Ένα Παραμύθι για Μεγάλους

Ένα Παραμύθι για Μεγάλους

Θα πρέπει να ήταν κάπου στην τέταρτη ώρα, μαθηματικά! Ναι, μαθηματικά ήταν σίγουρα γιατί η ψιλή φωνή της Μαρίας ακουγόταν κάθε τόσο, δίνοντας τη σωστή απάντηση στις εκάστοτε ερωτήσεις, ο Νικόλας πετούσε μικρούτσικα χαρτάκια στην Ελενίτσα -ξέρετε, από αυτά τα ενοχλητικά, μικρά, σπαστικά χαρτάκια που πάντα πετιούνται στα κρυφά μέσα στην τάξη- και η κυρία Φανή ίσα που μιλούσε αραιά και που· έτσι, απλά για να καταλάβεις πως όντως είχες μάθημα εκείνη την δύσκολη ώρα. Μαθηματικά…

Τον Γιώργο όμως δεν τον ενδιέφεραν οι προσθέσεις και οι αφαιρέσεις, μήτε οι διαιρέσεις και οι πολλαπλασιασμοί. Δεν τον ενδιέφερε να απαντήσει σωστά στην ερώτηση της δασκάλας του, μήτε να σηκωθεί στον πίνακα για να λύσει σωστά τις ασκήσεις. Το παιδί με τα σκούρα καστανά μαλλιά και τα γαλανά μάτια καθόταν σιωπηλό στο θρανίο του, σκυμμένο πάνω από εκείνο το μπλε τετράδιό του, γράφοντας με μανία. Γράφοντας και γράφοντας και γράφοντας· μονάχα αυτό έβλεπες τον Γιώργο να κάνει τις τελευταίες μέρες…

Η υπομονή της δασκάλας του είχε φτάσει στα όριά της. Ολόκληρη την εβδομάδα η μια παρατήρηση ακολουθούσε την άλλη, και όμως αυτός συνέχιζε ακάθεκτος να διαθέτει την προσοχή του σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που διαδραματιζόταν μέσα στην τάξη. Τη μια φορά θα κοιτούσε έξω από το παράθυρο, την άλλη θα ζωγράφιζε, την επόμενη θα ερχόταν απροετοίμαστος από το σπίτι… Το πιο πρόσφατο ήταν η στροφή του προς τη γραφή. Σε κάθε ώρα όλο και κάτι θα έγραφε, και σε κάθε ώρα όλο και κάποια παρατήρηση ή τιμωρία θα δεχόταν.

Μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνει, και ιδιαίτερα νευριασμένη με τη συμπεριφορά του δεκάχρονου, η κυρία Φανή συνέχισε να διδάσκει μαθηματικά περιμένοντας το γνώριμο ήχο του κουδουνιού. Και όταν αυτός ακούστηκε σε κάθε γωνιά του σχολείου, τα παιδιά παράτησαν τα βιβλία πάνω στα θρανία, πέταξαν μολύβια και γόμες κάτω και έτρεξαν προς την πόρτα, σπρώχνοντας με δύναμη το ένα το άλλο, μιας και ήθελαν απεγνωσμένα να είναι τα πρώτα που θα πιάσουν σειρά στο κυλικείο για να πάρουν το καλύτερο κουλούρι. Ο Γιώργος όμως δεν κουνήθηκε από την καρέκλα του, ούτε και ενθουσιάστηκε με το άκουσμα του κουδουνιού, παρά έμεινε μέσα στην τάξη, γράφοντας κάτι στο μπλε τετραδιάκι του για άλλη μια φορά. Ίσως και θα έπρεπε να είχε βγει για διάλειμμα τελικά…

“Γιώργο. Έλα εδώ σε παρακαλώ” ήχησε η αυταρχική φωνή της κυρίας Φανής στην αίθουσα, αναγκάζοντας το αγόρι να σηκώσει το κεφάλι του από το θρανίο, για να την αντικρίσει. Καθόταν στην έδρα της, ένα φαινόμενο σπάνιο για τα δικά της δεδομένα και το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο μαθητή της. Ανέκφραστος, ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος και βημάτισε αργά προς εκείνη. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να του πει άλλωστε.

“Τι κάναμε σήμερα στα μαθηματικά Γιώργο;” ρώτησε με ύφος η δασκάλα τη στιγμή που το παιδί έφτασε στην έδρα. “Δεν ξέρω” αποκρίθηκε αμέσως αυτός με ειλικρίνεια, χωρίς ίχνος ντροπής ζωγραφισμένο στο μικρό πρόσωπό του.

  • Δεν ξέρεις επειδή δεν πρόσεχες…
  • Ναι της είπε, γνέφοντας θετικά.

Η κυρία Φανή γούρλωσε τα ματιά της και σηκώθηκε από την έδρα της. “Θεωρείς αυτό που γράφεις πιο σημαντικό από το μάθημα δηλαδή; Φταίω εγώ τώρα άμα σε βάλω και άλλη τιμωρία;” τον ρώτησε χωρίς να περιμένει κάποια ιδιαίτερη απάντηση. Γρήγορα, πήγε πάνω από το θρανίο του, παίρνοντας στα χέρια της αυτό το τόσο πολύτιμο μπλε τετράδιο. Περίεργο, μα δεν το είχε ξαναδεί ποτέ στα μάτια της. Δεν ήταν ούτε της ορθογραφίας ούτε το πρόχειρο μα ούτε και των μαθηματικών. Ξεφυλλίζοντάς το, συνειδητοποίησε πως ήταν καινούριο, με μόνο τις πρώτες του σελίδες γεμάτες με μολυβένια γράμματα· με μολυβένια γράμματα του Γιώργου…

  • Τι είναι αυτό; τον ρώτησε φανερά εκνευρισμένη.
  • Ένα παραμύθι που γράφω… το αγόρι απάντησε ήρεμα, κοιτώντας τη δασκάλα του ευθέως στα μάτια.
  • Και δεν μπορείς να το γράψεις στο σπίτι σου; Την ώρα του μαθήματος δεν επιτρέπονται τέτοια πράγματα.
  • Μα δεν θα προλάβω! διαμαρτυρήθηκε ο μικρός Γιώργος με αγωνία. Πρέπει να το διαβάσω σήμερα στη μαμά και στον μπαμπά. Ο μπαμπάς θα φύγει και δεν έχω βρει ακόμα το τέλος!

Προβληματισμένη, η Φανή άφησε κάτω το τετράδιο. Ήταν συνηθισμένη στις δικαιολογίες, αλλά ετούτη τη φορά μπορούσε να διακρίνει ειλικρίνεια κάπου στο αγχωμένο βλέμμα του μαθητή της. “Δεν θες να το διαβάσεις και στους δύο όταν ο μπαμπάς σου γυρίσει;”.

“Μα δε θα γυρίσει!” είπε με μια λυπημένη φωνή το αγόρι, τραβώντας το βλέμμα του προς το πάτωμα. Ως σωστή εκπαιδευτικός θα έπρεπε ήδη να είχε βρει τι άρμοζε να πει στην συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά η κυρία Φανή βρέθηκε αποσβολωμένη και δίχως μιλιά για να εκφραστεί. “Θέλεις να μου διαβάσεις το παραμύθι σου;” τον ρώτησε με προσοχή στην κάθε της λέξη. Το αγόρι σήκωσε το βλέμμα του από το πάτωμα, χαμογελαστός χαμογελαστός, με μια σπίθα ενθουσιασμού να τρεμοπαίζει στα γαλανά του μάτια. Μπορεί να έμοιαζε παράξενο, αλλά της φάνηκε πως είχε καιρό να δει τον Γιώργο να χαμογελάει έτσι.

  • Θα σας το πω καλύτερα!
  • Ωραία. Χαμογέλασε και η κυρία Φανή, αφού κάθισε σε μία από τις διπλανές καρέκλες. Πώς το λένε το παραμύθι σου;
  • Ένα παραμύθι για μεγάλους! απάντησε το αγόρι καθώς την κοίταξε στα μάτια. Να αρχίσω;

“Φυσικά” αποκρίθηκε η δασκάλα του και ο Γιώργος δεν έχασε καθόλου χρόνο. Καθαρίζοντας το λαιμό του, πήρε το μπλε τετραδιάκι στα χέρια του -έτσι για ασφάλεια, μη τυχόν και ξεχάσει κάτι- και ξεκίνησε να διηγείται την ιστορία του…

“Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγόρι που το έλεγαν Εντ. Ζούσε σε ένα βασίλειο κάπου πολύ, μα πάρα πολύ μακριά, και το σπίτι του ήταν ένα πελώριο κάστρο με χίλια υπνοδωμάτια και εκατό μπάνια” είπε το παιδί, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην δασκάλα του πριν συνεχίσει, έτσι για να επιβεβαιώσει πως αυτή είχε Εντυπωσιαστεί από το μέγεθος αυτού του τόσο καταπληκτικού κάστρου.

“Στο κάστρο ζούσαν επίσης και ο βασιλιάς και η βασίλισσα, οι γονείς του μικρού αγοριού, μαζί με τους υπηρέτες και τους μάγειρες που έφτιαχναν κάθε τι καλό κάθε μέρα στην κουζίνα. Τα Σάββατα σέρβιραν παστίτσιο! Οι μέρες κυλούσαν όμορφα και ο Εντ μεγάλωνε, μαθαίνοντας καινούρια πράγματα στο σχολείο του και παίζοντας με τους φίλους του, τα άλλα πριγκιπόπουλα, τα απογεύματα. Κάθε βράδυ, η μαμά του η βασίλισσα τον έβαζε στο κρεβάτι του για ύπνο, φιλώντας τον γλυκά στο μάγουλο, αφού πρώτα του διάβαζε ένα παραμύθι, για να τον πάρει ο ύπνος. Και όταν ο Εντ κοιμόταν, η βασίλισσα έβρισκε το βασιλιά και έβλεπαν μαζί τηλεόραση, μέχρι να κουραστούν και αυτοί και να πάνε για ύπνο.”

  • Είχαν και τηλεόραση στο κάστρο; ρώτησε η κυρία Φανή, με ένα μειδίαμα να τρεμοπαίζει στα χείλη της.
  • Ναι! Πολλές τηλεοράσεις. 3D ήταν, να ξέρετε… απάντησε ο Γιώργος και αμέσως μετά συνέχισε να διηγείται το παραμύθι του.

“Ο βασιλιάς ήταν μεγάλος και τρανός επιστήμονας και όλος ο κόσμος στο βασίλειο ήθελε να του μοιάσει. Ήταν ψηλός, δυνατός και όμορφος και αγαπούσε το γιο του όσο τίποτε άλλο στη Γη! Ο μικρός Εντ ήθελε τόσο πολύ να γίνει κάποια μέρα σαν αυτόν! Τα σαββατοκύριακα πήγαιναν μαζί βόλτες στο δάσος και ο βασιλιάς εξηγούσε στον πρίγκιπα για τα δΕντρα και τον ήλιο, για τη βροχή και τα ουράνια τόξα, και για τις αστραπές που φώτιζαν τον ουρανό σαν οι σκοτεινές καταιγίδες σκέπαζαν το βασίλειο”.

Η κυρία Φανή είχε προσηλωθεί στην αφήγηση του μαθητή της, Εντυπωσιασμένη από τη φαντασία που είχε επενδύσει στην ιστορία του μέχρι τώρα. Βέβαια, ήταν κάτι το αναμενόμενο μιας και οι γονείς του παιδιού -από τα λίγα που γνώριζε δηλαδή- ασχολούνταν συχνά με την εκπαίδευση του γιου τους, με τον πατέρα του να είναι φυσικός και τη μητέρα του να είναι απόφοιτος φιλολογικής σχολής. Δεν ήταν τυχαίο που ο Γιώργος είχε γράψει ένα τέτοιο παραμύθι…

“Και η βασίλισσα τους συνόδευε κάθε φορά στους περίπατους στο δάσος”, η φωνή του αγοριού ήχησε για ακόμη μια φορά στην άδεια αίθουσα. “Ήταν πάντα χαμογελαστή και ευδιάθετη και ποτέ δεν άφηνε τον Εντ από το χέρι της. Ο βασιλιάς, η βασίλισσα και ο πρίγκιπας ζούσαν ευτυχισμένοι. Ήταν πάντοτε χαρούμενοι. Αλλά μετά όλα άλλαξαν…”

Και καθώς όλα άλλαξαν στο παραμύθι, έτσι άλλαξε και η έκφραση στο παιδικό πρόσωπο του Γιώργου. Ήταν σαν ένα σύννεφο να είχε σκεπάσει τα αγγελικά γαλανά του μάτια, αφήνοντας παρά μόνο ένα αίσθημα θλίψης να καθρεφτίζεται σε αυτά. Προβληματισμένη, η κυρία Φανή κοίταξε το μαθητή κατάματα. “Τι άλλαξε;” απόρησε, μα ο Γιώργος δε βιάστηκε να απαντήσει. Σιωπηλά, κάθισε και αυτός σε μια καρέκλα, ακουμπώντας το μπλε τετραδιάκι απαλά στα πόδια του, αφήνοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό να δραπετεύσει από τα χείλη του.

“Η βασίλισσα σταμάτησε να έρχεται στις βόλτες στο δάσος κάθε Σαββατοκύριακο. Και ο βασιλιάς δεν είχε χρόνο πια για ουράνια τόξα και ιστορίες για το φως. Και τα βράδια πια ο Εντ δεν άκουγε την τηλεόραση να παίζει χαμηλόφωνα στο σαλόνι αλλά το βασιλιά και τη βασίλισσα να φωνάζουν δυνατά και να σπάνε τα όμορφα πράγματα που είχε το κάστρο. Και ο καιρός περνούσε και αυτοί τσακώνονταν κάθε μέρα… Και πίστευαν πως ήταν μυστικό, όμως ο Εντ ήταν πάντα πίσω από μια πόρτα για να τους ακούσει να λένε άσχημα λόγια ο ένας για τον άλλον.

Ο μικρός Εντ δεν άντεχε άλλο να τους ακούει και έτσι αποφάσισε να πάει στο πιο απομονωμένο υπνοδωμάτιο του κάστρου. Ήταν τόσο ψηλά και είχε θέα όλο το βασίλειο. Όμως τις νύχτες, όταν προσπαθούσε και πάλι να κοιμηθεί, οι φωνές του βασιλιά και της βασίλισσας συνέχιζαν να ακούγονται, ακόμα και σε αυτό, το τόσο μακρινό, υπνοδωμάτιο. Έτσι ο Εντ έκλαιγε κάθε βράδυ, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή οι φωνές θα σταματήσουν και οι χαρούμενες βόλτες μαζί με τους γονείς του θα αρχίσουν ξανά…”.

Σε εκείνο το σημείο ήταν που ο Γιώργος σταμάτησε να πάρει μια ανάσα και η κυρία Φανή συνειδητοποίησε πως είχε καλύψει το ορθάνοιχτο της στόμα με το χέρι της. Αν και είχε χρόνια στην εκπαίδευση και κάτι παραπάνω από αρκετή εμπειρία στο χώρο, τόσο καιρό δεν είχε παρατηρήσει τίποτα το ιδιαίτερα ανησυχητικό στη συμπεριφορά του Γιώργου, παρά μόνο αυτήν την τελευταία βδομάδα που την είχε βγάλει εκτός εαυτού, φέρνοντάς την στα όρια να καλέσει ακόμα και τους γονείς του, για να συζητήσουν τις αναπάντεχα αλλόκοτες πράξεις του τελευταία. Πιθανόν να έπρεπε να το είχε κάνει! Ίσως τότε να είχε μάθει εξαρχής…

  • Το παραμύθι συνεχίζει ή είναι εδώ που το έχεις σταματήσει; Τον ρώτησε με τον τόνο της φωνής της να είναι χαμηλός, φέρνοντας το καρεκλάκι της λίγο πιο κοντά στο μαθητή.
  • Όχι, έχω γράψει κι άλλο… της είπε, ξεφυλλίζοντας το τετράδιο του, για να θυμηθεί και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες.
  • Και τι έγινε λοιπόν; Άρχισαν οι βόλτες;

Το παιδί κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, απαντώντας απευθείας στην ερώτηση που του έκανε η δασκάλα του. “Όχι… όσο ο καιρός περνούσε ο βασιλιάς έμενε όλο πιο πολύ στη δουλειά του, σαν επιστήμονας που ήταν, και η βασίλισσα καθόταν μόνη της μαζί με τον Εντ στο κάστρο. Μερικές φορές κρυβόταν στο μπάνιο και έκλαιγε. Ο Εντ τη ρώτησε μια φορά γιατί κλαίει, αλλά αυτή του είπε πως τάχα κάτι είχε μπει στο μάτι της. Ο πρίγκιπας όμως ήξερε πως έλεγε ψέματα. Ένα απόγευμα που ο Εντ είχε μόλις επιστρέψει από το ποδόσφαιρο με τους φίλους του, ο βασιλιάς και η βασίλισσα τον περίμεναν στο σαλόνι. Ήθελαν να του μιλήσουν του είπαν.

Ο Εντ κάθισε λοιπόν στον καναπέ και περίμενε με αγωνία για το τι θα ακούσει. Η βασίλισσα φαινόταν στενοχωρημένη, το ίδιο και ο βασιλιάς. Εκείνη τη μέρα ο Εντ έμαθε πως ο βασιλιάς θα έφευγε από το βασίλειο και θα επέστρεφε στο παλάτι που ζούσε πολύ παλιά, πριν ακόμη παντρευτεί τη βασίλισσα. Το παλάτι του βρισκόταν σε ένα μέρος τόσο μα τόσο μακριά· στη Θεσσαλονίκη! Ο μικρός πρίγκιπας στενοχωρήθηκε τόσο πολύ και έπαψε να τους δίνει σημασία αν και αυτοί προσπαθούσαν να του εξηγήσουν πως όλα θα ήταν καλύτερα έτσι.

Τη νύχτα, αφού οι φωνές είχαν σταματήσει και αφού ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμόντουσαν στα χωριστά πια υπνοδωμάτιά τους, ο μικρός Εντ σηκώθηκε από το κρεβάτι του και ντύθηκε κάνοντας όσο περισσότερη ησυχία μπορούσε. Είχε την ιδέα να φύγει μακριά από το κάστρο, και μακριά από το βασιλιά και τη βασίλισσα, ελπίζοντας πως έτσι ο βασιλιάς θα άλλαζε γνώμη και θα έμενε στο βασίλειο, και οι τρεις τους θα ήταν ευτυχισμένοι και πάλι ξανά…”.

“Και αυτά…” πρόσθεσε στο τέλος ο μαθητής, παραμένοντας σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα, με το μόνο θόρυβο που να σπάει αυτήν την παράξενη εκκωφαντική ησυχία που επικρατούσε στην τάξη να είναι οι χαρωπές φωνές των παιδιών στους διαδρόμους. “Δεν έχω γράψει ακόμα το τέλος…” δήλωσε το παιδί, κοιτώντας τη δασκάλα του στα μάτια.

Κρύος ιδρώτας έλουσε τη κυρία Φανή. Το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει το παραμύθι απείχε πολύ από το ευχάριστο, και το τελευταίο που έλειπε στους δύο αυτούς γονείς ήταν το παιδί τους να το σκάσει από το σπίτι. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν σίγουρη για τις κατάλληλες λέξεις που άρμοζαν να χρησιμοποιήσει σε αυτήν την περίπτωση, αλλά η Φανή γνώριζε πως δε μπορούσε να αφήσει και την κατάσταση ως είχε. “Θαρρώ πως ο Εντ δεν πρέπει να το σκάσει από το κάστρο. Δεν θα ήταν και πολύ καλό τέλος, δε νομίζεις;” ρώτησε το Γιώργο, ανακατεύοντας λίγο τα καστανά μαλλιά του.

  • Και πώς θα ήταν ένα καλό τέλος; δεν άργησε να της πει με ένα βλέμμα καθαρής απορίας αποτυπωμένο παντού στην έκφρασή του.

“Χμμμ” ψέλλισε η δασκάλα, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα από τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της, σκεπτόμενη ένα πιθανό ωραίο τέλος σε αυτό το στενάχωρο παραμύθι. “Ο Εντ δε φεύγει από το κάστρο και περιμένει να ηρεμήσουν τα πράγματα μεταξύ του βασιλιά και της βασίλισσας. Στο τέλος, ο βασιλιάς μένει στο βασίλειο και τα πάντα αρχίζουν να μοιάζουν έτσι όπως ήταν στο παρελθόν. Στο τέλος όλα φτιάχνουν και ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…” του είπε με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της η κυρία Φανή. “Δεν είναι ωραίο και χαρούμενο τέλος; Έτσι ακριβώς όπως πρέπει να τελειώνουν όλα τα παραμύθια άλλωστε…”.

Μα σ’ αυτά της τα λόγια ο Γιώργος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, και κοίταξε τη δασκάλα του κάπως περίεργα, λες και η κυρία Φανή δεν άνηκε σε τούτο τον κόσμο μα είχε έρθει στη Γη από έναν πλανήτη μακρινό, άγνωστης ταυτότητας και απροσδιόριστης προέλευσης. “Μα αυτό είναι παραμύθι για μεγάλους!” μουρμούρισε, αρνούμενος να σηκώσει το βλέμμα του από πάνω της.

Η εκπαιδευτικός απόρησε, συνοφρυώνοντας τα φρύδια της και αυτή, με τούτα τα λόγια που άκουγε. “Και τι σημαίνει αυτό;” τον ρώτησε με περιέργεια. Όμως πάνω που ήταν να πάρει μια απάντηση, ο ήχος του κουδουνιού ήχησε από άκρη σ’ άκρη στο σχολείο, καλώντας όλα τα παιδιά να επιστρέψουν γρήγορα γρήγορα στις τάξεις τους. Ο θόρυβος των ποδοβολητών εξαπλώθηκε σε όλους τους διαδρόμους και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι υπόλοιποι μαθητές της κυρίας Φανής είχαν ήδη αρχίσει να μπαίνουν μέσα στην τάξη και να κάθονται στις θέσεις τους.

Η δασκάλα σηκώθηκε απρόθυμα από το καρεκλάκι που καθόταν, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο Γιώργο, πριν κατευθυνθεί προς την έδρα της, για να μοιράσει τις φωτοτυπίες που είχε ετοιμάσει για τη Μελέτη Περιβάλλοντος.

Και καθώς οι ώρες περνούσαν, και η κυρία Φανή προσπαθούσε να κάνει το μάθημά της, ο Γιώργος έγραφε και έγραφε, σκυμμένος πάνω από αυτό το μπλε τετραδιάκι του, αποφασισμένος να βρει το κατάλληλο τέλος για το παραμύθι του. Η κυρία Φανή τον παρατηρούσε συχνά, αλλά δεν τολμούσε να τον διακόψει, μήτε να του κάνει κάποια παρατήρηση. Έτσι καθώς αυτή συνέχιζε να διδάσκει το βαρετό πρόγραμμά της, ο Γιώργος ύφαινε με τη φαντασία του την ιστορία του Εντ, με τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες, τα κάστρα και τους περιπάτους στο δάσος, τα ουράνια τόξα και τις αστραπές στους κατασκότεινους συννεφιασμένους ουρανούς…

Το τελευταίο κουδούνι της ημέρας επιτέλους ήχησε, απελευθερώνοντας τους μαθητές από αυτά τα άβολα καρεκλάκια που ήταν υποχρεωμένα να υπομένουν, κάθε Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, για εφτά ολόκληρες βασανιστικές ώρες, ακούγοντας για πράγματα ανιαρά και μη ενδιαφέροντα για αυτά. Οι χαρωπές φωνές τους ήχησαν στο σχολείο για άλλη μια φορά και ένα τσούρμο μικροί άνθρωποι ξεχύθηκαν στους διαδρόμους. Επιτέλους θα επέστρεφαν σπίτι τους.

Τελευταίος μάζεψε τα βιβλία του ο Γιώργος, τακτοποιώντας τα στην τσάντα του με τόση προσοχή, λες και οι σελίδες τους έκρυβαν όλα τα μυστικά του κόσμου και έπρεπε να διαφυλαχτούν πάση θυσία. Μόνο το μπλε τετραδιάκι του ήταν ακόμα ακουμπισμένο πάνω στο θρανίο. Σαν λοιπόν έκλεισε τη τσάντα του και φόρτωσε τα βάρη της γνώσης στην τοσοδούλικη πλατούλα του, πήρε το τετραδιάκι του στα χέρια και ξεκίνησε προς την πόρτα με αργό βηματισμό.

Λίγο πριν βγει στο διάδρομο, άκουσε τη κυρία Φανή να φωνάζει το όνομά του. Γύρισε και την κοίταξε.

  • Γιώργο, τι έγινε τελικά με το παραμύθι; Έγραψες το τέλος; τον ρώτησε, όλο ενδιαφέρον, η δασκάλα του καθώς μάζευε και εκείνη τα βιβλία της και τις κάμποσες φωτοτυπίες που είχε να διορθώσει σαν γύριζε στο σπίτι.
  • Ναι. Είναι έτοιμο, αποκρίθηκε αυτός, χωρίς όμως να επιδείξει προθυμία να δώσει περαιτέρω πληροφορίες επί του θέματος. Θα τους το διαβάσω μετά το μεσημεριανό, είπε σοβαρός σοβαρός, αλλά δεν έκανε να φύγει προς την πόρτα παρά στάθηκε εκεί -ακίνητος- να κοιτάζει την κυρία Φανή μέσα στα μάτια.
  • Και πώς τελειώνει λοιπόν αυτό το παραμύθι; Tον ρώτησε.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Γιώργος δάγκωσε απαλά το κάτω χείλος του, κάρφωσε το βλέμμα του στο μπλε τετραδιάκι αλλά δεν προσπάθησε να το ανοίξει. “Ο Εντ τελικά δεν το σκάει από το κάστρο, γιατί φοβάται πως αν φύγει μόνος του τη νύχτα θα τον φάνε τα τέρατα που παραμονεύουν στο σκοτάδι” είπε ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην κυρία Φανή. “Ο καιρός περνά και τελικά έρχεται η μέρα που ο βασιλιάς έχει μαζέψει όλα τα πράγματά του μέσα σε δύο τεράστιες βαλίτσες και είναι έτοιμος να φύγει από το κάστρο.

Η βασίλισσα τον κοιτάζει λυπημένη και ο Εντ προσπαθεί πολύ για να μην κλάψει. Μα ο βασιλιάς φεύγει τελικά και πάει στη Θεσσαλονίκη. Και ο Εντ και η βασίλισσα μένουν πίσω στο βασίλειο, μέσα στο άδειο κάστρο, με τους κρύους τοίχους, τα χίλια υπνοδωμάτια, και τα εκατό μπάνια. Και ο πρίγκιπας δεν ξέρει αν θα ξαναδεί ποτέ στη ζωή του το βασιλιά και κάθε βράδυ που πέφτει για ύπνο κλαίει και σκέφτεται πώς γίνεται να υπάρχει ένα βασίλειο που δεν έχει βασιλιά…

Και δεν έζησαν αυτοί καλά, μα ούτε και εμείς καλύτερα…”

Σταμάτησε και πήρε μια ανάσα, σφίγγοντας με τα μικρούλικα χέρια του τόσο δυνατά το μπλε τετραδιάκι. “Να, έτσι τελειώνει το παραμύθι“, ψέλλισε χαμηλόφωνα.

Η κυρία Φανή κειτόταν εκεί, στη μεγάλη αναπαυτική καρέκλα του δασκάλου, έχοντας χάσει τη μιλιά της. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είχες τι να πεις, αν και μερικές φορές η σιωπή ήταν η καλύτερη απάντηση. Εν τέλει, αποφάσισε να μιλήσει, αν και η φωνή της ήχησε διστακτικά στη σχεδόν άδεια αίθουσα. “Μα βρε Γιωργάκη, αυτή η ιστορία δεν τελειώνει χαρούμενα. Όλα τα παραμύθια πρέπει να έχουν ένα χαρούμενο τέλος…” του είπε γλυκά η κυρία Φανή, κρατώντας το βλέμμα του με το δικό της.

Και σαν είπε αυτά τα λόγια, ένα αίσθημα απορίας σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Γιώργου, ακριβώς όπως και την προηγούμενη φορά που είχε ακούσει την κυρία Φανή να λέει τέτοια πράγματα. “Ναι. Αλλά αυτό είναι ένα παραμύθι για μεγάλους. Δεν μπορεί να έχει χαρούμενο τέλος” της εξήγησε ο μαθητής με ψυχραιμία.

  • Και γιατί δεν μπορεί;

Ο Γιώργος ξεφύσησε αγανακτισμένος, σουφρώνοντας τα χείλη του. Η κυρία Φανή ήταν μεγάλη κυρία, αλλά τώρα έμοιαζε σαν πΕντάχρονο στα μάτια του μαθητή της. Μα γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει;

  • Γιατί είναι για μεγάλους!!! επέμεινε ο Γιώργος με στόμφο να χρωματίζει τη φωνή του. Βλέπετε, τα παιδιά είναι πάντα ευτυχισμένα. Γελάνε, παίζουν με τους φίλους τους, πάνε εκδρομές, κάνουν πάρτι, τρώνε, χαίρονται, χαμογελούν, και αν τύχει να στενοχωρηθούν, την επόμενη μέρα σκάνε με χαμόγελο πάλι στο σχολείο. Τα παιδιά είναι χαρούμενα. Και γι’ αυτό και τα παραμύθια φτιαγμένα για αυτά έχουν πάντα ευτυχισμένα τέλος.

Εσείς οι μεγάλοι όμως είστε διαφορετικοί. Εσείς οι μεγάλοι δεν είστε ποτέ χαρούμενοι. Γκρινιάζετε για τον καιρό, για τα παλιά ρούχα σας που δεν σας κάνουν πια, για τους λογαριασμούς που κάθε μήνα έχετε να πληρώσετε, για τις διακοπές που δεν πηγαίνετε ποτέ, για το σπίτι σας που δεν σας αρέσει. Εσείς οι μεγάλοι λέτε άσχημα λόγια ο ένας για τον άλλον και τα εννοείτε. Εσείς οι μεγάλοι κλαίτε συχνά αλλά δε θέλετε να το παραδεχτείτε. Ε, πώς θέλετε λοιπόν τα παραμύθια σας να τελειώνουν χαρούμενα όταν εσείς δεν είστε ποτέ; είπε το παιδί και έπειτα σίγησε, ελπίζοντας αυτή τη φορά η δασκάλα του να κατάλαβε.

Η κυρία Φανή καθόταν αποσβολωμένη στην έδρα της, με γουρλωμένα μάτια κοιτώντας τον μικρό Γιώργο δίχως να έχει βρει ούτε μια ωραία απάντηση για να αντικρούσει τα επιχειρήματά του. Και εκεί που δεν το περίμενε, ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του μαθητή της, ίσως επειδή θα κατάλαβε πως το μήνυμα του είχε περάσει επιτυχώς στη δασκάλα του.

  • Καλό μεσημέρι κυρία Φανή και καλό Σαββατοκύριακο, της είπε και έπειτα εξαφανίστηκε στο διάδρομο, παίρνοντας το δρόμο για το σπίτι του. Είχε αργήσει κιόλας για το μεσημεριανό.

Η κυρία Φανή σηκώθηκε αργά από την έδρα της και έβαλε την τσάντα της στον ώμο. Σιωπηλά, μάζεψε τον πάκο με τις φωτοτυπίες που είχε για να διορθώσει και προχώρησε και αυτή προς την πόρτα. Το μυαλό της το διαπερνούσαν Εντονες σκέψεις για το μικρό Γιώργο και την κατάσταση που πιθανόν επικρατούσε μέσα στο σπίτι του. Από Δευτέρα, ήταν αποφασισμένη να μάθει και να βοηθήσει, με όποιο τρόπο ήταν Εντός των δυνατοτήτων της, το μαθητή της. Ίσως αύριο θα ήταν καλό να πάρει τηλέφωνο τους γονείς του. Ναι! Αύριο έπρεπε να πάρει τηλέφωνο τους γονείς…

Και καθώς έβγαινε από την τάξη και είχε όλες αυτές τις σκέψεις να τριγυρνάνε στο μυαλό της, είχε και ακόμη μία, θαμμένη κάπου στο βάθος. Αλλά δεν μπορούσε να τη διώξει όσο και να προσπαθούσε…

Ποια ήταν άραγε η τελευταία φορά, αφότου είχε μεγαλώσει, που είχε υπάρξει πραγματικά χαρούμενη;