Γιατί να δεις το «Shine Α Light»

Γιατί να δεις το «Shine Α Light»

«If you start me up I never stop», τραγούδησε πριν σαράντα χρόνια ο Μικ Τζάγκερ και, δυστυχώς ή ευτυχώς, έκανε πράξη τον στίχο αυτό, παρέα από κοινού με τον «ισόβιο» σκηνοθέτη και φίλο τους, Μάρτιν Σκορτσέζε.

Ένα. Γιατί μια ολόκληρη εντεκάδα, σαν μια ποδοσφαιρική Μεικτή Κόσμου, από βραβευμένους διευθυντές φωτογραφίας συνεργάστηκαν με τον Σκορτσέζε προκειμένου η φωτογραφία του ντοκιμαντέρ να είναι η καλύτερη δυνατή.

Δύο. Γιατί η πορεία του μεγαλύτερου (αν όχι σε αξία, τότε σίγουρα σε ηλικιακό άθροισμα) συγκροτήματος στον κόσμο πηγαίνει, θαρρείς, χέρι χέρι με τη ζωή του πιο συνεπούς αμερικανού σκηνοθέτη:συνομήλικοι στη ζωή (τόσο οι Stones, όσο και ο Μάρτι είναι γεννημένοι στις αρχές της δεκαετίας του 1940), συνομήλικοι και στη καριέρα (και οι δυο τους ξεκίνησαν την επαγγελματική τους καριέρα το 1963-1964), αλλά και τις extra, curricular δραστηριότητές τους (ο Σκορτσέζε είναι δεινός συλλέκτης βινιλίων και αντίστοιχα οι Stones είναι λάτρεις του παλιού noir σινεμά της δεκαετίας του 1940), που με κάθε τους νέο άλμπουμ ή ταινία στρέφουν αυτοστιγμεί τα φώτα των προβολέων πάνω τους.

Τρία. Γιατί η δύναμη της μπάντας ως το πιο γέρο αφροδισιακό της παλιάς ή νέας ροκ σκηνής είναι τόσο μεγάλη, που όλοι μας, ανεξαρτήτως διαθέσεων απέναντί τους, πάλι θα στηθούμε και θα δούμε τον Τζάγκερ να συμπεριφέρεται πάνω στη σκηνή σαν ένα υπερκινητικό κακομαθημένο που απαιτεί από το κοινό του όλη του την προσοχή και τον Κιθ Ρίτσαρντ να βαυκαλίζεται με την κιθάρα του και τη μπαντάνα του μόνιμα περασμένη στο ίδιο αυτό κεφάλι που πριν τέσσερα χρόνια χτύπησε πέφτοντας από εκείνον τον φοίνικα στη Χαβάη, στερώντας από το ελληνικό κοινό την τρίτη του εμπειρία με το φαινόμενο Stones.

Τέσσερα. Γιατί, ενώ είναι όλες τους παλιές καραβάνες, για κάποιον αδιόρατο λόγο συνεχίζουν και παλιμπαιδίζουν. Είναι άραγε ασυναίσθητο ή όντως ακόμη το λέει η καρδιά τους;

Πέντε. Γιατί στο ντοκιμαντέρ διακρίνω από τον κιθαρίστα των White Stripes, Τζακ Ουάιτ, να κάνει τα γνωστά του τσαλίμια μέχρι την έκπληξη!. Κριστίνα Αγκιλέρα να γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ του χαζοχαρούμενου teen idol και της αγγλικής σχολής των μπλουζ. Η Κριστίνα τρίβεται με λαγνεία πάνω σε έναν άντρα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι παππούς της, αλλά το κάνει με μια τσαχπινιά που αναγκάζει ακόμη κι αυτόν, τον γέρο-Μπάντι Γκάι, τον βετεράνο μπλουζίστα, να χαμογελάει ακομπλεξάριστος και τον πρώην πλανητάρχη Μπιλ Κλίντον από το ακροατήριο να συναινεί αθόρυβα μειδιώντας αινιγματικά.

Έξι. Γιατί ο ίδιος ο σκηνοθέτης είναι ο μεγαλύτερος «γκρούπι» της μπάντας: «Πάντα αγαπούσα τη μουσική των Stones και τη χρησιμοποιούσα όποτε μπορούσα στις ταινίες μου», ανέφερε ο Σκορτσέζε στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στο ξενοδοχείο Hyatt της γερμανικής πρωτεύουσας, καταλήγοντας «και τώρα βρήκα την ευκαιρία να τους καταγράψω όπως ακριβώς είναι», λέει ο Σκορτσέζε. Δεν λέει ψέματα. Κάνεις άλλος σκηνοθέτης δεν τους ξέρει καλύτερα από τον ίδιο. Ο Μάρτι ακολουθεί σιωπηλά το συγκρότημα από το 1969, από τότε που ο Τζάγκερ and Co. ετοιμαζόταν για το φεστιβάλ του Αλταμοντ, το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Γνώρισε προσωπικά και τους πέντε Stones μερικά χρόνια μετά, όταν κινηματογράφησε τους The Band στο θρυλικό μουσικό ντοκιμαντέρ «The Last Waltz», στο οποίο συμμετείχε κι ο μυταράς κιθαρίστας των Stones, ο Ρον Γουντ. Αυτός ο τελευταίος ήταν που σύστησε τους ομόσταβλούς του στον Σκορτσέζε, του οποίου το κεφάλι ήταν ακόμη νωπό από τις δάφνες του «Ταξιτζή» του, δυο χρόνια πριν. Ισχυρίζεται ότι αν δεν ήταν οι Stones, δεν θα γύριζε ποτέ ταινίες όπως οι «Κακόφημοι Δρόμοι», τα «Καλά Παιδιά» και το «Καζίνο».

Επτά. Γιατί ξανακούμε το πλέον αγαπημένο του (αλλά και δικό μου, όπως και πολλών ακόμη φαν του συγκροτήματος) τραγούδι όλων των εποχών, το «Gimme Shelter», που πλέον έχει καταντήσει συνώνυμο των soundtrack των ταινιών του ιταλοαμερικανού σκηνοθέτη.

Οκτώ. Γιατί το ντοκιμαντέρ λέει και μερικές μεγάλες αλήθειες. Ή, μάλλον καλύτερα, δεν τις αποσαφηνίζει ξεκάθαρα, αλλά τις αφήνει να υπονοηθούν: όπως, λόγου χάρη, ότι πλέον η εμπειρία και των τεσσάρων Stones τους καθιστά απολύτως γνώστες τόσο των στοιχείων που τους κάνουν τόσο αγαπητούς στα εξηνταφεύγα τους, όσο και των ατελειών τους. Πολλά μπορείς να τους προσάψεις. Τον παλιμπαιδισμό. Την άρνησή τους να δεχτούν ότι είναι πλέον σε καθεστώς σύνταξης κι ότι πρέπει κάποια στιγμή να αφήσουν επιτέλους τη σκηνή για τη νεώτερη φουρνιά μουσικών.

Εννιά. Γιατί γνωρίζεις καλά ότι μέσα στο αίμα αυτών των τεσσάρων 65αρηδων από τα βόρεια προάστια του Λονδίνου κυλάει όλο το DNA του σύγχρονου ροκ.

Δείτε παρακάτω το επίσημο trailer του «Shine Α Light».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας