Έρωτας, όχι πόλεμος, είναι η μόνη λύση

Έρωτας, όχι πόλεμος, είναι η μόνη λύση

Σου αρέσει το σπίτι μου; Έβλεπες στα κουρασμένα της μάτια περηφάνια ανάμεικτη με την προσμονή για ένα μπράβο. Το άξιζε. Δεν είναι και λίγο να παίρνεις ένα γκρέμισμα και να το μετατρέπεις σε σπίτι!

Μόλις έβαζα στο στόμα τη μία και μοναδική μπουκιά από το γλυκό μελιτζανάκι που είχε φτιάξει με τις μελιτζάνες που καλλιεργούσε στον κήπο της, ξεκίνησε και τη διήγηση: Την πρώτη φορά που γνώρισα, λέει, αυτά τα χωριά, εδώ και τριάντα χρόνια, έμεινα μ’ ανοιχτό το στόμα.

Στη Γαλλία, η επαρχία είναι πιο οργανωμένη, πιο τακτοποιημένη, πιο αναμενόμενη, πιο πολύ σκηνικό παρά αλήθεια, ενώ στην Κρήτη τα πράγματα ζούσαν· οι πέτρες, οι μάντρες, οι τοίχοι, οι στέγες, τα δρομάκια μιλούσαν, και μαζί και οι άνθρωποι.

Όταν πρωτοπατήσαμε στα χωριά, μας κοίταζαν σαν εξωγήινους. «Οι ξένοι», έλεγαν, και το εννοούσαν. Ένιωθαν πως πρέπει να μας εξυπηρετήσουν, να μας βοηθήσουν, να μας διευκολύνουν, κι ας ήμασταν ντυμένοι σαν κουρελήδες.

Πως έφτασα μέχρι εδώ; Σπούδασα Ιστορία Τέχνης στη Σορβόνη, συνέχισε τη διήγηση, εκείνο το συγκλονιστικό Μάη στο Παρίσι, που ίχνη του ακόμα κουβαλάμε πάνω μας, και από εκείνη την παρέα με τα «αβαρή όνειρα» μαζευτήκαμε δεκατέσσερα άτομα, επτά ζευγάρια. Αγοράσαμε ένα παλιό σχολικό λεωφορείο, βάψαμε πορτοκαλί τα τζάμια του, και το υπόλοιπο σαν έναν ανθισμένο κήπο, το ψευτοφτιάξαμε για να αντέξει μεγάλο –ή μεγάλα– ταξίδια και ως πρώτο προορισμό βάλαμε το ανεκπλήρωτο όνειρο που έπρεπε να ζήσουμε: Την Ελλάδα.

Μείναμε ένα μήνα στη Χαλκιδική, δίπλα στη θάλασσα, ξυπνάγαμε απ’ τον ήχο μιας σάλπιγγας του μαθηματικού της παρέας μας, του Πιερ. Αυτά τις πρώτες μέρες, γιατί μετά την επίσκεψη του προέδρου του κοντινού χωριού, που μας παρακάλεσε να μην βαράμε αξημέρωτα τις καραμούζες, ο Πιερ αρκέστηκε στο να μας σκουντάει στην αρχή ευγενικά, γρήγορα όμως κατέληξε στο στρατιωτικό ξύπνημα.

Ακολουθούσε «καθαρμός», ομαδικός δηλαδή διαλογισμός και γιόγκα σε συνδυασμό με σουηδική γυμναστική: Ένα πρόγραμμα έμπνευση μιας χορεύτριας που είχε αναλάβει και καθήκοντα γυμνάστριας και γιόγκι.

Ύστερα, μοιράζαμε δουλειές σύμφωνα με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα: Καθάρισμα του λεωφορείου που είχαμε μετατρέψει σε ένα ιδιότυπο αυτοκινούμενο υπνωτήριο-σαλόνι, ψώνια απ’ το κοντινό χωριό και μαγείρεμα. Έπειτα, μπάνιο, φαγητό, ξανά διαλογισμό και γιόγκα, και ύπνο μόλις νύχτωνε.

Δεν κράτησε πολύ το κοινόβιο, γιατί πιο πολύ στρατό θύμιζε παρά ελεύθερη συμβίωση. Και έτσι, σιγά σιγά, δυο δυο, αραίωναν απ’ τις τάξεις των «προβληματισμένων εκδρομέων». Εγώ και ο φίλος μου, με πυξίδα τις λογοτεχνικές μας καταβολές, κατευθυνθήκαμε στην πατρίδα του «Kazantzakis», την Κρήτη.

Είχαν τελειώσει τα λεφτά, αλλά όταν είσαι είκοσι χρόνων, το χρήμα είναι το τελευταίο που μπορεί να σε σταματήσει. Είχαμε ακούσει για μια ελεύθερη κοινότητα σε κάποιο χωριό στο Λιβυκό πέλαγος, Μάταλα λεγόταν, και με μοναδικό εφόδιο δύο υπνόσακους και λίγα ρούχα, φτάσαμε εκεί.

Ένας βράχος διάτρητος σαν κερήθρα και η θάλασσα, αυτό ήταν όλο. Και εμείς μέλισσες που βρήκαμε τη δική μας τρύπα για να φτιάξουμε το μέλι της νεότητάς μας, που χωρούσε σε δύο αντίθετες λέξεις: Έρωτας, όχι πόλεμος. Μας είχε στοιχειώσει ο πόλεμος που γνωρίσαμε απ’ τις φρικαλέες διηγήσεις των πατεράδων μας και ένας ακόμα, που συνεχιζόταν σκοτώνοντας ένα φτωχό λαό. Μας είχε στοιχειώσει η αγωνία των γονιών μας που γινόταν απληστία, να κάνουν λεφτά, πιο πολλά λεφτά, αδιαφορώντας αν για κάθε φράγκο, μάρκο, λίρα ή δολάριο που έμπαινε στην τσέπη τους ένα παιδί θα έπρεπε να λιμοκτονήσει στην Αφρική ή τη Λατινική Αμερική, που για αιώνες απομυζούσαμε. Μας είχαν στοιχειώσει οι δικτατορίες στην Ευρώπη που δεν έλεγαν να πέσουν, μας είχαν στοιχειώσει οι διεφθαρμένοι άνθρωποι όπου κι αν κοιτάζαμε, ακόμα και οι δάσκαλοί μας, πιστοί υπηρέτες ενός συστήματος που τους –και μας– καταπίεζε.

Εκεί καταλάβαμε, στο βράχο το διάτρητο σαν κερήθρα, στις ρηχές σπηλιές, με το Λιβυκό στα πόδια μας, πόσο λίγα χρειάζεται ο άνθρωπος για να ‘ναι ευτυχισμένος…

Και η δική μας προσωπική απάντηση ήταν να γίνουμε, ή έστω να προσπαθήσουμε να γίνουμε, εμείς καλύτεροι, να κάνουμε θρησκεία, πίστη, ιδεολογία εκείνο το χαρούμενο μενταγιόν που κρέμαγα στο λαιμό, «Ειρήνη». Μέσα μου και γύρω μου. Και είχα ειρήνη. Είχαμε. Γιατί το «εγώ» έγινε «εμείς», κι ας ξέραμε βαθιά μέσα μας πως το όνειρο είχε περιορισμένη διάρκεια.

Εμείς θα το παρατείναμε, με όλες τις φυσικές, και έστω τις τεχνικές, μεθόδους και ουσίες. Όλα θα τα δοκιμάζαμε, αρκεί να κρατούσε αυτό το πολύχρωμο ονειρικό ψυχεδελικό μας ταξίδι. Εκεί καταλάβαμε, σ’ εκείνες τις ρηχές σπηλιές, με το Λιβυκό στα πόδια μας, πόσο λίγα χρειάζεται ο άνθρωπος για να ‘ναι ευτυχισμένος· και τολμώ να πω πως εμείς ήμασταν ευτυχισμένοι.

Ξυπνήσαμε απ’ το όνειρο, μας κούρασε αυτός ο ύπνος που ήταν λήθαργος… Άλλοι έμειναν να το αναζητούν σε λαβυρίνθους ουσιών και θρησκειών, άλλοι σε ιδεολογίες, εγώ είμαι εδώ, σε αυτό το χωριό της Κρήτης, που δεν έχει αλλάξει σχεδόν σε τίποτα από τον καιρό του Μίνωα. Εδώ θα ανακυκλωθώ, φορώντας ακόμα εκείνο το μενταγιόν που έκανα τη δική μου θρησκεία: «Έρωτας, όχι πόλεμος».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας