Επιστροφή εις την Ανατολήν

Η ελληνοκεντρική προσέγγιση του ζητήματος έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μας έχει βοηθήσει ούτε να καταστήσουμε ευρωπαϊκά τα διμερή προβλήματα στις σχέσεις μας με την Άγκυρα, ούτε να συνταχθούμε με τους Ευρωπαίους που σήμερα είναι μοιρασμένοι σε δύο πόλους ανάλογα με τη θετική ή την επιφυλακτική προσέγγιση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας.

Για τους Έλληνες πολίτες η συζήτηση για ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. περνάει μέσα από την επίλυση διμερών διαφορών, εδαφικών διεκδικήσεων, την παύση της προκλητικότητας, την πρόοδο στο Κυπριακό κ.λπ. Για την ελληνική πολιτική ηγεσία περνάει μέσα από συμβολικές ενέργειες επίδειξης απλής διάθεσης φιλίας, συνεργασίας και έναρξης διαλόγου για την επίλυση των διαφορών.

Όσο μαξιμαλιστικές ή μινιμαλιστικές κι αν είναι οι απαιτήσεις μας, η Ευρώπη δεν τις συμμερίζεται στο παραμικρό.

Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης που καταγράφουν το κατά πόσο είναι επιθυμητή στους λαούς της Ένωσης η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. αποτυπώνουν ξεκάθαρα μία παράμετρο που προσδιορίζει τη θέση των Ευρωπαίων και αυτή έχει να κάνει με την ευρύτερη ενδοευρωπαϊκή πόλωση που αφορά το βαθμό εξάρτησης ή ανεξαρτησίας της Ένωσης από την υπερατλαντική υπερδύναμη.

Πολίτες χωρών όπως η Ιταλία, η Βρετανία και η Ισπανία οι οποίοι «βομβαρδίζονται» εδώ και μήνες από την προπαγάνδα των κυβερνήσεών τους υπέρ της ενίσχυσης της ευρωατλαντικής διασύνδεσης (προπαγάνδα που ήταν αναγκαία για να αιτιολογηθεί η συνδρομή των χωρών αυτών στη στήριξη της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού Προέδρου Τζορτζ Μπους στο Ιράκ), είναι περισσότερο δεκτικοί στην αποδοχή της Τουρκίας στην Ε.Ε. Πολίτες χωρών, που έχουν παράδοση ευρωκεντρικής αντίληψης όπως οι Γάλλοι, οι Γερμανοί αλλά και οι Αυστριακοί ανθίστανται στην προώθηση της Τουρκίας στην Ε.Ε. γιατί την αντιμετωπίζουν σαν όχημα προώθησης των αμερικανικών συμφερόντων και αντιλήψεων από το… παράθυρο.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να συντονιστεί με κάποια από τις δύο τάσεις στο εσωτερικό της Ένωσης γιατί ούτε σήμερα διαθέτει ξεκάθαρη γραμμή στο δίλημμα «ατλαντιστές ή ευρωπαϊστές» όπως δεν είχε πριν δύο χρόνια κατά την έναρξη της συμμαχικής εισβολής στο Ιράκ (όταν ακροβατούσαμε σε τεντωμένο σκοινί στη Σύνοδο της Χαλκιδικής και επικαλούμασταν το ρόλο της προεδρεύουσας χώρας για να μην πάρουμε θέση). Και η κυβέρνηση Καραμανλή, όπως στο παρελθόν η κυβέρνηση Σημίτη με υπουργό Εξωτερικών τον νυν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, γνωρίζει ότι δεν μπορεί να μην υποκύψει στις επιταγές της αμερικανικής υπερδύναμης που ορίζει τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει πως η οικονομική επιβίωση της χώρας εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την Ε.Ε.

Αν ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε απαντήσει στο δίλημμα με το αποφθεγματικό σύνθημα «ανήκομεν εις την Δύσιν» ο Κ. Καραμανλής ο νεότερος καλείται να απαντήσει αν η εξωτερική μας πολιτική θα μας επιτρέψει να ταυτιστούμε με τη Δύση που μας απέκοψε από το παρελθόν μας ως «εσχατιάς» της ανατολικής Μεσογείου ή με τη Δύση που επιθυμεί να μας επανατοποθετήσει στην Ανατολή, και μάλιστα στη σφαίρα επιρροής της περιφερειακής δύναμης που «ανδρώνεται» με δολάρια και αμερικανική οικονομική βοήθεια.»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας