Δημοκρατική υστερία και πολιτικά αδιέξοδα

Στα πολιτικά αδιέξοδα που πρόσφατα παρέλυσαν τις δύο μεγαλύτερες δημοκρατίες του κόσμου, την Ινδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συνήθως εχέφρονες ηγέτες, για να παραφράσω τον Ουίλιαμ Μπάτλερ Γιτς (William Butler Yeats), δεν διέθεταν καμία άποψη, ενώ «οι πλανεμένοι και οι ρηχοί» ήταν γεμάτοι πάθος κι ένταση. Κι αυτή τους η ρωμαλεότητα δε δείχνει σημεία υποχώρησης.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, βλέποντας παντού γύρω τους τη μιζέρια που σκορπίζει η ανεργία, τα κατασχεμένα σπίτια κι η όλο και πιο έκδηλη παρακμή της διεθνούς επιρροής της Αμερικής, οι οικονομικά αναλφάβητοι στρέφουν την οργή τους κατά των συνηγόρων της φορολογικής δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα σκαλίζουν τις βίβλους τους και υιοθετούν μια παιδιάστικη ερμηνεία του αμερικανικού συντάγματος. Αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να σκάβουν όλο και βαθύτερα το λάκκο στην αμερικανική οικονομία -και να υπονομεύουν ολοένα τις προοπτικές της ανάκαμψης. Ακόμα κι οι σπόνσορές τους αντίπαλοι της φορολογίας, παράλληλα με τις ακατάβλητες προσπάθειές τους να υπερασπιστούν την περιουσία τους, φοβούνται πλέον πως οι ακραίες αυτές αντιλήψεις θα επηρεάσουν αρνητικά το επενδυτικό κλίμα και τις τιμές των αξιών.

Ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama), που το 2008 εξελέγη διαθέτοντας μεγάλο απόθεμα λαϊκής ανοχής κι ελπίδων, σήμερα μοιάζει με ποντίκι πιασμένο στη φάκα. Ξέρει πως αυτό που χρειάζεται αμέσως η οικονομία, αντιβαίνει αυτό που χρειάζεται μακροπρόθεσμα η διαχείριση του δημοσίου χρέους, αλλά δεν έχει την ικανότητα να ηγηθεί αποφασιστικά. Το μόνο που πετυχαίνει η λαθεμένη συμβιβαστική του τακτική, είναι να υποθάλπει τη φρενίτιδα των αντιπάλων του.

Στην Ινδία, ο πρωθυπουργός Μανμοχάν Σιχ (Manmohan Singh) που διέθετε άλλοτε τη φήμη ενός ακέραιου και νοήμονος πολιτικού, μοιάζει να έχει εξίσου παραλύσει, λόγω των λανθασμένων χειρισμών με τους οποίους αντιμετώπισε ένα εξίσου δημαγωγικό και λαϊκιστικό κίνημα, την σταυροφορία υπέρ της «κάθαρσης» του ακτιβιστή απεργού πείνας Άνα Χαζάρε (Anna Hazare), που κατέληξε σε έναν βεβιασμένο και ασταθή συμβιβασμό. Οι υποστηρικτές του Χαζάρε, η ενθουσιώδης και αγανακτισμένη αστική μεσαία τάξη και τα -πάντοτε σε αναζήτηση έντονων συγκινήσεων- μίντια, προσπάθησαν να αναδείξουν τον εκλεκτό τους σε διάδοχο του Μαχάτμα Γκάντι (Mahatma Gandhi). Κι αν είναι αλήθεια πως ο ήρωάς τους κάνει καλές μιμήσεις του ευσεβισμού του Γκάντι, του λείπει η πηγαία του σοφία.

Στην Ινδία, η καθημερινή διαφθορά (αστυνομία, δικαστήρια και δημόσιοι υπάλληλοι) ήταν πάντοτε εκτεταμένη. Τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε κι άλλο, κατά πάσα πιθανότητα λόγω της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης. Δημόσιοι πόροι σαν τη γη, τον ορυκτό πλούτο, τους υδατάνθρακες, είδαν την τιμή τους να εκτοξεύεται. Στην προσπάθειά τους να τους ελέγξουν, οι επιχειρηματίες αναζήτησαν παρακαμπτηρίους οδούς.

Μια άλλη αιτία για την άνοδο της διαφθοράς είναι η εκτόξευση των εκλογικών δαπανών, με τους πολιτικούς να αναζητούν χρηματοδότηση από επιχειρηματίες, εμπεδώνοντας μαζί τους σχέσεις quid pro quo. Τόσο στην Ινδία όσο και στις ΗΠΑ, η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων και των υποψηφίων είναι σχετικά μικρή, και η ιδιωτική χρηματοδότησή τους, που είναι νόμιμη στις ΗΠΑ, είναι παράνομη στην Ινδία (και άρα δίνεται «κάτω από το τραπέζι»).

Αλλά αντί να βάζει στο στόχαστρο τις δομικές αιτίες της αυξημένης διαφθοράς, το κίνημα κατά της διαφθοράς θρηνολογεί για την υποτιθέμενη χαλάρωση των ηθών και ζητάει να θεσμοποιηθούν επιπρόσθετοι οργανισμοί, με δρακόντειες αρμοδιότητες ελέγχου και επιβολής ποινών. Νιώθοντας ανυπομονησία από τους αργούς ρυθμούς του εκδημοκρατισμού, οι μεσοαστοί των πόλεων «κρεμάστηκαν» στον «άγιο άνθρωπο» και τα μαγικά του φίλτρα. Όπως και στις ΗΠΑ, η δημόσια οργή μυστηριωδώς απομακρύνεται από τους πλούσιους χρηματοδότες -για να στραφεί αποκλειστικά κατά των παραδόπιστων πολιτικών.

