Χωρίσατε, αλλά άλλαξες γνώμη και τον θέλεις πίσω;

Χωρίσατε, αλλά άλλαξες γνώμη και τον θέλεις πίσω;

Άρθρο της θέτιδας Παπαδοπούλου.

Χωρίσατε, αλλά εσύ άλλαξες γνώμη και τον θέλεις πίσω. Και μάλιστα πιο πολύ από ποτέ. Δες τι να κάνεις μετά την απομάκρυνσή σου από το ταμείο.

O χωρισμός μου με τον Κώστα ήταν ήρεμος και πολιτισμένος. Μετά από έξι μήνες σχέσης μού είπε ότι χάθηκε η μαγεία, του είπα ότι το είχε χάσει γενικώς και έφυγα με το κεφάλι ψηλά. Παρέμεινα με το κεφάλι ψηλά για κάνα δυο μέρες ακόμη, κυρίως γιατί άνοιγε η μύτη μου από τη στενοχώρια και κάπως έπρεπε να σταματήσω το αίμα. Αυτές τις πονεμένες ώρες, που μελετούσα φωτιστικά, σκεφτόμουν όλες τις πιθανές απαντήσεις για την ανεύρεση της χαμένης μαγείας.

Όλες τις απαντήσεις που δεν είχα ξεστομίσει την ώρα που έπρεπε, εκείνη τη στιγμή που ήθελα να το παίξω άνετη και υπεράνω. Ναι, έφυγα από τη σχέση με το κεφάλι ψηλά. Μόνο που δεν ήθελα να φύγω. Ήθελα να είχα μείνει και να το πάλευα, να κατάπινα τη φιλολογική μπούρδα που άκουσα και να του θύμιζα πόσο ωραία περνούσαμε μαζί. Τουλάχιστον να του έλεγα ότι δεν ήθελα να χωρίσουμε, γιατί εγώ ήμουν τρελά ερωτευμένη μαζί του.

Μετά τα φωτιστικά άρχισα να μελετάω πατώματα. Με κατεβασμένο το κεφάλι έλεγα στις φίλες μου πόσο μου έλειπε, πόσο ήθελα να τον δω, πόσο μεγάλο λάθος ήταν που τον άφησα να φύγει έτσι. Αφού μελέτησα το πάτωμα του δωματίου μου πόντο πόντο, άρχισα να κυλιέμαι και πάνω του, συνήθως με λόξιγκα από το κλάμα. Ανάμεσα σε πολλά χικ προσπαθούσα να πω στις φίλες μου για όλες τις ωραίες μας στιγμές, για τα ξημερώματα που βλέπαμε αγκαλιά σε διάφορες πλατείες τρώγοντας παγωτό ξυλάκι και για τις ξιφομαχίες με τα ξυλάκια που ακολουθούσαν.

Δεν τους είπα βέβαια ότι τελευταία γκρίνιαζα για την υγρασία όποτε μας έβρισκε το ξημέρωμα σε εξωτερικό χώρο, γκρίνιαζα για τις θερμίδες των παγωτών που ήθελε να με ταΐσει, γκρίνιαζα για τα άβολα παγκάκια της πλατείας, γκρίνιαζα γενικώς. Προτιμούσα να βγάλω εκείνον τρελό, παρά να παραδεχτώ ότι εγώ είχα καταστρέψει τη μαγεία.

The ring

Μόλις πέρασε η εβδομάδα των παθών, αποφάσισα να αφήσω τους χαζοεγωισμούς στην άκρη και να προσπαθήσω να τα ξαναβρούμε. Oποιαδήποτε κίνηση θα ήταν πιο αξιοπρεπής από τα ασταμάτητα κλαψουρίσματα στα πόδια αθώων. Και τον πήρα τηλέφωνο. Πριν από αυτό, βέβαια, είχα πάρει βαθιές ανάσες και όλες τις φίλες μου για να μου δώσουν κουράγιο. Αλλά κατάφερα και σχημάτισα τον αριθμό του. Επίσης, κατάφερα να μην το κλείσω με το που άκουσα τη φωνή του.

Δεν είχα αποφασίσει πώς θα το παίξω, κι έτσι ήμουν ο εαυτός μου. Oύτε ντίβα ούτε παραπονεμένη, τίποτα. Μίλησα φυσιολογικά. Άλλωστε μιλούσα με τον άντρα που μου έφτιαχνε πρωινό τους τελευταίους έξι μήνες – θα ήταν περίεργο να προσποιηθώ κάποιο ρόλο. Τον ρώτησα τι έκανε (και όχι με ποια) και πρότεινα να βγούμε για έναν καφέ το ίδιο απόγευμα. Απέφυγα τη φράση-παγίδα «Θέλω να μιλήσουμε» και δεν χρησιμοποίησα καμιά ψεύτικη πρόφαση για τη συνάντηση.

