Έντονη μεταβλητότητα και σταδιακή ανάκαμψη της Wall Street

Kαθώς το 2008 αποτέλεσε ένα απόλυτα καταστροφικό έτος για τους επενδυτές, ας ξεκινήσουμε με μία ευχάριστη είδηση: οι κορυφαίοι οικονομολόγοι της Wall Street πιστεύουν –ή ελπίζουν– ότι η αμερικανική αγορά θα κατορθώσει να ξεπεράσει το χειρότερο «ξεπούλημα» (sell-off) του 2008 και θα ξεκινήσει να ανακάμπτει από το 2009.

Η όχι και τόσο ευχάριστη είδηση; Αυτή η ανάκαμψη θα είναι περιορισμένη. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν έντονες διακυμάνσεις στην αγορά, δηλαδή το ράλι να ακολουθείται από κάθετη πτώση στις μετοχικές αποτιμήσεις. Αυτή άλλωστε η πορεία οδήγησε σε κρίση τις πιστώσεις, αλλά και την εμπιστοσύνη, ενώ «αφαίρεσε» περισσότερο από το 50% της αξίας κεφαλαιοποίησης της αγοράς. Αν και η αγορά έχει ανακάμψει 18% από το χαμηλότερο επίπεδο που άγγιξε τον Νοέμβριο, περί τους 12 αναλυτές που συμμετείχαν στην τακτική έρευνα του Barron’Αs υποστηρίζουν ότι ο δείκτης Standard & Poor’Αs 500 θα «κλείσει» το 2009 στις 1.045 μονάδες, ή περίπου 18% υψηλότερα από ό,τι βρίσκεται αυτήν την στιγμή.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη φετινή έρευνα είναι το γεγονός ότι οι αναλυτές εμφανίζονται πολύ προσεκτικοί στις προβλέψεις τους, καθώς φροντίζουν να μην είναι και τόσο αισιόδοξοι, με δεδομένο ότι το 2008 οι πάντες διαψεύσθηκαν.

Μία από τις βασικές αιτίες δεν είναι άλλη από την απόλυτη αβεβαιότητα για την αμερικανική οικονομία. Σχεδόν όλοι οι αναλυτές αναμένουν ότι η οικονομία θα επιδεινωθεί καθώς οι εταιρίες προχωρούν σε μείωση του κόστους λειτουργίας τους και σε μείωση των θέσεων εργασίας (άλλωστε περίπου 1,25 εκατ. θέσεις έχουν χαθεί στο τρίμηνο Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 2008), ενώ περιμένουν ότι η οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 4% το 2008. Αν και ο μέσος όρος των αναλυτών προβλέπει ότι στο β’Α εξάμηνο θα υπάρξει σταθεροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα ξεκινήσει και πότε θα ολοκληρωθεί η οικονομική ανάκαμψη. Οι 10 από τους 12 αναλυτές, πιστεύουν ότι η αμερικανική οικονομία θα συρρικνωθεί και εντός του 2009.

Γιατί, όμως, οι μετοχές να ακολουθήσουν ανοδική πορεία υπό το «φως» τόσο μεγάλης αβεβαιότητας για την οικονομία; Πρώτον, οι αναλυτές τονίζουν ότι η αγορά έχει, ήδη, κινηθεί 52% χαμηλότερα από το υψηλό επίπεδο που κατέκτησε στις 20 Νοεμβρίου του 2007 και παράλληλα έχει προεξοφλήσει τα χειρότερα που έρχονται.

Την ίδια στιγμή το 37% των τοποθετήσεων των αμοιβαίων κεφαλαίων βρίσκονται σε αμοιβαία διαχείρισης διαθεσίμων. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από το 1991 και ως εκ τούτου στην αγορά υπάρχει πλήθος μετρητών τα οποία είναι πρόθυμα να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στις μετοχές.

Tις ελπίδες των αναλυτών ενισχύει και το γεγονός ότι το φθηνότερο ενεργειακό κόστος θα στηρίξει τις καταναλωτικές δαπάνες, ενώ η πιστωτική κρίση θα αρχίσει να… ξεφτίζει. Σαφώς όλοι στηρίζουν τις ελπίδες τους και στην επιθετική πολιτική στήριξης που ακολουθεί η αμερικανική κυβέρνηση.

«Ο ρυθμός στήριξης χρηματοοικονομικού συστήματος και οικονομιών σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πρωτόγνωρος», τονίζει ο Abhijit Chakrabortti, επικεφαλής στη μονάδα διεθνών επενδύσεων της Morgan Stanley και προσθέτει: «Για εμάς δεν είναι πιθανό οι μετοχικές αγορές να υποχωρήσουν πολύ περισσότερο από τα τρέχοντα επίπεδα, αν και οι προβλέψεις για την πορεία της εταιρικής κερδοφορίας βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ τα μακροοικονομικά στοιχεία που έχουν ανακοινωθεί είναι κάτι περισσότερο από δυσάρεστα».

Πριν από ένα χρόνο οι αναλυτές έκαναν το λάθος να «καταθέσουν» όλες τις ελπίδες τους στη Fed, καθώς πίστεψαν ότι η επιθετική πολιτική μείωσης επιτοκίων αλλά και οι υγιείς διεθνείς οικονομίες θα βοηθούσαν τις ΗΠΑ ώστε να αποφύγουν την ύφεση.

Βέβαια αυτή τη στιγμή το να στηριχθείς στις κυβερνήσεις είναι περισσότερο ασφαλές. Οι ανά τον κόσμο πολιτικοί ξεπέρασαν την περίοδο άρνησης, όπου δεν παραδέχονταν ότι οι οικονομίες των χωρών τους πραγματικά κινδυνεύουν. Πλέον η μάχη κατά του αποπληθωρισμού και της ύφεσης είναι η βασική τους προτεραιότητα. Oσο για τη Fed πράττει ό,τι είναι δυνατόν. Την περασμένη εβδομάδα μείωσε το βασικό επιτόκιο των ΗΠΑ σε εύρος 0% έως 0,25%, ενώ υποσχέθηκε ότι θα πράξει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα και τον χρηματοοικονομικό κλάδο.

Εάν οι αναλυτές αποδειχθούν σωστοί η άνοδος του S&P 500 στις 1.045 μονάδες, δηλαδή 39% υψηλότερα από το χαμηλό των 752 μονάδων που έφθασε στα τέλη Νοεμβρίου 2008, θα σημάνει την αρχή μιας «bull market». Ακόμη και οι λιγότερο αισιόδοξοι, θεωρούν ότι η κάθετη υποχώρηση στις μετοχικές αποτιμήσεις δημιουργεί αρκετές επενδυτικές ευκαιρίες. Oμως οι διαθέσεις των αγοραστών θα «εξετασθούν» πολύ νωρίς, στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν οι περισσότερες εταιρίες ανακοινώνουν τα οικονομικά μεγέθη δ’Α τριμήνου 2008 και σε αυτά αναμένεται ότι θα καταγράφεται το μέγεθος των δραματικών επιπτώσεων λόγω της ύφεσης.

Oποιος θεωρεί ότι το 2009 θα είναι χρονιά αλλαγών δεν θα απογοητευτεί. Καθώς οι ΗΠΑ αλλάζουν πρόσωπο, με το κράτος να έχει πλέον μερίδιο σε τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες, ακόμη και αυτοκινητοβιομηχανίες «η αλλαγή είναι κυριολεκτικά τευτονική», τονίζει ο Christopher Hyzy της U.S. Trust, της θυγατρικής διαχείρισης πλούτου της Bank of America. Ακόμη και οι οικονομικές ανισορροπίες ανά την υφήλιο θα αρχίσουν να αλλάζουν. Για παράδειγμα η αναδυόμενη Ασία θα «δει» τις αποταμιεύσεις της να μειώνονται και τις δαπάνες της να αυξάνονται, ενώ η Δύση –στην αγωνιώδη προσπάθεια να ισορροπήσει τα δημοσιονομικά της– θα αρχίσει να αποταμιεύει περισσότερο και να ξοδεύει λιγότερο.

Ποιο είναι το σημείο στο οποίο συμφωνούν απόλυτα οι αναλυτές; Το γεγονός ότι το βασικό χαρακτηριστικό των αγορών εντός του 2009 θα είναι η αβεβαιότητα.

Στους αισιόδοξους –αν και σαφώς με εξαιρετική προσοχή– συγκαταλέγεται ο Richard Bernstein της Merrill Lynch, ο οποίος υποστηρίζει ότι «το 2009 θα είναι καλύτερο από το 2008 για τους επενδυτές». Σύμφωνα με τον κορυφαίο αναλυτή οι «φούσκες» που έχουν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών –εμπορεύματα, real estate, hedge funds και εταιρίες ιδιωτικών κεφαλαίων (private equity groups)– οφείλονταν στην ύπαρξη φθηνού χρήματος. Η έκρηξη της πιστωτικής φούσκας, σύμφωνα πάντα με τον Bernstein, θα δημιουργήσει νέους ηγέτες στις αγορές. Αμυντικοί κλάδοι, όπως αυτοί των σταθερών καταναλωτικών αγαθών και της υγείας, μπορούν να αποδειχθούν ως προσωρινά επενδυτικά καταφύγια και μπορεί να ακολουθήσουν καλύτερη πορεία απ’Α ό,τι οι μετοχικοί δείκτες για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Βάσει των προβλέψεων οι απομειώσεις από τις τράπεζες θα ξεπεράσουν το ένα τρισ. δολάρια στις αρχές του επόμενου έτους, αλλά η υπέρβαση αυτού του επιπέδου αναμένεται ότι θα αποτελέσει το ζενίθ της κρίσης.

Παρά, όμως, αυτήν την πρόβλεψη οι αναλυτές δεν φαίνονται πρόθυμοι να στραφούν στην αύξηση των τοποθετήσεών τους σε μετοχές χρηματοοικονομικών ομίλων. Oπως συνέβη με τις μετοχές υψηλής τεχνολογίας στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και με τις ενεργειακές μετοχές στις αρχές της δεκαετίας του ‘Α80, έτσι και οι μετοχικοί τίτλοι χρηματοοικονομικών ομίλων έχουν ακόμη «πολύ δρόμο μπροστά» τους, πριν θεωρηθούν ως αρκετά ασφαλείς τοποθετήσεις.

«Πολλά θα πρέπει ακόμη να συμβούν. Θα πρέπει να πιστέψουμε ότι έχει κλείσει ο κύκλος των επισφαλών δανείων, των απομειώσεων ενεργητικού, των συνεχιζόμενων απωλειών», τονίζει ο Robert Doll της BlackRock.

Την ίδια στιγμή ο κλάδος που έχει στηρίξει τις αγορές, δηλαδή αυτός της ενέργειας, από «αγαπημένος» μετατρέπεται σε παρία. Εκ των 12 αναλυτών μόλις δύο τοποθετούν τον κλάδο ενέργειας μεταξύ των βασικών τους επιλογών, ενώ αυτός των πρώτων υλών μόνο ένας.

Ο Doll είναι μεταξύ αυτών που εξακολουθούν να στηρίζουν τον ενεργειακό κλάδο. «Αν και η ζήτηση για εμπορεύματα σαφώς έχει υποχωρήσει, δεν έχουμε πράξει τίποτε για να μειώσουμε την εξάρτησή μας από το πετρέλαιο», υπογραμμίζει ο Doll.

Την ίδια στιγμή τέσσερις εκ των αναλυτών που συμμετέχουν στην έρευνα συστήνουν στους επενδυτές να αποφύγουν τον ενεργειακό κλάδο, τέσσερις συστήνουν την αποφυγή του κλάδου Πρώτων Υλών, ενώ πέντε θεωρούν ότι καλύτερο θα ήταν οι μετοχές βιομηχανιών να «λείπουν» από τα χαρτοφυλάκια.