Battle of Montaperti (Μάχη του Μονταπέρτι). Πληροφορίες

Battle of Montaperti (Μάχη του Μονταπέρτι). Πληροφορίες

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε αναλυτικά την Μάχη του Μονταπέρτι (Battle of Montaperti) μεταξύ αυτοκρατορικών και παπικών, παραθέτοντας σπουδαίες και σημαντικές λεπτομέρειες. Ας περάσουμε κατευθείαν στο ζουμί της υπόθεσης.

Τον ταραχώδη 13ο αιώνα η βόρεια Ιταλία ήταν κατακερματισμένη σε πολυάριθμες πόλειςκράτη (Πίζα, Φλωρεντία, Βενετία, Γένοβα) οι οποίες βρίσκονταν μεταξύ τους σε διαρκείς εμφυλίους πολέμους. Οι συγκρούσεις αυτές ωθούσαν τους αντιμαχόμενους να δημιουργούν εύθραυστες συμμαχίες και ασταθείς συνασπισμούς με σκοπό την ολοκληρωτική καταστροφή μιας ανταγωνιστικής κοινότητας.

Στο σύνολο τους οι ιταλικές πόλεις παρέμεναν εγκλωβισμένες στη σκληρή διαμάχη μεταξύ των ένθερμων οπαδών των Γερμανών αυτοκρατόρων (παράταξη Γιβελλίνων) και των φανατικών υποστηρικτών του πάπα (παράταξη Γουέλφων). Οι τελευταίοι αντιδρούσαν έντονα στη γερμανική επικυριαρχία και στην παρουσία γερμανικών στρατευμάτων στην Ιταλική χερσόνησο, υποστήριζαν δε την ενδυνάμωση του παπικού μεγαλείου και οραματίζονταν μια ενωμένη καθολική εκκλησία υπό τη «θεόπνευστη» καθοδήγηση της Ρώμης και του Βατικανού.

Στην «καρδιά» των λεγόμενων σκοτεινών χρόνων του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, στα τέλη του 8ου αιώνα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντιμετώπιζε μια εκτεταμένη και οξύτατη κρίση η οποία απειλούσε σοβαρά τα θεμέλιά της. Οι μεγάλες και πλούσιες οικογένειες της ιταλικής αριστοκρατίας, συνηθισμένες από χρόνια να αναμιγνύονται στις διαδικασίες ανάδειξης νέου ποντίφηκα, απειλούσαν την αυτονομία κινήσεων του πάπα και συχνά περιόριζαν άμεσα την εξωτερική θρησκευτική και κοσμική πολιτική που ασκούσαν οι εκπρόσωποι του Βατικανού. Πρακτικά ο πάπας αποτελούσε ένα ισχυρό πιόνι, μια πολιτική «μαριονέτα» η οποία δρούσε και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα συγκεκριμένων φατριών χωρίς δικαίωμα αντίδρασης.

Σε αντίθεση με την ανατολική ρωμαϊκή επικράτεια (Βυζάντιο) όπου η ισχύς της κεντρικής εξουσίας, του αυτοκράτορα, ήταν αδιαμφισβήτητη έναντι της εκκλησιαστικής, στη Δύση οι εκπρόσωποι του Βατικανού αντιδρούσαν στη φεουδαρχική επικυριαρχία και υπερθεμάτιζαν ως προς τη θεσμική δυνατότητα του πάπα να ενθρονίζει και να στέφει άρχοντες και αυτοκράτορες κατά βούληση χωρίς ασφυκτικές κοσμικές παρεμβάσεις.

Οι εκκλησιαστικοί εκπρόσωποι επεδίωκαν να απαλλαγούν από τους περιορισμούς της κοσμικής εξουσίας εγκαθιδρύοντας στη νότια και στην κεντρική Ιταλία ένα θεοκρατικό παπικό κράτος το οποίο θα μπορούσε να χαράζει ανεξάρτητα την πολιτική του χωρίς περιορισμούς και απειλές.

Η μεγάλη ευκαιρία να εδραιωθεί οριστικά η ανωτερότητα της θρησκευτικής έναντι της απειλητικής κοσμικής εξουσίας δόθηκε στον πάπα Λέοντα Γ’ το έτος 800, όταν δέχθηκε να στέψει τον ακαταμάχητο Κάρολο τον Μέγα, ηγεμόνα και βασιλιά των Φράγκων, ως αυτοκράτορα της «Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».

Ο Καρλομάγνος υπήρξε μια χαρισματική προσωπικότητα. Κατάφερε χάρη στις αδιαφιλονίκητες ικανότητές του να δημιουργήσει μια πανίσχυρη ευρωπαϊκή ομοσπονδία φραγκικών κρατιδίων υποτελή στον ίδιο. Στηριζόμενος στη δύναμη της ρωμαιοκαθολικής θρησκείας και «μεθυσμένος» από τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιτυχίες του ο φιλόδοξος βασιλιάς των Φράγκων συνειδητοποίησε τη συγκλονιστική μεταφυσική επιρροή της Εκκλησίας στις καρδιές του απλού λαού και δέχθηκε να στεφθεί αυτοκράτορας από τα χέρια του Λέοντα, αναγνωρίζοντας στην ουσιαστικά αδύναμη τότε εκκλησία της Ρώμης το δικαίωμα να τον ανακηρύξει αυτοκράτορα των λαών της δυτικής Ευρώπης.

Κατά το χρονικό διάστημα 768-814 τα φραγκικά στρατεύματα είχαν κατορθώσει να απωθήσουν τις βαρβαρικές φυλές της ανατολικής στέπας (Σλάβους, Αβάρους), είχαν περιορίσει τους Σαρακηνούς στην Ιβηρική χερσόνησο και είχαν αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις συχνές και φονικές επιδρομές των παγανιστών Σαξώνων και των αγέρωχων Βίκινγκ στα ανυπεράσπιστα παράλια της βόρειας Ευρώπης.

Στηριζόμενοι στο ρωμαιοκαθολικό τους φρόνημα οι ανίκητοι πολεμιστές του Καρλομάγνου θεωρούσαν πως αποτελούσαν το ακλόνητο προπύργιο του χριστιανισμού έναντι των παγανιστικών βασιλείων του Βορρά και της Ανατολής, των αλλόθρησκων μουσουλμάνων του Νότου και των «αιρετικών» χριστιανών της ελληνικής αυτοκρατορίας. Στο φραγκικό βασίλειο ανήκαν εκτεταμένες περιοχές της σημερινής Αυστρίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Τσεχίας, της Ολλανδίας κ.ά.

Η ανακήρυξη του Καρλομάγνου ως αυτοκράτορα της Δύσης (800) ισχυροποίησε την παπική έδρα και ανέδειξε τον πάπα ως πνευματικό επικυρίαρχο του ισχυρότερου στρατιωτικού ηγεμόνα της Δύσης. Η αναβάθμιση της εκκλησιαστικής δύναμης είχε επιτευχθεί ανέλπιστα. Στη μακρινή Κωνσταντινούπολη οι εξελίξεις αυτές αντιμετωπίζονταν ως σπασμωδικές προσπάθειες της φιλόδοξης Ρώμης να αναλάβει τα ηνία της εξουσίας σε κάθε χριστιανική επικράτεια.

Δυστυχώς για πολλούς, η νεοσύστατη αυτοκρατορία του Καρλομάγνου αποτελούσε μία εφήμερη ουτοπία συνδεδεμένη άμεσα με τη χαρισματική προσωπικότητά του. Μετά τον θάνατό του οι αρσενικοί απόγονοί του κληρονόμησαν δικαιωματικά διάφορες επαρχίες της απέραντης αυτοκρατορίας, αλλά αποδείχθηκαν ανίκανοι να διατηρήσουν και να συνεχίσουν την υλοποίηση του οράματος του μεγάλου προγόνου τους. Η φραγκική αυτοκρατορία διασπάστηκε σε ανατολικό και δυτικό τμήμα, τα οποία αναλώθηκαν μεταξύ τους σε άσκοπες και μακροχρόνιες συγκρούσεις για την ανάδειξη του ισχυρότερου πολέμαρχου.

Στο τέλος της εμφύλιας διαμάχης η αυτοκρατορία, κατακερματισμένη εδαφικά και αποδυναμωμένη στρατιωτικά, έχασε μεγάλο μέρος από την ισχύ της. Αυξήθηκε ραγδαία η δύναμη των περιφερειακών φεουδαρχών, οι οποίοι στηριζόμενοι στην οικονομική τους επιφάνεια διατηρούσαν μεγάλο αριθμό στρατευμάτων και τεράστιες εκτάσεις γης που τους καθιστούσαν ικανούς να αψηφούν συστηματικά την εξασθενημένη εξουσία και την ισχνή παρουσία του αυτοκράτορα.

Το 973 η «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» είχε περιοριστεί γεωγραφικά τόσο πολύ ώστε περιελάμβανε πλέον μόνο τη βόρεια Ιταλία (Λομβαρδία) και τη Γερμανία (Σαξωνία, Θουριγκία, Βουργουνδία, Βαυαρία, Σουαβία, Αυστρία, Μοραβία, Βοημία).

Το υπόλοιπο, δυτικό τμήμα της (Γαλατία, Αλσατία, Ακουϊτανία) είχε αποσπασθεί οριστικά (888) σχηματίζοντας τον πυρήνα του μελλοντικού βασιλείου της Γαλλίας. Τα σύνορα της ευάλωτης αυτοκρατορίας δεν ήταν πλέον αυστηρά καθορισμένα και συχνά στρατεύματα ισχυρών και απείθαρχων βαρώνων εφορμούσαν στα αυτοκρατορικά εδάφη, λεηλατούσαν την ανυπεράσπιστη ύπαιθρο και διεκδικούσαν ως σφετεριστές των δικαιωμάτων του θρόνου τη δυνατότητα διαχείρισης των κατακτημένων επαρχιών.

Ο Γερμανός αυτοκράτορας εκλεγόταν μέσα από παγιωμένες διαδικασίες που ρυθμίζονταν από έναν συγκεκριμένο αριθμό εκλεκτόρων του θρόνου και δεν προέκυπτε μέσω μιας τυπικά νόμιμης κληρονομικής διαδοχής από πατέρα σε γιο.

Όταν στον αυτοκρατορικό θρόνο βρισκόταν ένας έμπειρος άνδρας αναγνωρισμένης πολεμικής αξίας και ικανός να επιβάλλει τα σχέδιά του στους ανυπάκουους βαρώνους, στα γερμανικά εδάφη κυριαρχούσε κλίμα ενότητας και ειρήνης. Διαφορετικά οι εμφύλιοι πόλεμοι κατασπάραζαν την καρδιά του γερμανικού έθνους. Πρακτικά η αναγνώριση ενός Γερμανού βασιλιά ως αυτοκράτορα τον εξύψωνε στις καρδιές των Γερμανών υπηκόων, ως υπέρμαχο και προστάτη της Εκκλησίας, ταυτόχρονα δε του παραχωρούσε το δικαίωμα να επιζητεί τη φιλία και τη συμμαχία μάλλον άσπονδων υποτελών κομητειών, δουκάτων ή πόλεων που δεν ανήκαν επισήμως στη γερμανική αυτοκρατορία.

Η επιβλητική τελετή στέψης ενός Γερμανού αυτοκράτορα γινόταν παραδοσιακά στην «αιώνια πόλη», τη Ρώμη. Η ακολουθία του υποψήφιου αυτοκράτορα, αποτελούμενη από Γερμανούς επίσκοπους, ηγούμενους, υποτελείς ιππότες και πολυάριθμους ακόλουθους, ταξίδευε στη Ρώμη (expeditio roma) συμβολίζοντας την «ταπείνωση» του αυτοκράτορα απέναντι στον πάπα, στον νόμιμο εκπρόσωπο και τοποτηρητή της εκκλησίας του Χριστού επί της Γης! Με την πάροδο του χρόνου οι κάτοικοι της Ρώμης συνήθισαν να βλέπουν με δυσπιστία και μίσος τους αλαζονικούς Τεύτονες ιππότες και τους εκπροσώπους της γερμανικής βασιλικής δυναστείας.

Τα συναισθήματα των Λατίνων έναντι των οπλισμένων και «βάρβαρων» Γερμανών που κυριαρχούσαν στις πεδιάδες της Λομβαρδίας και στον ευρύτερο ιταλικό βορρά ήταν σχεδόν πάντα αρνητικά. Η ανάμνηση του παλαιού μεγαλείου της ακαταμάχητης Ρώμης, που υπέκυψε μπροστά στις επιβλητικές ορδές των Βανδάλων και των Γότθων τον 5ο αιώνα μ.Χ., διατηρείτο ακόμα στους «Ρωμαίους» που «ερωτοτροπούσαν» έντονα με τη γοητεία του ηρωικού και ένδοξου παρελθόντος τους, από το οποίο θεωρούσαν ότι τους είχαν αποκόψει οριστικά οι απολίτιστοι Γερμανοί.

Γουέλφοι και Γιβελίνοι

Σε μια ύστατη προσπάθεια να αντιταχθεί με επιτυχία στην υπερβολικά αυξανόμενη δύναμη των ανεξάρτητων βαρώνων ο αυτοκράτορας Οθων Α’ ανέθεσε τη διοίκηση και την οικονομική διαχείριση απέραντων εκκλησιαστικών εκτάσεων και των σημαντικότερων πόλεων της αυτοκρατορίας σε πρόσωπα που έφεραν τίτλους και θρησκευτικά αξιώματα (επίσκοποι, αρχιεπίσκοποι και ηγούμενοι) και ήταν ταυτόχρονα μέλη της Καθολικής Εκκλησίας και γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών. Σκοπός του ήταν να αποφύγει την οδυνηρή περιπέτεια μιας περαιτέρω διάσπασης της αυτοκρατορίας, καθώς τα εκκλησιαστικά κτήματα δεν μπορούσαν να παραχωρηθούν, ούτε να κληροδοτηθούν σε απόγονους των ευγενών αρχόντων.

Το νέο μέτρο αναχαίτισε τις επιθετικές βλέψεις των φεουδαρχών, όμως δημιούργησε πιο σύνθετα προβλήματα: οι νέοι τιτλούχοι, παρασυρόμενοι από την κοσμική τους εξουσία και ωθούμενοι από τον αυτοκράτορα να δημιουργήσουν καλά εξοπλισμένους στρατούς, αναλώθηκαν σε σκανδαλώδεις ενέργειες κερδοσκοπίας και άκρατου πλουτισμού μέσα από πωλήσεις της ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας, που προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων από τα κατώτερα μέλη του κλήρου και τους απλούς πολίτες. Ήταν φανερό πως οι εντεταλμένοι επίσκοποι του αυτοκράτορα συμπεριφέρονταν περισσότερο ως πολεμοχαρείς κοσμικοί ιππότες παρά ως αγνοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας!

Το Βατικανό υπό την ηγεσία του πάπα Γρηγόριου Ζ’ (1073-1085) προσπάθησε να περιορίσει τη δραστηριότητα των επισκόπων και την ισχύ του αυτοκράτορα. Το 1075 η παπική βούλλα αναγνώριζε το αποκλειστικό δικαίωμα του ποντίφηκα να καθαιρεί όποιον αυτοκράτορα παρεξέκλινε από το δρόμο του δικαίου, ταυτόχρονα δε απάλλασσε τους υποτελείς του αυτοκράτορα από τον όρκο πίστης που είχαν παραχωρήσει στον επικυρίαρχό τους.

Η άρνηση του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ’ (1056-1106) να αποδεχθεί τους όρους του Βατικανού τον καταδίκασε σε αφορισμό και απόρριψη από τη χριστιανική κοινότητα! Όμως ο κίνδυνος για το Βατικανό ήταν ορατός εκ νέου, αφού η νέα σύγκρουση με την κοσμική εξουσία δημιουργούσε πολλαπλά προβλήματα τα οποία δύσκολα θα επιλύονταν με διπλωματικό τρόπο.

Κατά το διάστημα 1075-1152 η ανοικτή διαμάχη μεταξύ Ρώμης και Γερμανών αυτοκρατόρων οδήγησε τους χριστιανούς της Δύσης σε μία πρωτοφανή πόλωση. Οι διορισμένοι επίσκοποι πολλών γερμανικών πόλεων και ισχυροί αριστοκράτες, όπως οι δούκες της Σουαβίας, τάχθηκαν στο πλευρό του αυτοκράτορα, ενώ άλλοι ευγενείς, όπως οι δούκες της Βαυαρίας, και οι «κοινότητες» των πόλεων της νότιας Ιταλίας υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα της παπικής εκκλησίας.

Οι υποστηρικτές της παπικής παράταξης των Βαυαρών ονομάστηκαν Γουέλφοι, από τον ομώνυμο ιδρυτή της βαυαρικής δυναστείας, Γουέλφο Δ’. Οι υπέρμαχοι της αυτοκρατορικής παράταξης των αριστοκρατών της Σουαβίας ονομάστηκαν Γιβελλίνοι, από το όνομα του προγονικού κάστρου της δυναστείας των Χοχενστάουφεν στην περιοχή της Φρανκονίας. Η υποψία πως η αυτοκρατορική εξουσία επεδίωκε να περιορίσει την παγκόσμια θεοκρατία που οραματίζονταν οι πάπες, ως διάδοχοι του Αγίου Πέτρου στην έδρα της Ρώμης, ήταν αρκετή για να οδηγήσει τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές και τους οπαδούς τους σε μια από τις πιο αιματηρές και φανατικές χριστιανικές συγκρούσεις όλων των εποχών.

Το 1152 αυτοκράτορας εξελέγη ο Φρειδερίκος Α’ των Χοχενστάουφεν, ο επονομαζόμενος Μπαρμπαρόσσα, που είχε μητέρα Βαυαρή και πατέρα από τη Σουαβία. Η διπλή καταγωγή και η μεγάλη πολεμική του εμπειρία – ήταν βετεράνος της αποτυχημένης Β’ Σταυροφορίας (1146-48) κατά της Δαμασκού άπλωσαν ένα πέπλο προσωρινής ηρεμίας στη γερμανική επικράτεια.

Στον ανήσυχο ιταλικό νότο, αντίθετα, η Καθολική Εκκλησία συνέχισε τον υποχθόνιο πόλεμο κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας υπερασπιζόμενη τη διάθεση των κοινοτήτων πολλών ιταλικών πόλεων να αυτονομηθούν και να βρεθούν έξω από τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας των Χοχενστάουφεν. Οι ιταλικές κοινότητες δημιουργούντο από συντεχνίες και συσπειρώσεις αυτονομημένων πολιτών (ευγενείς και μη ευγενείς) οι οποίοι είχαν αποτινάξει την ασφυκτική επικυριαρχία των επισκόπων και των μεγάλων φεουδαρχών.

Η διαρκής επιβολή δυσβάστακτων φόρων, η αρπακτικότητα των Γερμανών αυτοκρατόρων και συχνά η διαφορετική φυλετική καταγωγή εξωθούσαν τους διοικητές των αναπτυσσόμενων κοινοτήτων των ιταλικών πόλεων να επαναστατούν με βίαιο τρόπο έναντι της απεχθούς γερμανικής εξουσίας.

Ανάλογα με τα συμφέροντά τους οι κοινότητες των πόλεων της Ιταλίας, όπως εκείνες του Μιλάνου και της πλούσιας Φλωρεντίας, τάχθηκαν με την παράταξη των Γουέλφων, ενώ σε άλλες πόλεις του ιταλικού βορρά, π.χ. στην πλούσια Σιένα, οι διοικητές τάχθηκαν με τη γερμανόφιλη παράταξη των Γιβελλίνων για να αντιταχθούν στην επικίνδυνα αυξανόμενη ισχύ των Φλωρεντίνων.

Από στρατιωτικής πλευράς οι αυτοκρατορικές δυνάμεις διέθεταν ανέκαθεν περισσότερα και ουσιαστικότερα πλεονεκτήματα: εφόδια, πληθυσμιακή υπεροχή και αρτιότερη πολεμική κατάρτιση. Η πιο αποτελεσματική στρατηγική των ιταλικών πόλεων (Γουέλφοι) έναντι του Γερμανού αυτοκράτορα ήταν η δημιουργία ισχυρών συνασπισμών όπως η περίφημη «Λίγκα της Λομβαρδίας», που ιδρύθηκε το 1967 και αποτελείτο από συμμαχικά στρατεύματα 16 ιταλικών πόλεων τα οποία ενωμένα το 1176 αποδεκάτισαν τους περιβόητους Γερμανούς ιππότες κατά τη δραματική μάχη του Λενιάνο.

Με την πάροδο του χρόνου η επιλογή στρατοπέδου δεν γινόταν αποκλειστικά με βάση π.χ. τους κατοίκους γερμανικής ή ιταλικής καταγωγής, αλλά κυρίως με βάση οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα. Την περίοδο 1258-1266 το επίκεντρο της σύγκρουσης μεταξύ Γουέλφων και Γιβελλίνων βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή της Τοσκάνης, στην κεντρική Ιταλία. Η αναπτυσσόμενη Δημοκρατία της Φλωρεντίας επεδίωκε να ελέγχει ολοκληρωτικά τους εμπορικούς δρόμους που συνέδεαν τη Ρώμη με τη βόρεια Ευρώπη και ταυτόχρονα προωθούσε την ιδέα δημιουργίας ενός απόρθητου λιμανιού στις ακτές της Τυρρηνικής θάλασσας.

Το μοναδικό εμπόδιο για την πλήρη κυριαρχία της Φλωρεντίας στην κεντρική Ιταλία ήταν η εύπορη πόλη της Σιένας, που φημιζόταν για τους πολυμήχανους και ικανότατους τραπεζίτες της, οι οποίοι είχαν φθάσει στο σημείο να συνεργαστούν σε δανειοδοτήσεις ακόμα και με το θεωρητικά εχθρικό Βατικανό! Ενδεικτικό της επιχειρηματικής ικανότητας των Σιενέζων είναι το γεγονός πως ακόμα και οι Εβραίοι τοκογλύφοι τούς απεχθάνονταν και τους φοβούνταν ως ανταγωνιστές. Η επίμονη άρνηση των Σιενέζων να δηλώσουν υποταγή στη Φλωρεντία οδήγησε σε μια σειρά ενεργειών η οποία κλιμακώθηκε με την κήρυξη πολέμου μεταξύ των δύο πόλεων και των συμμάχων τους!

Σύνθεση και εξοπλισμός των ιταλικών και των γερμανικών στρατών

Οι πόλεις της βόρειας Ιταλίας διατηρούσαν μια μακροχρόνια παράδοση ημι-ανεξαρτησίας που είχε αρχίσει από τη ρωμαϊκή εποχή. Η απουσία ισχυρών φεουδαρχών οδήγησε σύντομα την περιοχή σε μια ιδιότυπη μορφή φεουδαρχισμού. Οι άλλοτε ισχυροί άρχοντες της υπαίθρου φοβούμενοι τις διαρκείς βαρβαρικές επιδρομές αναζήτησαν καταφύγιο μέσα στις μεγάλες και οχυρωμένες ιταλικές πόλεις, ανεγείροντας στο εσωτερικό τους οικίες-κάστρα ενισχυμένα με επάλξεις, πύργους και προσωπικές φρουρές. Ετσι οι ευγενείς διατηρούσαν ακέραιο τον προσωπικό τους στρατό και αφού δήλωναν τυπική υποτέλεια στους εκπροσώπους της διοικούσας αστικής κοινότητας ανελάμβαναν επί πληρωμή διάφορα δημόσια αξιώματα.

Όπως συνέβαινε σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη, η έκβαση μιας μάχης τον 13ο αιώνα καθοριζόταν κυρίως από το αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των κατάφρακτων ευγενών ιπποτών, οι οποίοι αποτελούσαν την αφρόκρεμα ενός τυπικού μεσαιωνικού στρατεύματος. Την ίδια χρονική περίοδο ειδικότερα στην κεντρική και στη βόρεια Ιταλία ευδοκιμούσε ο θεσμός του «κοινοτικού πεζικού», το οποίο αποτελούσε σχεδόν το 50% της στρατιωτικής δύναμης μιας πόλης-κράτους.

Οι στρατοί των ιταλικών πόλεων στηρίζονταν στον στρατιωτικό θεσμό της αστικής πολιτοφυλακής, σε αντίθεση με τους γερμανικούς στρατούς οι οποίοι στηρίζονταν σε στρατολόγηση του συνόλου των υποτελών χωρικών ενός φεουδάρχη. Πρακτικά στους κοινοτικούς στρατούς η διοίκηση ανετίθετο σε ανθρώπους, ευγενείς ή όχι, οι οποίοι διέθεταν άρτια πολεμική γνώση και εμπειρία πολέμου. Στους φεουδαρχικούς στρατούς αντίθετα την ηγεσία ανελάμβαναν άτομα ηλικιωμένα που ανήκαν ταυτόχρονα σε ανώτερη κοινωνική τάξη.

Σε κάθε μεγάλη πόλη η πολιτοφυλακή διαιρείτο συνήθως σε «τέταρτα» ή «πύλες», που αποτελούντο από λόχους ανδρών πεζικού και ιππικού (στη Φλωρεντία ειδικά υπήρχαν έξι διοικητικά τμήματα/«πύλες» και στη Σιένα τρία). Οι επονομαζόμενες «πύλες» αντιστοιχούσαν στις ενορίες οι οποίες σχηματίζονταν σε κάθε πόλη. Διέθεταν δικά τους λάβαρα, εμβλήματα, θυρεούς και κατάλληλο εξοπλισμό και διοικούντο από έμμισθους αξιωματικούς-πολίτες που υπηρετούσαν την πόλη τους σε περίοδο πολεμικής κρίσης.

Οι «πύλες» απαρτίζονταν από λογχοφόρους, τοξότες, βαλλιστροφόρους και ειδικές μονάδες ανδρών όπως οι μηχανικοί και οι περίφημοι ασπιδοφόροι-παβιζάριοι, οι οποίοι έφεραν μεγάλες τετράγωνες ασπίδες με τις οποίες προστάτευαν τα φίλια στρατεύματα πεζικού από βολές αντίπαλων τοξοτών. Οι παθιζάριοι έφεραν επίσης μακριές λόγχες με τις οποίες απωθούσαν το αντίπαλο ιππικό σαν σαρισσοφόροι. Πίσω τους, σχηματίζοντας μια δεύτερη γραμμή άμυνας, οι προστατευμένοι τοξότες προσέβαλλαν με σταθερά και διαρκή πυρά την έφοδο του αντίπαλου ιππικού.

Η τακτική αυτή αποτελούσε απομίμηση του ρωμαιο-βυζαντινού «κινούμενου τείχους ασπίδων» και ήταν αποτελεσματική όταν το πεζικό διατηρούσε αμυντική θέση προστατευμένο από φυσικά εμπόδια – κακοτράχαλα εδάφη ή θαμνώδεις λόφους. Στις ανοικτές πεδιάδες της Λομβαρδίας και της Τοσκάνης η ταχύτητα αντίδρασης του συγκεκριμένου σχηματισμού ήταν ιδιαίτερα μικρή, με αποτέλεσμα το πιο ευέλικτο ιππικό να σαρώνει τους τοξότες και τους λογχοφόρους εκτελώντας θανατηφόρες επιθέσεις στα αδύναμα πλευρά τους.

Ως «ελεύθεροι πολίτες» χαρακτηρίζονταν οι μόνιμοι κάτοικοι μιας πόλης ή όσοι διέθεταν αποδεδειγμένα οικονομική επιφάνεια και ακίνητη περιουσία. Ολοι οι ελεύθεροι και αρτιμελείς άνδρεςπολίτες ηλικίας 14-70 χρόνων (τα όρια καθορίζονταν από την εκάστοτε πόλη-κράτος) ήταν υποχρεωμένοι να εξασφαλίσουν επαρκή προσωπικό εξοπλισμό είτε για να υπερασπίζουν τα τείχη της πόλης τους, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μακροχρόνιας πολιορκίας, είτε για να συμμετέχουν σε μάχες ανοικτού πεδίου. Πολύ συχνά στις ιταλικές συγκρούσεις δημιουργούντο και παράδοξα φαινόμενα, όπως π.χ. να υπάρχουν υποστηρικτές των Γιβελλίνων σε μια πόλη Γουέλφων που πολιορκείτο ή το αντίστροφο, οπότε στους αντιφρονούντες απαγορευόταν η οπλοφορία και η εκπλήρωση της θητείας τους.

Εκτός από τους αριστοκρατικής καταγωγής πολεμιστές οι οποίοι πολεμούσαν παραδοσιακά έφιπποι εξοπλισμένοι με πανοπλίες, μικρές τριγωνικές ασπίδες, λόγχες, ξίφη και μεγάλα κράνη, το τιμητικό δικαίωμα χρήσης αλόγου είχαν και «μεσοαστοί πολίτες» μη ευγενικής καταγωγής οι οποίοι εξοπλίζονταν με προσωπικές δαπάνες ή, συχνότερα, με έξοδα της κοινότητας και κληροδοτούσαν το συγκεκριμένο προνομιακό δικαίωμα στους απογόνους τους.

Ανάμεσα τους βρίσκονταν και ορισμένοι πολεμιστές που έφεραν τιμητικά τον τίτλο του ιππότη και αποκαλούντο χαρακτηριστικά ντόμινο (=οι ονομαστοί άνδρες). Η πολεμική ικανότητα τέτοιων ανδρών παραμένει αμφισβητήσιμη. Εκτός από τον πληθυσμό μιας μεγάλης πόλης, τα γειτονικά μεγάλα χωριά και οι μικρές κοινότητες που εξαρτώντο οικονομικά και εμπορικά από την κυρίαρχη πόλη-κράτος υποχρεώνονταν να αποδίδουν σημαντικό αριθμό ανδρών, οι οποίοι ήταν συνήθως πτωχότερα εξοπλισμένοι και διαχωρισμένοι σε ευγενείς και απλούς πολίτες.

Ένας άλλος σημαντικός θεσμός των ιταλικών πόλεων ήταν οι επονομαζόμενοι «πολίτες». Επρόκειτο για επίλεκτο και διακεκριμένο σώμα πολιτοφυλακής που σχεδιάστηκε για να προστατεύσει τα συμφέροντα της κοινωνικά ανερχόμενης τάξης των εμπόρων και των τραπεζιτών και να ελέγχει όποτε χρειαζόταν τη δύναμη των ευγενών και τα φιλόδοξα σχέδιά τους για κυριαρχία επί των λαϊκών στρωμάτων. Αποτελείτο εξ ολοκλήρου από πεζικό με δύναμη χιλίων περίπου ανδρών. Η συνολική του δύναμη ποικίλλε ανάλογα με το μέγεθος της πόλης στην οποία ανήκε. Οι «πολίτες» διοικούντο από έμμισθους λοχαγούς οι οποίοι προσλαμβάνονταν από τις κοινότητες με εξαμηνιαίο ή ετήσιο συμβόλαιο.

Στους γερμανικούς αυτοκρατορικούς στρατούς σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι «επισκοπικοί ιππότες», οι οποίοι αποτελούσαν μια κοινωνική ομάδα ανελεύθερων ιπποτών που αρχικά κατάγονταν από κατώτερα κοινωνικά στρώματα και ήταν επιφορτισμένοι με τη διαχείριση κτημάτων τα οποία ανήκαν σε ισχυρούς δούκες και λόρδους, χωρίς οι ίδιοι να διαθέτουν αγροτεμάχια ή άλλης μορφής ακίνητη περιουσία. Οι μεγάλοι βαρώνοι της Γερμανίας συχνά τους μεταχειρίζονταν σαν ζωντανό ανταλλάξιμο εμπόρευμα το οποίο μίσθωναν παροδικά ή μεταπωλούσαν σε άλλους ευγενείς.

Σταδιακά οι «επισκοπικοί ιππότες» άρχισαν να καταλαμβάνουν υψηλότερα διοικητικά αξιώματα ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους κι έτσι η δύναμή τους σταδιακά αυξανόταν. Πολλοί χρίσθηκαν επισήμως ιππότες, ενώ άλλοι ανέλαβαν αξιώματα, απέκτησαν ως προσωπική ιδιοκτησία φέουδα, μεγάλα κτήματα και καστροπολιτείες, παράλληλα δε άρχισαν να αποκτούν δικούς τους υποτελείς φθάνοντας στο σημείο να μη ξεχωρίζουν από τους πραγματικούς ευγενείς!

Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (1000-1300) ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν και η ενοικίαση έμπειρων μισθοφορικών στρατευμάτων για ολιγόχρονη υπηρεσία σε όποιον κατέθετε το μεγαλύτερο κεφάλαιο. Πολύ συχνά ιταλικές πόλεις χρησιμοποιούσαν στρατεύματα ομόφυλων συμμαχικών πόλεων ή συνασπισμών τα οποία συνεισέφεραν στην αμυντική ή την επιθετική πολιτική τους. Μεγάλες πόλεις όπως το Μιλάνο, η Παβία, η Γένοβα, η Σιένα και η Φλωρεντία χρησιμοποιούσαν εξειδικευμένα στρατεύματα: Γάλλους ιππότες, Καταλανούς πεζούς, Αγγλους τοξότες, Γερμανούς ιππείς, Ούγγρους έφιππους βαλλιστροφόρους και πεζούς Γενοβέζους βαλλιστροφόρους.

Εναντίον του αργοκίνητου και βαριά εξοπλισμένου ιταλικού πεζικού οι Γερμανοί αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν συχνά και με μεγάλη αποτελεσματικότητα ελαφρύ μουσουλμανικό ιππικό και τοξότες όπως π.χ. τους εξωτικούς Σαρακηνούς της πόλης Λουτσέρα, οι οποίοι αποτελούσαν μια απομονωμένη αλλόθρησκη κοινωνία στα παράλια της νοτιοανατολικής Ιταλίας. Οι Σαρακηνοί της Ιταλίας ήταν υποτελείς του Οίκου των Χοχενστάουφεν και πολεμούσαν στο πλευρό των Γερμανών για να διατηρήσουν το προνόμιο να παραμένουν ανεξάρτητοι εντός των χριστιανικών εδαφών!

Στις ιταλικές συγκρούσεις ήταν διαδεδομένη η χρήση της «ιερής άμαξας». Επρόκειτο για ένα επίμηκες ξύλινο όχημα που συρόταν από τέσσερα-έξι βόδια και πάνω στο οποίο τοποθετείτο η Αγία Τράπεζα. Προστατευόταν από μια επίλεκτη φρουρά πεζικού (300-1.500 άνδρες) με αφοσιωμένους πολεμιστές, σαλπιγκτές και ιερωμένους οι οποίοι ευλογούσαν με την Αγία Κοινωνία τους πολεμιστές πριν από την αναμενόμενη σύγκρουση ή τους παρείχαν ιατρική βοήθεια κατά τη διάρκεια των συμπλοκών. Η πρωτότυπη ιδέα χρήσης της άμαξας ανήκε στον αρχιεπίσκοπο Αρισέρτο του Μιλάνου, ο οποίος στην άμαξά του είχε τοποθετήσει το ιερό λάβαρο του Αγίου Αμβροσίου και τη χρησιμοποιούσε ως σημείο ανασύνταξης του στρατού του.

Συνήθως στο κέντρο της άμαξας βρισκόταν ένα πολύ ψηλό κοντάρι από το οποίο κρεμόταν το χαρακτηριστικό λάβαρο της κάθε πόλης. Στο λάβαρο αναπαρίσταντο σκηνές από τη Σταύρωση ή προσωπογραφίες των προστατών Αγίων μιας πόλης. Η «ιερή άμαξα» κάθε πόλης ενεργοποιείτο κυρίως κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων εκστρατειών και ήταν σχεδόν πάντα διακοσμημένη με πλούσια πορφυρά υφάσματα, συχνά δε ήταν βαμμένη με έντονα χρώματα όπως το ερυθρό. Σημειολογικά συμβόλιζε την κοινοτική ταυτότητα μιας ανεξάρτητης πόλης-κράτους.

Η κατάληψη της «ιερής άμαξας» και του λαβάρου της πόλης από τις εχθρικές δυνάμεις αποτελούσε ανεπανόρθωτη προσβολή για την αξιοπρέπεια των ιταλικών πόλεων. Κατά τη διάρκεια της μάχης η οπτική επαφή με την «ιερή άμαξα» ήταν πολύ σημαντική, διότι αναπτέρωνε το ηθικό των ανδρών. Σε περίπτωση γενικής υποχώρησης ή αιφνίδιας απόσπασης από τη μονάδα του κάθε στρατιώτης αξιοποιούσε τη θέση της άμαξας ως σημείο ανασύνταξης, καθώς αυτή τοποθετείτο στο κέντρο της παράταξης των ιταλικών στρατών.

Τα στρατεύματα της Φλωρεντίας διέθεταν ειδικές «Ιερές άμαξες» εφοδιασμένες με μεγάλες εντυπωσιακές καμπάνες, οι οποίες χρησιμοποιούντο για να δίνουν στους πολεμιστές τα κατάλληλα παραγγέλματα περί επίθεσης ή υποχώρησης!

Οι αψιμαχίες στην Τοσκάνη

Το 1255, σε μία από τις αδιάκοπες συγκρούσεις μεταξύ Φλωρεντίας και Σιένας, η πρώτη είχε κατορθώσει να υπερισχύσει στρατιωτικά. Οι ηγεμόνες της δεύτερης αναγκάστηκαν να υπογράψουν μια ιδιαίτερα ταπεινωτική συνθήκη, σύμφωνα με την οποία θα αρνούντο να παραχωρήσουν άσυλο σε πολιτικούς εξόριστους (Γιβελλίνους) από τη Φλωρεντία ή από τις γειτονικές οχυρωμένες μεγάλες πόλεις όπως το Μοντεπουλτσιάνο και το Μονταλτσίνο που τυπικά ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της Σιένας!

Το 1258 οι διοικητές της τελευταίας δέχθηκαν ένθερμα μια ομάδα εξοστρακισμένων Γιβελλίνων της Φλωρεντίας υπό τον Φαρινάτα ντελι Ουμπέρτι. Αυτή η πράξη θεωρήθηκε από τους Γουέλφους της Φλωρεντίας ως ωμή παραβίαση της διμερούς συνθήκης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθούν σοβαρές επιδρομές του φλωρεντινού ιππικού στα σιενέζικα εδάφη ως πολεμικά αντίποινα.

Η αντίδραση της σιενέζικης ηγεσίας ήταν άμεση. Το 1259 η πόλη συμμάχησε με τον βασιλιά της Σικελίας Μανφρέδο (1254-65), ο οποίος ήταν νόθος γιος του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β’, συνεπώς από την «καταραμένη» γενιά των Χόχενστάουφεν, των μισητών εχθρών του παπικού στρατοπέδου! Η σπίθα του πολέμου είχε ανάψει. Τα καταπιεσμένα μίση και πάθη είχαν κυριαρχήσει πάλι στις καρδιές των διαιρεμένων Ιταλών. Στις πόλεις όπου η απέχθεια έναντι των Γερμανών ήταν εντονότερη, όπως στο Μοντεμάσι, στο Γκροσέτο και στο Μοντεάνο, εξερράγησαν αιματηρές ένοπλες εξεγέρσεις.

Οι Γιβελλίνοι αντιδρώντας δυναμικά κατάφεραν αρχικά να καταστείλουν την εξέγερση στο Γκροσέτο, που γεωγραφικά βρισκόταν ανάμεσα στις άλλες δύο εξεγερμένες πόλεις. Γρήγορα η επαναστατική διάθεση των κατοίκων του Γκροσέτο εξανεμίστηκε, καθώς οι Γουέλφοι παρτιζάνοι δεν έλαβαν εγκαίρως την αναμενόμενη ενίσχυση από τη Φλωρεντία. Η έλλειψη στιβαρής ηγεσίας, η απογοήτευση και ο φόβος για τα γερμανικά αντίποινα έπνιξαν την πολεμική τους διάθεση, ενώ η χαλαρή στάση των Γουέλφων της Φλωρεντίας κρίθηκε απαράδεκτη και προδοτική.

Ταπεινωμένη η κοινότητα του Γκροσέτο «επέστρεψε μετανιωμένη» στην αυτοκρατορική παράταξη. Στις άλλες δύο επαναστατημένες πόλεις, αντίθετα, η διάθεση για αποτίναξη του γερμανικού ζυγού παρέμεινε ζωηρή. Ετσι οι δυνάμεις των Γιβελλίνων, ενισχυμένες με επίλεκτα τμήματα Γερμανών ιπποτών και με επικεφαλής τον πολιτικό διοικητή της Σιένας, Φραντσέσκο Τρογκίζιο, περικύκλωσαν τις ολιγάριθμες και απομονωμένες δυνάμεις των Γουέλφων επαναστατών οι οποίες μάχονταν απελπισμένα πίσω από τις επάλξεις των δύο οχυρωμένων πόλεων.

Στις 19 Απριλίου 1260 οι δυνάμεις της Φλωρεντίας, αποφασισμένες να αναστρέψουν τη δυσμενή πορεία των εξελίξεων, κατευθύνθηκαν προς νότο με σκοπό να αποτρέψουν την περαιτέρω πολιορκία της πόλης του Μοντεμάσι. Το μέγεθος του φλωρεντινού στρατού μαζί με τους συμμάχους του άγγιζε τις 30.000 άνδρες.

Στο πλευρό της Φλωρεντίας βρίσκονταν οι συμμαχικές πόλεις Λούκα, Ορβιέτα, Αρέτσο και Πιστόια. Η επιβλητική πολύχρωμη στρατιά κατηφόρισε σαν ορμητικός χείμαρρος και κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να κατακτήσει με ευκολία τα κάστρα του Μενσάνο και του Καζόλε. Παρά τις προβλέψεις των Σιενέζων η φλωρεντινή στρατιά δεν συνέχισε τη σαρωτική πορεία της προς το δοκιμαζόμενο Μοντεμάσι. Αντίθετα προωθήθηκε ανατολικά, προς τα περίχωρα της Σιένας, επιζητώντας επισταμένα την αποφασιστική μάχη που θα έκρινε την μεγάλη εκστρατεία.

Στις 18 Μαΐου ο στρατός των Γουέλφων στρατοπέδευσε στα περίχωρα της Σιένας, κοντά στο μοναστήρι του Σαν Πετρονίλα, απέναντι από την πύλη Καμόλια. Η προκλητική εμφάνιση των Γουέλφων έξω από τα τείχη της Σιένας κέντρισε τον εγωισμό των αυτοκρατορικών στρατευμάτων που πολεμούσαν στο πλευρό των Σιενέζων.

Η προσβολή ήταν μεγάλη και οι εξαγριωμένοι Γερμανοί ιππότες εξαπέλυσαν την ίδια μέρα μια σειρά σφοδρών επιθέσεων κατά του πρόχειρου στρατοπέδου των Φλωρεντίνων. Οι αλλεπάλληλες μαζικές έξοδοί τους από διάφορα σημεία των τειχών αιφνιδίασαν και διέσπασαν με επιτυχία τον θανατηφόρο κλοιό που επιχειρούσαν να επιβάλουν στην πόλη οι παπικές δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της ημέρας ακολούθησε πλήθος από ανηλεείς αψιμαχίες στις οποίες διακρίθηκαν για την πολεμική τους ικανότητα οι ατρόμητοι Γερμανοί ιππότες, οι οποίοι παρασύρθηκαν σε πράξεις μεγάλου ηρωισμού.

Σε μια από τις πολλές εφόδους ένα μικρό απόσπασμα Γερμανών ιπποτών σφαγιάστηκε από τις υπέρτερες δυνάμεις των Γουέλφων και σύμφωνα με τον θρύλο απώλεσε ντροπιασμένο στο πεδίο της μάχης το λάβαρο του βασιλιά της Σικελίας. Παρά την ένταση των συγκρούσεων το τελικό αποτέλεσμα δεν ανέδειξε οριστικό νικητή. Αμφότερες οι ηγεσίες των εμπλεκομένων επιχείρησαν προπαγανδιστικά να καρπωθούν τις δάφνες της νίκης. Συνολικά οι Γιβελλίνοι, εκμεταλλευόμενοι το στοιχείο του αιφνιδιασμού, είχαν περίπου 300 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι Γουέλφοι είχαν 1.300.

Δύο μέρες αργότερα οι Φλωρεντίνοι, ανίκανοι να απειλήσουν τα απόρθητα τείχη της Σιένας, έλυσαν την πολιορκία και απογοητευμένοι επέστρεψαν στη μητρόπολή τους με άδεια χέρια, χωρίς να έχουν προκαλέσει σημαντική φθορά στις δυνάμεις της Σιένας, η οποία εξακολουθούσε να παραμένει αγέρωχη και κυρίαρχη στις πεδιάδες της Τοσκάνης. Εκμεταλλευόμενοι την αδράνειά τους οι Σιενέζοι αντεπιτέθηκαν σε όλα τα πολεμικά μέτωπα, κατορθώνοντας να απωθήσουν με επιτυχία τις υποδεέστερες δυνάμεις των Γουέλφων στη ζωτική περιοχή του Μοντελατερόνε, 50 χλμ. νοτιοανατολικά της Σιένας, κατάφεραν δε τελικά να εξολοθρεύσουν και την ηρωική φρουρά του Μοντεμάσι.

Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ο βασιλιάς της Σικελίας ενίσχυσε τις νικηφόρες δυνάμεις της Σιένας στέλνοντας ένα ισχυρό τμήμα των περίφημων Γερμανών ιπποτών του υπό τον Προβεντσάνο Σαλβάνι. Η καταλυτική παρουσία των αξιόμαχων Σικελών αύξησε την επιθετικότητα των Γιβελλίνων και συνέβαλε αποφασιστικά στην ολοκληρωτική καταστροφή των αγροκτημάτων της επαρχίας του Μοντεπουλτσιάνο.

Το εκδικητικό μένος των Γιβελλίνων κατά των επαναστατημένων κοινοτήτων ήταν τρομερό και τα αντίποινά τους απάνθρωπα! Τρομοκρατημένοι από την έκταση των σφαγών οι προύχοντες των περιφερειακών πόλεων αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τους αυτοκρατορικούς και να επανέλθουν στο πολεμικό άρμα της Σιένας. Μοναδική εστία αντίστασης των Γουέλφων παρέμενε πλέον το οχυρό του Μονταλτσίνο, το οποίο ορθωνόταν σαν αγκάθι νότια της Σιένας απειλώντας διαρκώς την ακεραιότητα και τα συμφέροντά της.

Η Μάχη του Μονταπέρτι (Battle of Montaperti)

Τον Αύγουστο του 1260 οι ηγεμόνες των Φλωρεντίνων κατάφεραν να ανασυγκροτηθούν και να συγκεντρώσουν μια εντυπωσιακή στρατιά αποτελούμενη από περίπου 30.000 πεζούς και 3.000 έφιππους σεργέντους και ιππότες. Το νέο σχέδιο των διοικητών της παράταξης των Γουέλφων στηριζόταν σε δύο βασικούς άξονες: αφενός να απασχολήσουν την κύρια δύναμη του στρατού της Σιένας που παρέμενε αποκλεισμένη πίσω από τα ασφαλή τείχη της πόλης και αφετέρου με τις υπέρτερες διαθέσιμες εφεδρείες τους να ενισχύσουν τη φρουρά του μαρτυρικού Μονταλτσίνο ώστε να εξαφανίσουν οριστικά την απειλή των Γιβελλίνων της Σιένας.

Ενώ η τεράστια στρατιά παρήλαυνε απειλητικά προς τη Σιένα, οι εντεταλμένοι πρεσβευτές των Γουέλφων παρουσιάστηκαν με αυθάδεια ενώπιον του επονομαζόμενου «Συμβουλίου των Εικοσιτεσσάρων» (του διοικητικού σώματος της Σιένας) απαιτώντας με προσβλητικό τρόπο την ολοσχερή καταστροφή των τειχών της πόλης και την ανάπτυξη φλωρεντινών φρουρών σε επιλεγμένα στρατηγικά σημεία. Η προφανής άρνηση των προυχόντων της Σιένας να αποδεχθούν τις απαιτήσεις των Φλωρεντίνων διπλωματών σηματοδοτούσε την αναπόφευκτη έναρξη νέου κύκλου εχθροπραξιών!

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι υπερβολικές απαιτήσεις της Φλωρεντίας απορρίφθηκαν με έντονο τρόπο προκαλώντας ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επεδίωκαν να επιτύχουν! Οι αναστατωμένοι Σιενέζοι με πληγωμένη αξιοπρέπεια αποφάσισαν να αποδεχθούν μάχη εκ παρατάξεως με τις υπεράριθμες μονάδες των Φλωρεντίνων αψηφώντας τη δεδομένη αριθμητική υστέρησή τους.

Ο στρατός που διέθεταν αριθμούσε περίπου 20.000 άνδρες, οι οποίοι όμως ήταν ετοιμοπόλεμοι και αποφασισμένοι να αναχαιτίσουν τους Φλωρεντίνους ή να πεθάνουν! Για να τονώσουν το κλονισμένο ηθικό των μισθοφόρων Γερμανών οι ηγέτες της Σιένας διέταξαν τους αρμόδιους ταμίες της πόλης να προεξοφλήσουν δύο μήνες υπηρεσίας, ώστε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον αυτών των τρομερών μαχητών για την επερχόμενη καθοριστική σύγκρουση.

Παρά την προνοητικότητα των Σιενέζων η πρωτοβουλία του Συμβουλίου κινδύνευσε να ματαιωθεί από τα πενιχρά χρηματικά αποθέματα της πόλης και τη μειωμένη εκκλησιαστική περιουσία (αποθέματα χρυσού). Την υλοποίηση του ευφυούς σχεδίου ανέλαβε να προωθήσει ως χορηγός ο επιφανής άρχοντας Σαλιμπένι, που έσπευσε να ενισχύσει την πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής με μία γενναιόδωρη προσφορά 20.000 περίπου χρυσών φλορινιών από το προσωπικό του θησαυροφυλάκιο!

Η καταβολή των μισθών λειτούργησε καταλυτικά στους ψυχρούς πολεμιστές του βορρά. Οι Γερμανοί ιππότες την παραμονή της σύγκρουσης κυκλοφορούσαν μεθυσμένοι και με αναπτερωμένο ηθικό στα σοκάκια της πόλης. Αρκετοί από αυτούς αγόρασαν από τοπικά βυρσοδεψεία επεξεργασμένα δέρματα, με τα οποία κατασκεύασαν σε έμπειρους τεχνίτες θωρακίσεις με εσωτερική ενίσχυση από πλάκες μετάλλου για τα άλογά τους και για τους ίδιους. Η χρήση τέτοιων αδιαπέραστων θωρακίσεων προστάτευε τα μεγαλόσωμα πολεμικά άλογα από τις εχθρικές βολές και ταυτόχρονα καθιστούσε τους Γερμανούς κυριολεκτικά ανίκητους κατά τις ατομικές μονομαχίες με τους Γουέλφους ευγενείς.

Επικεφαλής του στρατού της Σιένας τοποθετήθηκε ο ευσεβής Μπουοναγκουίντα Λουκάρι, ο οποίος ανέλαβε ταυτόχρονα τον πλήρη διοικητικό και οικονομικό έλεγχο της απειλούμενης πόλης. Η παρουσία του στην ανώτατη θέση του δημάρχου και του στρατιωτικού διοικητή προκάλεσε ιδιαίτερα συναισθήματα στους πολίτες, καθώς φημιζόταν για την ευλάβεια και τη βαθιά του πίστη.

Κατά τη διάρκεια της ατέλειωτης νύχτας και μετά από δική του προτροπή οι κάτοικοι κατέκλυσαν τον καθεδρικό ναό και παρακολούθησαν με δέος και αγωνία τη Θεία Λειτουργία. Την επόμενη μέρα μέσα σε γενικό κλίμα ευφορίας ο εμψυχωμένος στρατός της Σιένας αναχώρησε με προορισμό τον λόφο Ροπόλε, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Σιένας.

Ο Λουκάρι σχεδίαζε να καταλάβει πρώτος τον στρατηγικής σημασίας λόφο και να εκμεταλλευθεί το επικλινές έδαφος για να εκδηλώσει με πλεονέκτημα την επίθεσή του κατά των ανύποπτων Γουέλφων. Η περιοχή στην οποία θα συγκρούονταν οι δύο στρατοί βρισκόταν στην κοιλάδα μεταξύ δύο οροπεδίων του Ροπόλε και του Μονσελβόλι, ανάμεσα στα οποία κυλούσε νωχελικά ο ποταμός Αρμπια διασχίζοντας την Ιταλική χερσόνησο από τα ανατολικά προς τα δυτικά.

Όταν η εμπροσθοφυλακή των Σιενέζων κατέλαβε τις απότομες πλαγιές, εντόπισε στην παρακείμενη πεδιάδα στην αντίπερα όχθη του ποταμού τις σκηνές του στρατοπέδου των Γουέλφων, οι οποίοι διατηρούσαν επίσης μια υψηλότερη θέση εκμεταλλευόμενοι την καμπυλότητα του εδάφους στις όχθες του ποταμού.

Η επίθεση των Σιενέζων ήταν τρομερή. Ασυγκράτητοι κινήθηκαν εναντίον των προκεχωρημένων εχθρικών θέσεων. Οι πρώτες αψιμαχίες αποδείχθηκαν άκαρπες. Δεκάδες θεαματικές μονομαχίες εξελίχθηκαν μεταξύ μεμονωμένων ομάδων. Το μίσος φώλιαζε στις καρδιές των πολεμιστών, όμως η σκόνη και η έντονη ζέστη εμπόδιζαν δραστικά τις κινήσεις και τους ελιγμούς μεγαλύτερων μονάδων των αντιπάλων.

Το βράδυ της 3ης Σεπτεμβρίου οι Φλωρεντίνοι στρατηγοί, θορυβημένοι από την επιμονή και τη γενναιότητα των Σιενέζων, αποφάσισαν να υποχωρήσουν εσπευσμένα. Οι εκτεταμένες νυκτερινές επιχειρήσεις των παρτιζάνων της Σιένας και η αποφασιστικότητα με την οποία πολεμούσε το σιενέζικο ιππικό έπεισαν τους Φλωρεντίνους ότι οι αντίπαλοί τους διέθεταν διπλάσιες δυνάμεις και έτσι αποφάσισαν την επόμενη αυγή να ανασυγκροτηθούν σε καλύτερη τοποθεσία, εγκαταλείποντας το εκτεθειμένο κατά τη γνώμη τους στρατόπεδό τους.

Για τη δεύτερη μέρα της σύγκρουσης οι Γιβελλίνοι είχαν χωρίσει τις δυνάμεις τους σε τέσσερα αλάγια (σώματα στρατού). Επικεφαλής του πρώτου (200 ιππότες και 200 περίπου πεζοί βαλλιστροφόροι) βρισκόταν ο σενεσάλος (senechal=βασιλικός διαχειριστής με προνόμια δικαστή) του κόμη Τζιορντάνο, ο κόμης του Αρράς, ο οποίος είχε αναλάβει με την εφεδρική ομάδα του το επικίνδυνο έργο να πραγματοποιήσει αθέατος έναν ταχύτατο ελιγμό και να σφυροκοπήσει τις δυνάμεις των Γουέλφων πλευρικά, αφού θα είχαν εμπλακεί με το κυρίως σώμα στρατού των Γιβελλίνων.

Επικεφαλής του δεύτερου τμήματος (600 ιππότες και 600 βαλλιστροφόροι) τέθηκε ο ανώτατος διοικητής των Γερμανών ιπποτών, κόμης Τζιορντάνο ντε Αλιάνο. Η ομάδα του αποτελούσε το καμάρι του σιενέζικου στρατού και αποτελείτο αμιγώς από Γερμανούς και Σικελούς ιππότες.

Η μονάδα αυτή έφερε τιμητικά το λάβαρο του βασιλιά της Σικελίας, τη φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει ο κοντόσταυλος Ορλάντο ντ’ Αλεμάνια. Το τρίτο σώμα (600 Τοσκανοί ιππότες και 17.000 Σιενέζοι) αποτελούσε τον πυρήνα του αυτοκρατορικού στρατού και διοικείτο από τον γενικό διοικητή της Σιένας, κόμη Αλντομπραντέσκι. Στο τμήμα της οπισθοφυλακής, που είχε επωμισθεί τη φρούρηση της «ιερής άμαξας» των Γιβελλίνων και αποτελείτο από 200 ιππότες και 300 περίπου ένοπλους μοναχούς, επικεφαλής τέθηκε ο ευγενής Νικολό ντε Μπιγκότσι.

Με το πρώτο φως της επόμενης μέρας οι ενθουσιασμένοι Γιβελλίνοι και οι εκστασιασμένοι Γερμανοί σύμμαχοί τους άρχισαν να προωθούνται κατά των αμυντικών θέσεων των Γουέλφων διασχίζοντας ανενόχλητοι τα ήρεμα νερά του Αρμπια. Η εξέλιξη αυτή διέκοψε οριστικά τη σπασμωδική προσπάθεια απεμπλοκής των φλωρεντινών δυνάμεων από το πεδίο της μάχης. Αν και οι Γουέλφοι δεν αιφνιδιάστηκαν, δίσταζαν να εμπλακούν σε μαζική σύγκρουση με τους αποφασισμένους Γιβελλίνους.

Παρατάχθηκαν προσεκτικά στην ανωφέρεια του λόφου σχηματίζοντας ένα ανοικτό ημικύκλιο προς την πλευρά των Γιβελλίνων. Οι τοξότες τους αναπτύχθηκαν δυτικά, στο ύψωμα που απλωνόταν αντιδιαμετρικά από το αντίπαλο στρατόπεδο, διατηρώντας έτσι την ευχέρεια να σαρώνουν με τις πυκνές βολές τους την ευρύτερη περιοχή στις όχθες του Αρμπια. Στο ανατολικό τμήμα του ημικυκλίου, στο δεξιό κέρας των Γουέλφων, αναπτύχθηκε το ιππικό των Φλωρεντίνων, στις τάξεις του οποίου συγκαταλέγονταν και ορισμένοι Γιβελλίνοι της Φλωρεντίας, οι οποίοι καταπιεσμένοι από τους συμπατριώτες τους είχαν συμμετάσχει ακούσια στη συγκεκριμένη εκστρατεία αποτελώντας την «αχίλλειο πτέρνα» των παπικών.

Η απόπειρα των Σιενέζων να διαβούν τον Αρμπια ήταν ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη. Αν οι Γουέλφοι επιχειρούσαν αντεπίθεση ο διασπασμένος στρατός δεν θα είχε επαρκή χρονικά περιθώρια για να ανασυνταχθεί. Παρά τον κίνδυνο που ελλόχευε οι Σιενέζοι ολοκλήρωσαν με επιτυχία τη διάβαση του ποταμού. Οταν ολοκληρώθηκε ο ελιγμός τους βιάστηκαν να αναπτύξουν το μέτωπό τους σε μεγάλο μήκος, με σκοπό να αποφύγουν να περικυκλωθούν από τα πλευρά των πολυπληθέστερων Γουέλφων.

Η επιλογή της γραμμικής ανάπτυξης αντί για την υιοθέτηση σφηνοειδούς σχηματισμού με εκτεθειμένα πλευρά θεωρείτο πλεονεκτικότερη στις μεσαιωνικές συγκρούσεις. Οταν οι σάλπιγγες σήμαναν την έναρξη της επίθεσης οι Γιβελλίνοι ύψωσαν τα λάβαρά τους και χαμηλώνοντας τις λόγχες τους ξεχύθηκαν στην πεδιάδα κατά των Γουέλφων.

Τραγουδώντας περιπαικτικά και υβριστικά στιχάκια – «για να δούμε τώρα ποιους θα βρούμε και ποιος θα έχει τολμήσει να μείνει από αυτούς» – σε βάρος των αντιπάλων τους οι Γερμανοί του κόμη Τζιορντάνο εφόρμησαν εντυπωσιακά κατά του δεξιού πλευρού των Γουέλφων. Ο ζεστός αέρας δονείτο από τις βραχνές φωνές των αντιπάλων οι οποίοι ούρλιαζαν «Μάχη μέχρι τον θάνατο!» προσπαθώντας να παγώσουν το αίμα του εχθρού, ενώ το έδαφος κάτω από τα πόδια τους έτρεμε από την κίνηση εκατοντάδων οπλών.

Στις πρώτες γραμμές της γερμανικής επίθεσης βρισκόταν ο νεαρός ευγενής Γκουαλτιέρι ντε Αστινμπεργκ, του οποίου η οικογένεια διατηρούσε παραδοσιακά το δικαίωμα να δίδει τον πρώτο σπαθισμό κατά των εχθρών του αυτοκράτορα!

Όταν οι σιδηρόφρακτοι ιππείς συγκρούστηκαν, στην πεδιάδα ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος ο οποίος προερχόταν από τις μεταλλικές λόγχες που συνθλίβονταν επάνω στις ασπίδες των Γουέλφων. Παράλληλα δεκάδες άλογα τσακίζονταν στο έδαφος ακρωτηριασμένα και οι κραυγές των τραυματισμένων και των ετοιμοθάνατων δημιουργούσαν ένα φρικιαστικό σκηνικό κάτω από τον ζεστό ήλιο του Σεπτεμβρίου.

Σε μία από τις πιο εντυπωσιακές μονομαχίες της ημέρας ο νεαρός ντε Αστινμπεργκ κατάφερε να διαπεράσει με τη λόγχη του τον θώρακα του Νικολό Γκαρτσόνι, αρχηγού της φλωρεντινής οικογένειας Λουκέζι, ο οποίος σωριάστηκε σαν κομμένο δέντρο στο έδαφος χωρίς να αφήσει ούτε ένα βογκητό πόνου.

Σαν ενσαρκωμένος θεός του πολέμου ο Αστινμπεργκ έπειτα τράβηξε τη λόγχη του από το άψυχο σώμα του εχθρού του και εφόρμησε εναντίον δύο ανδρών της συνοδείας του Γκαρτσόνι, τους οποίους σκότωσε με μεγάλη ευκολία. Ομως η λόγχη του έσπασε. Απτόητος έσυρε το σπαθί από τη στολισμένη θήκη του και κραυγάζοντας κάλπασε προς το κέντρο της παράταξης των Λουκέζι, αψηφώντας το πλήθος τους καθώς σκόρπιζε τον όλεθρο στις γραμμές τους!

Την ίδια επιτυχία είχαν και οι Γερμανοί που συνόδευαν τον κόμη Τζιορντάνο. Προκάλεσαν τρομακτικές απώλειες στους Γουέλφους κατά τη διάρκεια της ορμητικής τους προέλασης. Κάτω από την ασφυκτική πίεση των Γιβελλίνων το δεξιό πλευρό των Γουέλφων άρχισε να κλονίζεται. Αντιλαμβανόμενοι τον κλονισμό οι άνδρες του τρίτου τμήματος υπό τον κόμη Αλντομπραντέσκι έσπευσαν να ενισχύσουν τους συμπατριώτες τους και τους Γερμανούς ιππότες διότι, αν και φαινόταν ότι επικρατούσαν μέσα στη δίνη της σύγκρουσης, αντιμετώπιζαν ήδη σοβαρό πρόβλημα απωλειών.

Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Οποια παράταξη δείλιαζε θα έχανε οριστικά τη μάχη! Η πίεση των Γιβελλίνων κατά του δεξιού πλευρού των Γουέλφων ήταν αφόρητη. Το γερμανικό πεζικό είχε κατακλύσει τους θαμνώδεις λόφους και συμμετείχε στη σφαγή δεκάδων Ιταλών ιπποτών οι οποίοι έτρεχαν πανικόβλητοι να κρυφτούν στους θάμνους.

Σταδιακά οι Γουέλφοι άρχισαν να αντεπιτίθενται εγκαταλείποντας τις αμυντικές τους θέσεις και πιέζοντας σε όλο το μέτωπο τους Γιβελλίνους. Η σαρωτική προέλαση των τελευταίων είχε κοπάσει και η κατάσταση φαινόταν να σταθεροποιείται για τους Γουέλφους, οι οποίοι με τη συνδρομή των τοξοτών τους και του αγέρωχου Ιταλού ιππότη Αλντομπραντίνο ντε Πιτιλιάνο προκαλούσαν τρομερές απώλειες στους αυτοκρατορικούς, εξουδετερώνοντας ακόμα και το πρωτοπαλίκαρο των Γιβελλίνων, τον θαρραλέο ντε Αστινμπεργκ, ο οποίος δεν μπόρεσε να αντιταχθεί στον επιβλητικό Αλντομπραντίνο.

Η μάχη μαινόταν επί έξι περίπου ώρες όταν στις τρεις μετά το μεσημέρι οι εφεδρείες των Γιβελλίνων που είχαν αναλάβει τη φύλαξη της «ιερής άμαξας» της Σιένας, υπό τον Νικολό ντε Μπιγκότσι, πλευροκόπησαν τις αποδεκατισμένες δυνάμεις του Αλντομπραντίνο.

Στη σύγκρουση η οποία ακολούθησε ο εξουθενωμένος Φλωρεντίνος ιππότης τραυματίστηκε σοβαρά από τον ντε Μπιγκότσι και τους ακολούθους του και στο σημείο όπου σωριάστηκε πληγωμένος ξέσπασε σκληρή μάχη. Μετά από σθεναρή αντίσταση οι σωματοφύλακές του κομματιάστηκαν και ο καλύτερος πολεμιστής των Γουέλφων σύρθηκε ταπεινωμένος και αιχμάλωτος στα μετόπισθεν των Γιβελλίνων.

Όλεθρος στα μετόπισθεν

Καθώς η μάχη βρισκόταν στην κρισιμότερη καμπή της οι Γιβελλίνοι της Φλωρεντίας που μάχονταν απρόθυμα εναντίον των πολεμιστών της Σιένας, βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν την αντιπάθειά τους προς τους Γουέλφους στρέφοντας προδοτικά τα γυμνά σπαθιά τους εναντίον των ανυποψίαστων συμπολεμιστών τους. Ενώνοντας τις δυνάμεις τους με τους Σιενέζους συγγενείς τους οι αποστάτες της Φλωρεντίας κινήθηκαν απειλητικά στα νώτα της παράταξης των Γουέλφων και επιτέθηκαν κατά της «Ιερής άμαξας» της πόλης τους με σκοπό να κλονίσουν το ηθικό των αιφνιδιασμένων Γουέλφων.

Γύρω από την άμαξα έγινε τρομερή συμπλοκή, κατά τη διάρκεια της οποίας ο σημαιοφόρος των Φλωρεντίνων, Τζιάκοπο ντε Πάτσι, πληγώθηκε από τον επικεφαλής των προδοτών Μπόκα ντέλ’ Αμπάτι. Επακολούθησε πανικός και τεράστια σύγχυση καθώς αδελφός τραυμάτιζε αδελφό. Η απόπειρα των αποστατών δεν καρποφόρησε και όλοι τελικά κομματιάστηκαν ανηλεώς από τη φρουρά και τους ιππότες της φλωρεντινής οπισθοφυλακής.

Ήταν 18.00 και οι Γουέλφοι βρίσκονταν μια ανάσα από την επικράτηση, όταν τα σωθικά τους τραντάχτηκαν από μια μακρόσυρτη πολεμική κραυγή, ένα πνιχτό ουρλιαχτό: «Μα τον Αγιο Γεώργιο, θάνατος στους Γουέλφους!». Το ξεχασμένο τμήμα του κόμη ντε Αρράς είχε κατορθώσει να υπερκεράσει τις γραμμές των Γουέλφων και με μανία εφορμούσε συντονισμένα στο αριστερό ακάλυπτο πλευρό των Γουέλφων, οι οποίοι πλέον σφυροκοπούντο από δύο πλευρές!

Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος. Η διάθεση των Γουέλφων να συνεχίσουν τη μάχη φαινόταν να εξανεμίζεται καθώς ο γενικός διοικητής της Φλωρεντίας, Ρανγκόνι ντε Μόντενα, έπεφτε νεκρός με κομμένο λαιμό από τη λόγχη του κόμη ντε Αρράς. Οι απώλειες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και η απέλπιδα προσπάθεια για συντονισμένη υποχώρηση μετατράπηκε σε άτακτη φυγή. Δεκάδες Φλωρεντίνοι θανατώνονταν εν ψυχρώ από τους παραληρούντες Γιβελλίνους, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους γύρω λόφους καταδιώκοντας τους απελπισμένους Γουέλφους.

Ανενόχλητοι οι Γερμανοί σύμμαχοι των Σιενέζων ασχολήθηκαν με την αναζήτηση των αποσκευών των ηττημένων Γουέλφων, οι οποίοι αγωνίζονταν για τη σωτηρία σε παρακείμενους παραπόταμους και κάστρα. Το πένθιμο σούρουπο βοήθησε τη φυγή αρκετών Γουέλφων. Ωστόσο η σφαγή συνεχιζόταν.

Οι αλλόφρονες Γερμανοί μισθοφόροι κατακρεουργούσαν κάθε ζωντανή ύπαρξη, άλογα, βόδια, υπηρέτες και αιχμάλωτους ευγενείς, επιδιδόμενοι σε ένα όργιο παράνοιας και τυφλής εκδίκησης. Περίπου 10.000 νεκροί, 20.000 τραυματίες και αιχμάλωτοι και 64 πολεμικές σημαίες ήταν οι συντριπτικές απώλειες των Γουέλφων έναντι περίπου 2.000 νεκρών Γιβελλίνων.

Σε ορισμένα σημεία του μετώπου μικρές ομάδες κατόρθωναν να παραμείνουν συντεταγμένες και να προβάλλουν ισχυρή αντίσταση! Οι ηγέτες των Γιβελλίνων λόγω του σκότους, της υπερβολικής κόπωσης, αλλά και της διαφαινόμενης νίκης τους αναγκάζονταν να προχωρήσουν σε τιμητικές συνθηκολογήσεις για να αποφύγουν πρόσθετες άσκοπες απώλειες. Σε γενικές γραμμές πάντως η συμφορά φαινόταν ολοκληρωτική. Η Φλωρεντία είχε συντριβεί και οι κυριότεροι από τους ευγενείς της είχαν θανατωθεί ή αιχμαλωτιστεί!

Παρά την αδιαφιλονίκητη επιτυχία της η Σιένα δεν κατόρθωσε να αποφύγει οριστικά την ασφυκτική πίεση της Φλωρεντίας. Οι μηχανορραφίες των καρδινάλιων του Βατικανού και η ευχέρεια της πολυπληθέστερης Φλωρεντίας να αναπληρώσει τις τρομακτικές απώλειές της από την καταστροφική μάχη του Μονταπέρτι σύντομα επανέφεραν το τακτικό πλεονέκτημα στην παράταξη των Γουέλφων, οι οποίοι έξι χρόνια αργότερα (1266) με την αρωγή του Γάλλου ηγεμόνα Κάρολου Ανζού συνέτριψαν τις αυτοκρατορικές δυνάμεις στην καθοριστικής σημασίας μάχη του Μπενεβέντο.

Η Δημοκρατία της Σιένας υποτάχθηκε τελικά στις δυνάμεις της Φλωρεντίας το 1559 και έκτοτε δεν παρουσίασε πάλι τα επιτεύγματα του παρελθόντος. Παρόλα αυτά η εποποιία που έγραψε τότε απέναντι στην αλαζονική Φλωρεντία γεμίζει ακόμα με υπερηφάνεια τους κατοίκους της περιοχής.