Τα CDs που είχε στο σπίτι μου δεν με ενοχλούσαν και τόσο πολύ. Άσε που αν του έλεγα πως ήθελα να του δώσω τα πράγματά του, θα ήταν σαν να επιβεβαίωνα το τέλος. Μακριά από μας. Συμφώνησε αμέσως, κάτι που με έριξε πάλι στο πάτωμα, αυτή τη φορά από λάθος υπολογισμό στα χοροπηδητά των πανηγυρισμών μου. Είχα 4 ώρες μέχρι τη μεγάλη συνάντηση. Δεν προλάβαινα να χάσω τρία κιλά ούτε να μακρύνω τα μαλλιά μου.

Αλλά προλάβαινα να φορέσω το τζιν που έκανε θαύματα και το T-shirt που ήξερα ότι λατρεύει. Για λίγο μετάνιωσα που του πρότεινα συνάντηση αυθημερόν, αλλά κατέληξα πως ήταν η καλύτερη ιδέα, γιατί, αν το αφήναμε σε ένα αόριστο «Να τα πούμε κάποια στιγμή» ή αν το κανονίζαμε για άλλη μέρα, θα είχα καταδικαστεί σε ισόβια μελέτη του ταβανιού με το κινητό περασμένο στο λαιμό.

Τέσσερις ώρες ίσιωνα τα μαλλιά μου, τα ξαναέλουζα, τα ξαναΐσιωνα, τα ξαναέλουζα, μέχρι που έπιασα κοτσίδα όσα μου είχαν απομείνει. Δεν χρειάστηκε να ορίσουμε μέρος για τη συνάντηση – κι οι δυο καταλάβαμε το ίδιο: το αγαπημένο μας καφέ. Και ευτυχώς που αρνήθηκα να περάσει να με πάρει, γιατί η αμηχανία μες στο αυτοκίνητο μπορεί να με έκανε να χάσω και τα υπόλοιπα μαλλιά μου.

Αποχαιρετισμός στα όπλα

Έφτασα στο ραντεβού μας ένα τέταρτο νωρίτερα. Και τον βρήκα να με περιμένει. Κάθισα δίπλα του και είπα μια τυπικούρα για την κίνηση. Με ρώτησε γιατί δεν πήρα το μετρό. Του απάντησα πως με μετρό είχα έρθει. Για λίγα δευτερόλεπτα κοιταζόμασταν σαν χαζοί. Και μετά γέλασα. Με τη βλακεία μου, με την περίεργη κατάσταση, με το γεγονός ότι δεν ήξερα πώς να τον χαιρετήσω.

Ευτυχώς, γέλασε κι εκείνος. Του είπα ότι ήξερε πώς κάνω όταν νιώθω αμηχανία, μπορώ να ξεστομίσω τις χειρότερες βλακείες. Μου είπε ότι το ξέρει πολύ καλά και η συζήτηση πέρασε αμέσως σε διάφορους εξευτελισμούς που είχα μοιραστεί μαζί του τους τελευταίους έξι μήνες κι από εκεί στη σχέση μας. Έτσι γλιτώσαμε από το θέατρο των τυπικών νέων, μέχρι να πέσει σιωπή (πόσα νέα να είχαμε μαζέψει σε μία εβδομάδα;) και να πρέπει να κάνω εγώ την εισαγωγή της κουβέντας που αποτελούσε και το μοναδικό λόγο αυτής της συνάντησης.

Είχα αποφασίσει από πριν να του πω όλα όσα δεν είπα εκείνη τη μέρα που χωρίσαμε. Ότι είχε δίκιο για τη μαγεία, ότι μπορώ να γίνω ανυπόφορη όταν με πιάνουν τα νεύρα μου και ότι μπορώ να μείνω ανυπόφορη για αρκετό καιρό, μέχρι να ξενερώσω τον άλλο. Το θέμα όμως ήταν ότι δεν ήθελα να χωρίσουμε κι αυτές τις μέρες μου είχε λείψει πάρα πολύ. Σ’ αυτό το σημείο άδειασα το ποτήρι με το νερό που βρέθηκε μπροστά μου, για να μη λιποθυμήσω. Πρώτη φορά ξεστόμιζα τέτοια βαριά κουβέντα σε κάποιον και δεν ήξερα ποια θα ήταν η συνέχεια. Αλλά κατά βάθος ήμουν περήφανη με τον εαυτό μου που άφησα όλες τις άμυνες και είπα επιτέλους αυτό που αισθανόμουν.

Σε ιδανικές συνθήκες, δηλαδή σε διαφήμιση σοκολάτας, αυτό θα ήταν το χρονικό σημείο που εκείνος θα γονάτιζε και θα μου έκανε πρόταση γάμου, γιατί δεν θα ήθελε να με ξαναχάσει ποτέ. Φυσικά, δεν ήμουν σε διαφήμιση σοκολάτας, γιατί ακόμη κι εκεί θα γκρίνιαζα για τις θερμίδες που έχει κάθε κομματάκι. Έτσι βρέθηκα στην πραγματική ζωή ημιλιπόθυμη, να τον κοιτάω ενώ έπαιζε με το καλαμάκι του καφέ του.

Μου είπε ότι κι αυτός δεν ήθελε να χωρίσουμε εκείνη τη μέρα, μια παρατήρηση πήγε να κάνει, για να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε τη σχέση μας, κι εγώ το πήρα στραβά κι αμέσως τον παράτησα. Επίσης έμαθα ότι έτσι έκανα πάντα, παρεξηγούσα ό,τι μου έλεγε και θύμωνα, του μιλούσα άσχημα χωρίς να σκεφτώ αν τον πλήγωνα και σε τελική ανάλυση δική μου απόφαση ήταν αυτός ο χωρισμός και θα έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες των πράξεών μου για μια φορά, μήπως και μάθαινα ότι δεν πρέπει να φέρομαι έτσι σε ανθρώπους που λέω ότι τους νοιάζομαι.

Σε κανονικές συνθήκες, δηλαδή μια τυπική μέρα μου, αυτό θα ήταν το χρονικό σημείο που θα τον έβριζα και θα σηκωνόμουν να φύγω. Αλλά δεν ήθελα να τον ξαναχάσω. Και ήξερα πως είχε δίκιο. Έτσι, έκανα την πίκρα μου κουράγιο και κράτησα μόνο τη φράση πως κι εκείνος δεν ήθελε να χωρίσουμε. Άρα με ήθελε ακόμα. Άρα είχα ελπίδες. Θα τον ξανακέρδιζα με το σπαθί μου. Χαμογέλασα και του πρότεινα να πάμε μια βόλτα στην κοντινή πλατεία και να πάρουμε παγωτό ξυλάκι.

Η πεφωτισμένη

Στη βόλτα μας αποφάσισα να είμαι καλή, ακριβώς όπως ήμουν όταν με ερωτεύτηκε. Και πέρασα πολύ πιο ωραία από τις άλλες φορές, που του έκανα καταλόγους με όλα τα απογεύματα που αργούσε να με πάρει τηλέφωνο γιατί έπηζε στη δουλειά ή για όλα τα πρωινά που άφηνε το σαμπουάν μου σε λάθος θέση, ενώ ήξερε πόσο μου αρέσει να είναι τακτοποιημένα τα πράγματά μου. Κι εκείνος πέρασε ωραία και μάλιστα μου το είπε, γιατί τώρα, που δεν είχε να απολογηθεί και να αμυνθεί για τίποτα, μπορούσε να μου μιλήσει για όσα αισθανόταν. Επίσης μου είπε ότι του έλειψα και ότι δεν περίμενε να πάρω τηλέφωνο, τόσο εγωίστρια που είμαι. Και μετά με φίλησε. Και μετά παίξαμε μια παρτίδα ξιφομαχία, αλλά για πρώτη φορά δεν με ένοιαζε ποιος θα νικούσε. Μου αρκούσε που ήμασταν μαζί και κάναμε βλακείες.

Πάνω που είχα αρχίσει να πιστεύω πως όλα ήταν τέλεια και πως τελικά ίσως και να πρωταγωνιστώ σε διαφήμιση παγωτού, μου είπε ότι ακόμα δεν είχε πειστεί ότι θα καταφέρουμε να είμαστε καλά μαζί. Συμπλήρωσε όμως ότι θα ήθελε να δοκιμάσουμε. Συμφώνησα και αστειεύτηκα να μην το παρακάνει μ’ αυτές τις αμφιβολίες του, γιατί θα νιώθω συνέχεια σα να περνάω από εξετάσεις. (Είπαμε, καλή και συμπαθητική, αλλά δεν έγινα κι άλλος άνθρωπος από τη μία εβδομάδα στην άλλη.)

Αρχίσαμε να βγαίνουμε και κάθε φορά ετοιμαζόμουν με τις ώρες, όπως στα πρώτα μας ραντεβού. Δεν γκρίνιαζα για την κούρασή μου, γελούσα με τα ευτράπελα του γραφείου και άρχισα να περνάω καλά με τους φίλους του, τώρα που είχα αποφασίσει να κάνω μια προσπάθεια για να τον καλοπιάσω. Μέχρι που τον άφησα να πάρει επιτέλους τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, για την οποία είχαμε τσακωθεί άπειρες φορές. Όταν είχα νεύρα και έπρεπε κάπου να ξεσπάσω, έπαιρνα τηλέφωνο τη μητέρα μου και της φώναζα για εκείνο το πίρσινγκ που δεν με άφησε να κάνω στη Β’ γυμνασίου και όταν δεν αρκούσε ούτε αυτό για να ξεθυμάνω, προτιμούσα να μην τον δω καθόλου.

Όταν είχε εκείνος νεύρα και γινόταν παράλογος, τον κορόιδευα και καταλήγαμε να γελάμε αντί να πετάμε πράγματα ο ένας στον άλλο. Ήταν εύκολο να τον κακομαθαίνω γιατί ήξερα ήδη τι του αρέσει και τι τον εκνευρίζει, οπότε δεν χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να ανακηρυχτώ σε γυναίκα της ζωής του. Αλλά αυτή τη φορά ήθελα κι εγώ να τον κακομάθω. Άσε που περνούσα καλύτερα τώρα, αφού τις περισσότερες ώρες γελούσα αντί να γκρινιάζω.

Το έπος των 40 λεπτών

Ώσπου τέλειωσε ο μήνας του μέλιτος κι εκείνος άργησε σε ένα ραντεβού. Για την ακρίβεια, με έστησε 40/ στο κέντρο, με καύσωνα! Αυτό πήγαινε πολύ. Με κάθε λεπτό που περνούσε, πρόσθετα και ένα βασανιστήριο στον αργό θάνατό του. Όταν ήρθε επιτέλους, του ορκίστηκα με σοβαρό ύφος πως, αν το επαναλάβει, θα τον ευνουχίσω στον ύπνο του. Μετά συνειδητοποίησα πόσο γελοία ακουγόμουν και γέλασα μόνη μου. Κι εκείνος γέλασε με ανακούφιση. Όχι επειδή δεν πίστεψε στη σοβαρότητα της απειλής μου, αλλά γιατί όλο αυτόν τον καιρό νόμιζε ότι κάποιος μου είχε κάνει λοβοτομή. Ή ότι υποκρινόμουν μέχρι να σιγουρευτώ ότι είμαστε πάλι μαζί για τα καλά. Αφού διαπίστωσε ότι μπορώ ακόμα να γίνω έξαλλη μαζί του, βρήκε μια πολύ καλή δικαιολογία για την αργοπορία του και με πήγε για παγωτό. Το έπαθλο της ξιφομαχίας αυτή τη φορά ήταν 40′ μασάζ. Μπορεί να έκλεψα λίγο, αλλά κέρδισα.

Το πάνω χέρι

Oι ψυχολόγοι το λένε «παιχνίδι εξουσίας» και υποστηρίζουν ότι υπάρχει σε όλες τις σχέσεις. Μπορείς άνετα να τους διαψεύσεις. Δεν έχει σημασία ποιος είπε πρώτος να χωρίσετε ούτε ποιος έφταιγε για το χωρισμό. Αν τον θέλεις, πες του το. Δεν συναγωνίζεστε για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι, ζευγάρι είστε – ή θέλεις να ξαναγίνετε. Με τέτοιες υστερίες, θα καταλήξεις να τον πάρεις τηλέφωνο όταν ο γιος του θα τελειώνει το σχολείο. Και τότε δεν θα έχεις κανένα χέρι. Αν βέβαια οι φίλες σου επιμένουν να μην τον πάρεις τηλέφωνο, γιατί απλώς ήταν αχρείος και σώθηκες που χωρίσατε, τότε μάλλον πρέπει να τις ακούσεις.

Ε, όχι

Ποτέ, μα ποτέ, μην πεις σε πρώην (που θέλεις να ξαναγίνει νυν):

  • Σε παρακαλώ, γύρνα πίσω γιατί θα πεθάνω.
  • Σε παρακαλώ, γύρνα πίσω γιατί πεθαίνει η κολλητή μου από μια σπάνια αρρώστια και σε χρειάζομαι.
  • Το ξέρω ότι είναι 5.00 το πρωί, αλλά να, ήμουν εδώ με τα κορίτσια και τα πίναμε…
  • Δεν έχω ιδέα ποια σε έπαιρνε από το τηλέφωνό μου και σου το έκλεινε.
  • Δεν ξέρω αν με θυμάσαι, χωρίσαμε πριν από 7 χρόνια.
  • Είδα μια χαζοβιόλα να βγαίνει από το σπίτι σου χθες στις 12:39 ακριβώς.
  • Τελικά δεν τα πήγαμε και τόσο καλά με τον κολλητό σου και είπα να σου δώσω άλλη μία ευκαιρία.
  • Παρεμπιπτόντως, τα προκαταρκτικά δεν είναι νομικός όρος.
Προηγούμενο άρθροΌταν οι άλλοι μπλέκονται στη σχέση σου
Επόμενο άρθροΤαξίδι στα Μπαρμπάντος. Η μικρή νησιωτική χώρα
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας