Εσύ κοινωνική, εκείνος ακοινώνητος. Έρωτας και παντόφλα

Εσύ κοινωνική, εκείνος ακοινώνητος. Έρωτας και παντόφλα

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Εσύ είσαι κοινωνική κι εκείνος ακοινώνητος. Εσύ θέλεις να βγεις κι εκείνος να μείνει σπίτι. Αν ακολουθήσεις τους ρυθμούς του, πολύ σύντομα ή θα μοιάζετε παντρεμένοι εδώ και δέκα χρόνια ή θα μαραζώσεις. Εγώ πάντως δε θέλω να πάθω τίποτα από τα δύο.

Την πρώτη φορά που τσακώθηκα πολύ άσχημα με τον Τάσο ήταν μόλις κλείσαμε δέκα μήνες μαζί. Εκείνους τους δέκα πρώτους μήνες τούς περάσαμε μέσα στον έρωτα. Το πρώτο μας Σαββατοκύριακο με πήγε στην Εύβοια, στο εξοχικό του. Τις πρώτες μας Απόκριες, το πρώτο μας Πάσχα και την πρώτη μας Πρωτομαγιά στην Εύβοια, στο εξοχικό του. Τα πρώτα μας καλοκαιρινά μπάνια τα κάναμε στην Εύβοια, ακριβώς κάτω από το εξοχικό του.

Και μετά επαναστάτησα και πήγαμε δυο τρία τριήμερα στα ελληνικά νησιά και ένα μήνα διακοπές στην Καραϊβική – υπέροχα, αλλά όχι κάτι ασυνήθιστο για μένα, που μέχρι τότε η ζωή μου ήταν γεμάτη ταξίδια σε διάφορα υπέροχα ή όχι μέρη, είτε με συνόδευε στις εξορμήσεις μου κάποιος άντρας είτε όχι. Και ύστερα το μπαλόνι του έρωτα και του ενθουσιασμού ξεφούσκωσε. Ακόμη και τα Σαββατοκύριακα στο εξοχικό άρχισαν να σπανίζουν. Και ο πρώτος μας τσακωμός αφορούσε τις χριστουγεννιάτικες διακοπές μας.

Εγώ, η ανυποψίαστη -συνηθισμένη όπως ήμουν να πηγαίνω διακοπές με τους εκάστοτε συνοδούς μου, να βγαίνω έξω μαζί τους, να κάνω ταξίδια σ’ όλο τον κόσμο, ακόμη και μόνη μου, και να πηγαίνω κάθε Χριστούγεννα 15 τουλάχιστον ημέρες στα βουνά, συνήθως για σκι- ωσάν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου, πρότεινα εκείνο το Νοέμβριο να σκεφτεί πού θα ήθελε να πάμε για τα Χριστούγεννα, έτσι ώστε να προλάβω να κλείσω κάποιο δωμάτιο. Εκείνος έξαλλος μού δήλωσε:

“Εγώ για σκι δεν πάω, ξέχνα το” και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ήξερα πού ακριβώς είχα κάνει λάθος, αλλά δε μου τηλεφώνησε δύο μέρες. Λίγο αργότερα μετακόμισα σπίτι του και αρχίσαμε να συμβιώνουμε.

Ήταν κάτι που το ήθελα πολύ, κυρίως επειδή σκέφτηκα πως έτσι θα έχουμε περισσότερο χρόνο μαζί, για να μπορούμε να βγαίνουμε έξω, να κάνουμε βόλτες στην πόλη, να ξυπνάμε μαζί την Κυριακή το πρωί και να πηγαίνουμε για ψώνια και καφέ στο Μοναστηράκι.

Για να πιούμε αυτό τον καφέ, μου πήρε ακόμη ένα εξάμηνο με μούτρα και καβγάδες. Και εκείνους τους πρώτους μήνες κατάλαβα πως όλα αυτά που είχα φανταστεί -και συνηθίσει- πως κάνει ένα ζευγάρι μαζί, όσον αφορά τον Τάσο, είναι μια ουτοπία.

Οι παντόφλες του

Oύτως ή άλλως, ο Τάσος είναι διαφορετικός από το μέσο όρο των αντρών. Καλλιτεχνική και μοναχική φύση, προτιμά να κάθεται στο σπίτι φορώντας τις φόρμες -που τις έχει από το σχολείο και, όπως φαντάζεσαι, είναι ξεχειλωμένες και με ακαθόριστο χρώμα από τα πολλά πλυσίματα, υποθέτω όμως πως κάποτε ήταν μπλε- και τις παντόφλες του, ένα ζευγάρι πράσινες καρό, χιλιοπατημένες και στραβωμένες, μικρότερο νούμερο, έτσι που να περισσεύει η μισή φτέρνα έξω και που από την πολλή χρήση δεν μπορεί να τις πατήσει κανονικά, αλλά τις σούρνει στο πάτωμα.

Εντάξει, υπάρχουν πολλοί άντρες που είναι σπιτόγατοι και ίσως είναι καλύτερα να κλείνεται μέσα και να ασχολείται με το σπίτι, παρά να γυρνάει κάθε βράδυ στα μπαρ μόνος του φλερτάροντας με γκόμενες. Και ένας κλασικός σπιτόγατος συνήθως ασχολείται με το σπίτι, όπως μαρτυρεί και η ετυμολογία της λέξης.

Καθαρίζει, τακτοποιεί, φροντίζει να αλλάζει τις καμένες λάμπες, να φωνάζει τον υδραυλικό, ξέρει να φτιάξει δυο ωραίες μακαρονάδες -έστω και μία- για να σε περιμένει με το φαγητό έτοιμο όποτε εσύ γυρνάς σπίτι σκοτωμένη στις εννιά το βράδυ. Το πρόβλημα με τον Τάσο είναι πως δεν κάνει τίποτα απ’ αυτά. Περνάει τον ελεύθερο χρόνο του μέσα στο σπίτι διαβάζοντας βιβλία, ακούγοντας μουσική ή παίζοντας παιχνίδια στο κομπιούτερ.

Η μόνη χρήσιμη δουλειά που κάνει είναι ότι αλλάζει ενίοτε την καμένη λάμπα, συνήθως αυτήν του γραφείου του, όπου βρίσκεται ο υπολογιστής με τα παιχνίδια του. Κι αυτό μόνο αν ανάμεσα στα εφτά πλυντήρια, στο σκούπισμα, στο μαγείρεμα, στο ξεσκόνισμα και στο δίπλωμα των καλτσών του έχω ξεχάσει εγώ να την αλλάξω.

Εντάξει, παραδέχομαι πως έχω και εγώ πολλά ελαττώματα. Ενώ ο Τάσος ξυπνάει πρωί πρωί σαν την καλή χαρά, εγώ κατά το μεσημέρι που σηκώνομαι από το κρεβάτι το πρώτο που κάνω είναι να τον βρίζω: “Γιατί το τασάκι έχει αποτσίγαρα; Γιατί το βιβλίο αυτό δεν είναι στη θέση του; Καλά, ακόμα δεν τάισες το γάτο;

Όλα εγώ πρέπει να τα κάνω εδώ μέσα;” Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Στην αρχή, για να αντιμετωπίσω την απειλή της ρουτίνας, που την έβλεπα να ‘ρχεται και να τυλίγει τη σχέση μου σε μια κόλλα χαρτί, του ζητούσα να μου υποσχεθεί πως θα πάμε κάπου μαζί. Για παράδειγμα, “πάμε τη Δευτέρα για φαγητό;”. “Πάμε” απαντούσε.

Και τη Δευτέρα το βράδυ μού έλεγε πως το ξέχασε και είναι πολύ κουρασμένος και βαριέται να ντυθεί. Για να πάμε ταξίδι, ακόμη και μέχρι το Μάτι, πρέπει να καταστρωθεί ολόκληρο στρατηγικό σχέδιο. Καθώς οι δικές μου προτάσεις απορρίπτονται εν τη γενέσει τους, αυτές που φαίνονται να βρίσκουν στόχο είναι οι προτάσεις φίλων για Σαββατοκύριακα ή εξόδους, κι αυτές μόνο όταν κάποιος γιορτάζει ή έχει γενέθλια, οπότε ο Τάσος δεν μπορεί να τις αποφύγει.

Αν και αρκετές φορές έχω αναγκαστεί να τον δικαιολογώ -“πονάει το στομάχι του” ή “του έτυχε μια επείγουσα δουλειά”- και να πηγαίνω στα καλέσματα μόνη μου. Και όταν έρχεται, σε όλη τη διαδρομή, είτε με το ταξί μέχρι την Αγία Παρασκευή είτε με το πλοίο μέχρι την Κρήτη, έχει τα μούτρα ως το πάτωμα.

Και μόνο όταν φτάνει και κάθεται σε μια καρέκλα, συνέρχεται αμέσως και περνάμε όλοι υπέροχα – γιατί όταν θέλει, είναι τρομερή παρέα. Το πρόβλημα λοιπόν του Τάσου είναι να ξεκουνήσει από το σπίτι, δηλαδή να αναγκαστεί να βγάλει τις παντόφλες του. Όταν λοιπόν του γκρινιάζω πως καθόμαστε συνέχεια μέσα και δεν πάμε ποτέ πουθενά και πως μοιάζουμε σαν να είμαστε 20 χρόνια παντρεμένοι, η πρότασή του είναι: “Τότε γιατί δεν προτείνεις κάτι;”.

Είπα κι εγώ να προτείνω. Πρότεινα λοιπόν να πάμε για καφέ και βόλτα την Κυριακή. Η απάντηση ήταν “βαριέμαι”. Μετά πρότεινα να πάμε για φαγητό σε κάποιο εστιατόριο. Η απάντηση ήταν “βαριέμαι”. “Μήπως να πάμε ένα ταξιδάκι στη Ρώμη;” “Φοβάμαι τα αεροπλάνα”. “Καλά, τότε να πάμε με πλοίο μέχρι το Μπρίντεζι και μετά με τρένο”. “Βαριέμαι”. Μέχρι που έπιασα τον εαυτό μου να τον παρακαλάει για να πάμε Σαββατοκύριακο στην Εύβοια, στο εξοχικό.

Στις τελευταίες καλοκαιρινές μας διακοπές -τον Αύγουστο- ξεκίνησα από το Μάιο να τον ρωτάω πού θα πάμε. Η απάντηση ήταν “δεν ξέρω, κανόνισε εσύ”. Επί τρεις μήνες άπλωνα καθημερινά το χάρτη της Ελλάδας στο πάτωμα του καθιστικού και έπαιζα μαζί του Trivial. Πώς σου φαίνεται η Σαντορίνη; “Α πα πα, χάλια”. Η Σίφνος, η Χίος, τα Κύθηρα, τα Κουφονήσια, η Νίσυρος, τα Ίμια;

Αφού εξάντλησα όλα τα νησιά και τις βραχονησίδες, φτάσαμε δύο μέρες πριν από τις διακοπές να μην υπάρχει ελεύθερο δωμάτιο για το Δεκαπενταύγουστο ούτε στα Κάτω Πατήσια και να πάμε διακοπές σε οικογενειακό ξενοδοχείο με τη μαμά, τον μπαμπά, τη θεία μου και τα παιδιά της. Α, και το σκύλο μας.

Κι αυτό επειδή η μαμά μου ήξερε το διευθυντή του ξενοδοχείου, που έβγαλε κάτι άλλους για να μείνουμε εμείς. Τις επόμενες τρεις εβδομάδες της άδειάς μου τις πέρασα στην Αθήνα. Με γκρίνια -δικιά μου- και μέσα στο σπίτι, γιατί: “Πού να τρέχουμε τώρα για μπάνια εδώ κι εκεί, είναι βρόμικη η θάλασσα. Δε βλέπεις τι γίνεται στα μαγαζιά της παραλιακής; Χάλια μαύρα”.

Μου υποσχέθηκε όμως πως θα έρθει μαζί μου σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, όπου με είχαν καλέσει, για ρομαντικό τριήμερο. Σε σουίτα παρακαλώ, με δική της πισίνα, πιάνο και πιανίστα, αλλά και μάγειρα! Την προηγουμένη της αναχώρησής μας αποφάσισε πως τελικά δε θα έρθει. Σκέφτηκα προς στιγμήν να πάω μόνη μου. Ωραία εικόνα όμως:

Τρεις μέρες μόνη σε μια σουίτα με τεράστιο κρεβάτι, δική σου σάουνα, τον πιανίστα να παίζει το Memories και το μάγειρα να σου έχει μαγειρέψει αστακό, αλλά να μην έχεις κανένα να τα μοιραστείς όλα αυτά.

Φοβήθηκα μήπως πέσω στην -πριβέ- πισίνα να πνιγώ και δεν πήγα. Και μετά κουράστηκα και σταμάτησα να προτείνω και άρχισα μόνο να γκρινιάζω. Και τότε ήρθε και το τελειωτικό χτύπημα. Ως επιχείρημα της προσπάθειάς του να κοινωνικοποιηθεί για χάρη μου μου αντέταξε πως έχει αλλάξει τις συνήθειές του και έχει αρχίσει να βλέπει μαζί μου ταινίες, ενώ μέχρι τώρα δεν έβλεπε καθόλου τηλεόραση.

Αλλά από την άλλη, βαρέθηκε να με βλέπει να κάθομαι όλη μέρα στον καναπέ βλέποντας ταινίες ή να μαγειρεύω σουτζουκάκια, και αυτό δεν κάνει καθόλου καλό στη σχέση μας. Και τότε άρπαξα τις παντόφλες του και τις πέταξα στο καλάθι της τουαλέτας, εκεί που πετάμε τα χρησιμοποιημένα κωλόχαρτα. Και αναρωτήθηκα μήπως βρίσκομαι στα πρόθυρα της υστερίας ή, μάλλον, μήπως έχω πάθει υστερική κρίση.

Εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα πως με την γκρίνια όχι μόνο δε βγάζω τίποτα, αλλά μου γυρνάει και μπούμερανγκ, εκτός του ότι θα καταλήξω να παίρνω αντικαταθλιπτικά, και πως το πρόβλημά του είναι μεγάλο και χρήζει μάλλον άλλης αντιμετώπισης.

Δεν του ζήτησα ούτε εξτριμάς να γίνει ούτε bungee jumping να κάνει. Aπλά, μόνο ένα εστιατόριο ή ένα μπαράκι, έτσι, στα καλά του καθουμένου, χωρίς “γιατί” και “πώς” και “πότε” και “δεν ξέρω”.

O σκουπιδοτενεκές

Έτσι, δυο τρεις μέρες μετά και λίγο πριν ξεκινήσουμε για το πάρτι ενός φίλου, και ενώ ο Τάσος είχε κάνει μπάνιο, είχε ντυθεί και είχε φορέσει τα παπούτσια του, τελικά ξάπλωσε στο κρεβάτι δηλώνοντας: “Δεν πάω πουθενά”. Κανονικά θα του γκρίνιαζα λίγο, θα ξεντυνόμουνα και θα καθόμουνα στη γνωστή γωνία του καναπέ μου βλέποντας ταινίες, όσο εκείνος θα έπαιζε το νέο του παιχνίδι στο κομπιούτερ, και χορεύοντας από τα νεύρα μου. Αλλά το ποτήρι είχε πια ξεχειλίσει. “Καλύτερα” του απάντησα.

“Προκειμένου να έρθεις και να μην περάσω ούτε εγώ καλά από τα μούτρα που θα μου κάνεις, θα πάω μόνη μου”. Πράγμα που έκανα μέχρι τις 8.30 το επόμενο πρωί. Και όταν γύρισα, έκανα μια μεγάλη και πολύ ψύχραιμη συζήτηση μαζί του. Του εξήγησα πως δεν πάμε καθόλου καλά. Πως μου έχει δώσει ένα ρόλο μέσα στη σχέση που δε μου αρέσει καθόλου, αφού εγώ και μόνο εγώ πρέπει να προτείνω και να οργανώνω πράγματα που είναι καταδικασμένα να απορριφθούν.

Άσε που δε μου αρέσει καθόλου ούτε να προτείνω ούτε να οργανώνω. Ως γυναίκα δηλαδή κακομαθημένη και φιλάρεσκη σίγουρα προτιμώ, με ξετρελαίνει, όταν ένας άντρας μπαίνει στη διαδικασία να κλείνει ξενοδοχείο, πλοίο ή αεροπλάνο και να οργανώνει για χάρη μου ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο, έστω και στην Αίγινα.

Δεν του ζήτησα ούτε εξτριμάς να γίνει ούτε bungee jumping να κάνει ούτε να πάμε στη Mαδαγασκάρη να παρατηρήσουμε τους λεμούριους πιθήκους. Απλά, μόνο ένα εστιατόριο ή ένα μπαράκι, έτσι, στα καλά του καθουμένου, χωρίς “γιατί” και “πώς” και “πότε” και “δεν ξέρω”. Και θα χαρώ κι εγώ να του τα ανταποδώσω, και μάλιστα με μεγάλο κέφι, όταν θα ξέρω ότι εκείνος θα είναι ανοιχτός στην κάθε μου έκπληξη, αλλά και θα περάσει καλά.

Αυτό που ο Τάσος δεν καταλαβαίνει είναι πως αυτά τα μικρά κερασάκια είναι που φτιάχνουν το ερωτικό κλίμα σε μια σχέση. Για να μην καταδικαστεί στη ρουτίνα προτού καν αρχίσει να στεριώνει. Και πόσο μάλιστα όταν, ουσιαστικά, όλα τα άλλα τα έχουμε λύσει. Το μόνο που κατάφερα να του αποσπάσω είναι μια υπόσχεση ότι θα διορθωθεί.

Πλέον έχω αποδεχτεί το γεγονός πως το να πάρει ο Τάσος πρωτοβουλία για οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα του φανταστικού. Και πρέπει να το χωνέψω, γιατί αυτός είναι και δεν αλλάζει. Αλλά πώς θα αλλάξω και εγώ, που ο μεγαλύτερος τρόμος της ζωής μου αφορά όσα δε θα προλάβω να χαρώ, και μάλιστα όσο είμαι ακόμα νέα και γεμάτη ζωντάνια.

Γιατί κάθε μέρα που περνάω μέσα στο σπίτι είναι μια μέρα που δεν πρόκειται να την ξαναζήσω ποτέ. Λοιπόν, είμαι πολύ νέα για να φορέσω από τώρα παντόφλες και ελπίζω να μην τις βάλω ποτέ. Εγώ εφεξής θα πηγαίνω μόνη μου διακοπές, καλοκαίρι και Χριστούγεννα, καθώς και Σαββατοκύριακα, θα πηγαίνω σε όλα τα πάρτι που θέλω να πάω, θα βγαίνω με τις φίλες μου, θα πηγαίνω για σκι στο βουνό και ενίοτε θα σέρνομαι στα μπαρ μέχρι το πρωί. Και άμα θες να ‘ρθεις, έλα? αλλιώς θα πάω μόνη.

Υστερόγραφο. O Τάσος από την ημέρα που του πέταξα τις παντόφλες γυρνάει στο σπίτι ξυπόλυτος. Αλλά αγόρασε δύο καινούριες φόρμες, γεγονός που δεν ξέρω πώς να το εκλάβω, ως προσπάθεια για αλλαγή ή ως δήλωση πως θα περάσει ακόμη μία δεκαετία φορώντας τις;

Πέτα το μουρτζούφλη από τον καναπέ

Τι να κάνεις όταν ο φίλος σου δε σηκώνεται με τίποτα από τον καναπέ.

  1. Πετάς όλους τους καναπέδες.
  2. Κόβεις τις συνδέσεις με το ίντερνετ και το Filmnet, σαμποτάρεις το βίντεο και το CD-player και κρύβεις τις τράπουλες.
  3. Καλείς καθημερινά τη μαμά σου για φαγητό, ώστε να φρικάρει και να σε πάει να φάτε έξω.
  4. Βάζεις άντρες φίλους σου να αφήνουν περίεργα μηνύματα στον τηλεφωνητή, για να σε συνοδεύσει την επόμενη φορά.
  5. Βάφεις το σπίτι, ώστε από την μπόχα της μπογιάς να μην μπορεί να μείνει άνθρωπος εκεί μέσα.
  6. Βάζεις τους πιο ενοχλητικούς γνωστούς να σας επισκέπτονται κάθε βράδυ λέγοντας: “Τι ωραία που περνάμε όλοι μαζί στο σπίτι!”.
  7. Τον απειλείς με επαναλαμβανόμενες 48ωρες απεργίες από την ερωτική πράξη.
  8. Όταν δεήσει να σε βγάλει έξω, σκηνοθετείς μια σειρά “τυχαίων” περιστατικών που να δείχνουν ότι το να βγαίνετε είναι γουρλίδικο (π.χ. ο μπάρμαν τον κερνάει συνέχεια, ο DJ βάζει το αγαπημένο του τραγούδι τρεις φορές κ.λπ.).
  9. Του λες ότι η σπιτική ζωή που κάνετε σου ξύπνησε το μητρικό ένστικτο και θες να κάνετε παιδιά.
  10. Γκρινιάζεις, γκρινιάζεις, γκρινιάζεις.

Διάβασε επίσης:

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας