή η πολιορκία, όμως πρέπει να ήταν εξαιρετικά αιματηρή.

Οι ανασκαφές στο σημείο έφεραν στο φως πολλά οστά ανθρώπων με τραύματα από πέτρες και βέλη, διαπιστώθηκε δε πως το άνοιγμα της κεντρικής πύλης της πόλης είχε περιοριστεί από επτά μέτρα σε δύο, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η είσοδος των εχθρών. Λαμβάνοντας υπόψη τις ικανότητες και την υπερηφάνεια των Ασσυρίων, αλλά και την πολεμική έπαρση των Μήδων και των Βαβυλωνίων που έβλεπαν ότι βρίσκονταν ένα βήμα πριν από την επίτευξη του στόχου τους, μπορούμε να συμπεράνουμε τη σφοδρότητα των τελικών εφόδων των επιτιθέμενων και την απεγνωσμένη προσπάθεια των υπερασπιστών. Τελικά η Νινευί καταστράφηκε ολοκληρωτικά.

Το μίσος των λαών της περιοχής προς τους Ασσυρίους το μαρτυρεί το γεγονός ότι περίπου τρεις αιώνες μετά, όταν έφθασε στην περιοχή ο Μέγας Αλέξανδρος, κανένας δεν θυμόταν το όνομα της ερειπωμένης πόλης!

«Οποιος ζει με το ξίφος, πεθαίνει με το ξίφος», λέει ένα ρητό και σίγουρα αυτό ταιριάζει στην περίπτωση των Ασσυρίων και της Αυτοκρατορίας τους. Ζούσαν σε μια περιοχή εύφορη αλλά ουσιαστικά απροστάτευτη. Αφενός δεν υπήρχαν βουνά ή άλλα εδαφικά κωλύματα για να δυσκολέψουν τους εισβολείς, αφετέρου η χώρα τους βρισκόταν στο σταυροδρόμι των μετακινήσεων των ινδοευρωπαϊκών λαών, γεγονός με καθοριστικές συνέπειες για την ιστορία τους. Αυτές και ίσως πολλές άλλες αιτίες δημιούργησαν την ανάγκη για μια μοναδική ως τότε στρατιωτική μηχανή, η οποία έφερε τους Ασσυρίους στα σύνορα με το Σουδάν.

Ταυτόχρονα όμως αυτή η μηχανή τους κατέστησε σκλάβους της, αφού ουσιαστικά όλο το κράτος ήταν ένα τεράστιο στρατόπεδο που ζούσε από τη λεηλασία και όπου δεν υπήρχε περιθώριο για οποιαδήποτε ανάπτυξη καλής τέχνης ή θεωρητικής επιστήμης. Αυτή την έλλειψη, την αδυναμία δημιουργίας κάποιου ιδιαίτερου πολιτιστικού χαρακτηριστικού που θα ένωνε τους πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας, οι Ασσύριοι την πλήρωσαν με την ίδια τους την ύπαρξη.

Ίσως δεν υπάρχει καμία άλλη αυτοκρατορία στην Ιστορία που να έδωσε τόσες πολλές μάχες στα ίδια σημεία, εναντίον αντιπάλων που είχε κατανικήσει τόσες φορές. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν ήταν τόσο η νίκη επί των εχθρών, όσο η πολιτιστική αφομοίωσή τους κατά τον περσικό, ελληνικό ή ρωμαϊκό τρόπο.

Η Ασσυριακή Αυτοκρατορία ίσως αντιπροσωπεύει «απλώς» την ύστατη προσπάθεια των λαών της Μεσοποταμίας να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να υπερασπιστούν τις παραδόσεις τους, που έφθαναν πίσω στην αυγή του πολιτισμού και στη Σουμερία.

Οι βασιλείς των Περσών μιμήθηκαν ακόμα και την ένδυση και την κόμη των Ασσυρίων βασιλέων, ενώ η στρατιωτική οργάνωση της Ασσυρίας χρησίμευσε ως πρότυπο για την πολεμική μηχανή της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών και διά μέσου αυτής για την πλειοψηφία των κρατών που αναπτύχθηκαν στην περιοχή επί αιώνες, όταν πια ο φόβος γι’ αυτούς τους ανελέητους πολεμιστές είχε μειωθεί αισθητά.