Θα πρέπει να προβληματιστούμε για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τέτοιων οργίλων λαϊκιστικών κινημάτων στην υγεία των δημοκρατικών θεσμών, σε αμφότερες τις χώρες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ινδία, όπου οι εκλογές χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη οξύτητα και πολύ πιο ενθουσιώδη συμμετοχή από ότι στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα το υπόλοιπο δημοκρατικό θεσμικό οπλοστάσιο παραμένει να είναι αδύναμο και μερικές φορές δυσλειτουργικό, ενώ η δικαστική εξουσία είναι βραδυκίνητη και συχνά διεφθαρμένη.

Υπό τις ιαχές του πλήθους, οι λαϊκιστές καθυβρίζουν τους αιρετούς πολιτικούς, αποκαλώντας τους «κλέφτες» και «απατεώνες». Κάνοντάς το αυτό όμως, αποσταθεροποιούν τους θεσμούς και συνολικά την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, παρόμοια κινήματα λαϊκής αμφισβήτησης στην Αφρική, τη λατινική Αμερική και άλλα μέρη του κόσμου έστρωσαν το έδαφος στην ανάληψη της εξουσίας από λαϊκιστικά αυταρχικά καθεστώτα.

Πόσο τυχαίο είναι που το δημοφιλές σύνθημα «ο Άνα είναι η Ινδία, η Ινδία είναι ο Άνα» παραπέμπει ευθέως στις «μαύρες μέρες» της ανάληψης έκτακτων εξουσιών από την Ίντιρα Γκάντι (Indira Gandhi) το 1975-1977, όταν οι υποστηρικτές της κραύγαζαν επίσης το σύνθημα «η Ίντιρα είναι η Ινδία»;

Αλλά οι συνθηματολόγοι παραβλέπουν την ακραία πολυμορφία της Ινδίας. Πολλά μέλη μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των 150 εκατομμυρίων μουσουλμάνων, αντιτίθενται ανοικτά στο κίνημα του Χαζάρε. Ένας παρίας ηγέτης (η χαμηλότερη κάστα της Ινδίας, σύμφωνα με το παλιό ιεραρχικό σύστημα) εκδήλωσε το φόβο του πως η επιτυχία του Άνα μπορεί να βάλει σε πειρασμό άλλους ηγέτες να πυροδοτήσουν πλειοψηφικά κινήματα κατά των προστατευτικών νόμων και των θετικών διακρίσεων που χάρισαν κάποια αξιοπρέπεια στις χαμηλότερες κάστες. Ορισμένοι ηγέτες ΜΚΟ επίσης ενίστανται, διότι τα αιτήματα του Χαζάρε κατά της διαφθοράς εκτόπισαν εντελώς από το δημόσιο διάλογο τις -πολύ διαφορετικές- δικές τους προτάσεις για την καταπολέμηση του ιδίου φαινομένου.

Σε μια πολυάριθμη χώρα, δεν είναι τόσο δύσκολο να συσπειρώσεις μεγάλα πλήθη. Τα ηλεκτρονικά μίντια προσελκύονται εύκολα από μεγάλα, πολύχρωμα πλήθη, που ανεμίζουν σημαίες και υιοθετούν πατριωτικά συνθήματα. Όπως το θύμισε ένας Ινδός δημοσιογράφος, όταν το Μάιο του 1998 400,000 άνθρωποι (πολύ περισσότεροι από τους οπαδούς του Χαζάρε στο Δελχί) βάδισαν στην Καλκούτα κατά των κυβερνητικών σχεδίων για την εκτέλεση πυρηνικών δοκιμών, τα μίντια τους αγνόησαν σχεδόν εντελώς.

Ακόμα και στις περιπτώσεις κινημάτων με σχεδόν παλλαϊκή στήριξη (που δεν είναι η περίπτωση των πρόσφατων κινημάτων, ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στην Ινδία) υπάρχουν πάντοτε εντάσεις μεταξύ των συμμετοχικών και των διαδικαστικών πλευρών τους. Πέραν της μεταρρύθμισης του εκλογικού συστήματος, η λαϊκή συμμετοχή κι η έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας χρειάζεται να εξισορροπούνται από θεσμούς και διαδικασίες που κάπως να τα προστατεύουν από την βαναυσότητα της πολιτικής διαμάχης.

Φυσικά οι αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις πολλές φορές αγνοούν τη βούληση των πολιτικών, ιδίως στο μεσοδιάστημα μεταξύ των εκλογών, αλλά η λύση στο πρόβλημα αυτό δεν είναι η άμεση δημοκρατία. Χαρακτηριστικό είναι πως η πολιτεία των ΗΠΑ Καλιφόρνια, έγινε πολύ πιο δυσλειτουργική μετά το δημοψήφισμα του 1978, που έβαλε όριο στο ποσοστό της άμεσης φορολογίας του εισοδήματος. Παρομοίως, δεν είναι απάντηση να εκβιάζεται η συζήτηση ενός ζητήματος μέσω της άμεσης έκθεσης μιας ανθρώπινης ζωής σε κίνδυνο, με απεργία πείνας, όπως το έκανε ο Άνα Χαζάρε.

Στις δύο μεγαλύτερες δημοκρατίες του κόσμου, οι περισσότεροι πολίτες κατανοούν πως η δημοκρατία δεν τα λύνει όλα. Μία από τις πλέον αξιοθρήνητες εξελίξεις του τελευταίου καιρού όμως, είναι πόσο πολλοί είναι έτοιμοι να προσπαθήσουν να θεραπεύσουν τις αδυναμίες της δημοκρατίας ακολουθώντας ιατροσόφια με σοβαρές παρενέργειες και ριψοκίνδυνες παρακάμψεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας