Φεστιβάλ Δράμας, Day 3: Μίσος αλά ελληνικά

Πιάνω το νήμα από εκεί που το άφησα χθες. Ότι δηλαδή δεν μετράει η ποσότητα αλλά η ποιότητα και οι εν γένει συνθήκες. Και το γράφω αυτό όχι για να μειώσω τις ταινίες που συμμετέχουν στο φετινό διαγωνιστικό τμήμα αλλά για να ξεκαθαρίσω σε όλους εκείνους που πανηγυρίζουν για τις 84 συμμετοχές ότι απλώς είναι πάρα πολλές για ένα και μόνο τμήμα.

Αν δηλαδή η ενοποίηση των ταινιών σε φιλμ και digi οδήγησε στην εις άτοπο απαγωγή, τριπλασιασμό των συμμετοχών τότε ας τεμάχιζαν οι προγραμματιστές αυτό το μαραθώνιο ταινιών σε διάφορα τμήματα, εξίσου διαγωνιστικά: κυρίως πρόγραμμα 25-30 ταινιών (όπως κάθε χρόνο), experimental για ταινίες πειραματικού ύφους, πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών (που είναι πάρα πολλές φέτος), ελληνικό πανόραμα.

Αντιθέτως αυτό το, κατά τα άλλα, αξιόλογο πρόγραμμα μοιάζει μπουκωμένο, σαν δηλαδή να τσουβαλιάστηκαν οι ταινίες σε ένα τμήμα, στο οποίο πια οι πιθανότητες για βραβείο είναι ελάχιστες. Άλλο είναι να διαγωνίζεσαι ανάμεσα σε 30 ταινίες κι άλλο ανάμεσα σε 85 για τα ίδια βραβεία!

Η φετινή διοργάνωση της Δράμας είναι όντως ένα βήμα μπροστά από πολλές απόψεις. Μένει βέβαια να δούμε τις σημαντικές αλλαγές που χρειάζεται απαραιτήτως η νέα σύνθεση του φεστιβάλ, να πραγματοποιούνται του χρόνου.

Ημέρα 3η: Μίσος αλά ελληνικά

Ήταν η ταινία της ημέρας από πολλές πλευρές. Ένα δυναμικό, στιβαρό σινεμά από έναν 28χρονο σκηνοθέτη, που μόλις αποφοίτησε από το London Film School. Το όνομα του είναι Κώστας Γεραμπίνης και το “Παγόβουνο” του (trailer), με αυτόν τον θαυμάσιο πρωταγωνιστή, τον Παύλο Ιορδανόπουλο, συγκλόνισε χθες, άρεσε πολύ και αποκάλυψε ένα σινεμά που επιτέλους πρέπει να μπει για τα καλά στην εγχώρια κινηματογραφία.

Θυμίζει εγγλέζικο σινεμά αλλά και τις παλιές “βρώμικες” ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου. Για την ακρίβεια, η δυναμική του, η ένταση που διαθέτει σε αφθονία, αυτή η γεμάτη όλο συναισθήματα και νεύρα δραματουργία που απλώνεται, αλλά και το εκτόπισμα της ιστορίας που σε ταράζει, μου θύμισε το “Μίσος” του Κασοβίτζ. Είναι το ελληνικό “Μίσος” ή αλλιώς πως το Φεστιβάλ Δράμας πάει πολύ παρακάτω κινηματογραφικά.

Η ιστορία μιλάει για τον Στέφανο, έναν υπέρβαρο νέο που ζει με τη μητέρα του στην Αθήνα και δουλεύει σε φαναρτζίδικο. Ο Στέφανος είναι μπερδεμένος, θυμωμένος με τα πάντα γύρω του αλλά κυρίως για το θάνατο του αδερφού του από ναρκωτικά. Ο Στέφανος πιστεύει στις θεωρίες συνομωσίας. Ο Στέφανος όμως θέλει να πάρει και την εκδίκηση του που ο αγαπημένος του αδερφός, ο μοναδικός του φίλος, πέθανε έτσι άδικα. Ο ντήλερ του θα την πληρώσει για όλα αυτά…

Ο Γεραμπίνης κάνει μια ολοκληρωμένη ταινία, μια άρτια παραγωγή και η σκηνοθεσία του δίνει μόνο ελπίδες για το μέλλον του. Η ματιά του έχει στοιχεία από το σινεμά του Οικονομίδη, του Γραμματικού, του Μπόγρη, αν πρέπει να μιλήσω ντόπια, αμιγώς ελληνικά.

Πάντως ο Γεραμπίνης είχε και δυο εξαιρετικά σημαντικές “βοήθειες”: τον συγγραφέα Παύλο Μεθενίτη στο σενάριο και τον ηθοποιό Παύλο Ιορδανόπουλο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο τελευταίος δε έχει εντυπωθεί στο μυαλό μου.

Ακόμη, κρατάω στοιχεία των παρακάτω ταινιών:

Στα “Ήσυχα βράδια” (trailer) του Κωνσταντίνου Σαμαρά απλώθηκε μπροστά μου όλη η Νουβέλ Βαγκ, για την ακρίβεια η παλιά, κλασική γαλλική κουλτούρα που σε γοητεύει ακόμη μόνο αν εντυπώνεται σωστά στην οθόνη. Και αυτό το κάνει ο Σαμαράς σε αυτή την πολυεπίπεδη ιστορία του και καλά σκηνοθετημένη ταινία του.

Η ιστορία μιλάει για έναν άντρα, τις δυο γυναίκες του (;), και τις εσωτερικές χίμαιρες που τον κατατρώνε…

Έξυπνο το κινηματογραφικό σκετς του Δημήτρη Νάκου στους “Παλιάτσους” του (trailer), που έβγαλε γέλιο και ωραίο χιούμορ. Καταπληκτικός ο μικρός της ταινίας.

Σε έναν πεζόδρομο στο κέντρο της Αθήνας, ένας πιτσιρικάς με το σαξόφωνο του την “σπάει” σε έναν πλανόδιο βιολιστή που προσπαθεί να βγάλει το ψωμί του.

Ξεχωρίζει η ιστορία του Γιώργου Μπακάλη στους “Πεινασμένους” του (trailer) για την ιδεολογική πρωτοτυπία της και το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο που συνθέτει.

Μια παρέα χοντρών, που αποτελεί επαναστατική ομάδα στην Αθήνα του μέλλοντος (;), αποφασίζει να φάει την κρατική υπάλληλο που τους “επιτηρεί”, ως πράξη ενάντια στην εξουσία που τους έχει περιθωριοποιήσει.

Μια θαυμάσια παραγωγή με εντυπωσιακή κινηματογράφηση, για την ακρίβεια η φιλοτέχνηση χαρακτηριστικών εικόνων με χρώματα όλο ένταση σαν σε πίνακα ζωγραφικής, είναι το “Αρουντέλ” (trailer) της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη.

Μια γυναίκα που δέχεται γράμματα, ο ταχυδρόμος της περιοχής και ένας σκύλος που τον ακολουθεί είναι τα συστατικά που συνθέτουν το εικαστικό μωσαϊκό της Κοτζαμάνη.

Σύντομες, αρκούντως πειραματικές, και απόλυτα στοχευμένες είναι οι ταινίες “km” (trailer) του Χρήστου Νάκου και “Interview” (trailer) του Γιάννη Μπουγιούκα. Αφαιρετικές, απέριττες, λιτές, πετυχαίνουν ακριβώς αυτό που θέλουν να πουν.

Στην πρώτη, ένα ζευγάρι φτάνει στα άκρα μέσα στο αμάξι, καθ’ οδόν. Στη δεύτερη, μια συνεντευξιαζόμενη για δουλειά παίρνει τη θέση της υπεύθυνης πρόσληψης προσωπικού σε εταιρεία για λίγα λεπτά.