Γιατί πέφτω συνέχεια σε μπατίρηδες;

Γιατί πέφτω συνέχεια σε μπατίρηδες;

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Όλοι οι άντρες της ζωής μου μέχρι τώρα ήταν κάθε άλλο παρά ευκατάστατοι, έκλειναν περισσότερο προς το άφραγκοι. Αλλά συνειδητοποίησα πως, όσο κι αν γκρινιάζω για το γεγονός, είναι κάτι που τελικά επιλέγω συνειδητά.

Εδώ και 15 χρόνια που άρχισα να έχω σχέσεις με το άλλο φύλο -ξεπετάχτηκα μικρή- πάντα το πλήρωνα. Κυριολεκτικά, αφού τα έφερνε έτσι η ζωή, που όλοι μου οι σύντροφοι ήταν από πολύ έως μέτρια φτωχοί, άντε, ίσως και απλώς φτωχότεροι από μένα. Και το πρόβλημα είναι πως εγώ δεν είμαι πλούσια. Είμαι μια εργαζόμενη κοπέλα που ζει με τα χρήματα που κερδίζει από τη δουλειά της, με έναν απλό μισθό δηλαδή. Έτσι, καταλήγαμε πάντα να πληρώνω εγώ τα περισσότερα.

Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα πλήρωνα αποκλειστικά εγώ, από τη βενζίνη του αυτοκινήτου -αν και εφόσον υπήρχε τέτοιο- μέχρι τα εισιτήρια των διακοπών μας. Στις καλύτερες των περιπτώσεων τα πληρώναμε μισά μισά. Ακόμη κι αυτό όμως έπεφτε βαρύ στα οικονομικά μου.

Και στις χοντρές οικονομικές κρίσεις καθόμουν και σιχτίριζα όλους τους άντρες που έχουν περάσει από τη ζωή μου και που κανείς τους δε μου πρόσφερε την άνεση να σκεφτώ: “Δεν έχω λεφτά σήμερα, αλλά δεν πειράζει, έχει αυτός”. Κάποια στιγμή, όταν διαπίστωσα πως δουλεύω πολλά χρόνια, αλλά εξακολουθώ να μην έχω μία δραχμή στην άκρη -που λέει και η μαμά- για μια δύσκολη στιγμή, κάθισα και αναλογίστηκα μήπως πρέπει να αλλάξω ρότα και, εκεί που μπλέκω με κάτι άφραγκους καλλιτέχνες, να κοιτάξω να βρω κανέναν άντρα με χοντρό πορτοφόλι, να με απαλλάξει από την ανασφάλεια της αφραγκίας.

Να γνωρίσω κι εγώ στη ζωή μου τη χαρά που μπορούν να σου προσφέρουν τα χρήματα. Να εφαρμόσω τις συμβουλές των μαμάδων, που κατατρέχουν δεκαετίες τώρα τις κόρες τους “να βρεις έναν πλούσιο, με τα λόγια δε γεμίζει το στομάχι”, και να λάβω σοβαρά υπόψη τις σπόντες των γιαγιάδων ότι “καλοπαντρεύτηκε η γειτόνισσα”, που μεταφράζονται σε “πήρε κάποιον ευκατάστατο”.

Όταν ο Dow Jones ανεβαίνει, η λίμπιντο κατεβαίνει

Κάθισα και το φιλοσόφησα, διότι πώς είναι δυνατόν να μου συμβαίνει εμένα αυτό, δύο μέτρα γυναίκας, και αντί να με πληρώνουν να τους πληρώνω. Το σοβαρό μου πρόβλημα όμως είναι πως ακόμη κι αν βρω έναν κάπως πλούσιο, αποκλείεται να μου αρέσει. Καταρχήν, αυτό που θέλω από έναν άντρα είναι να έχει πολύ χρόνο για μένα. Oι πλούσιοι ανάμεσα στις τρεις διεθνείς πτήσεις και στα επτά συμβούλια ημερησίως έχουν χρόνο μόνο για κανένα στα όρθια με τη γραμματέα τους, την ώρα που παίρνουν τις τιμές του Χρηματιστηρίου του Τόκιο.

Επιπλέον, τι θα συζητάω μαζί του όταν τελικά θα τον βρίσκω μόνο του, δηλαδή στο lunch time; Εγώ θα του αναλύω το Εκκρεμές του Φουκώ κι αυτός θα μου αναλύει την πρόβλεψη του γενικού δείκτη τιμών; Και αν μου πει και καμιά κοτσάνα του τύπου “ο Φουκώ είναι Ιάπων ωρολογοποιός;”, θα ξενερώσω τελείως και δε θα μου “κάνει κούκου” ούτε σε εκατό χρόνια.

Ας εξετάσουμε το φανταστικό, αλλά πολύ φανταστικό, σενάριο να βρω έναν πλούσιο και να κάνω σχέση μαζί του. Θα πρέπει να φάω στη μάπα τους κουστουμάτους φίλους του, τα σικ ντινέ μετά τη συναυλία του Έλτον Τζον στο Ηρώδειο, τις αποστειρωμένες διακοπές σε χλιδάτα ξενοδοχεία, τις κότες γκόμενες/συζύγους των φίλων, τη γραμματέα του, τις άκρως ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τη μετατροπή της εταιρείας σε Άλφα Έψιλον, τις διακοπές στο σκάφος παρέα με εξαιρετικά βαρετούς ανθρώπους, που θα συγκρίνουν τα μεγέθη των σκαφών τους ωσάν να επρόκειτο για το φαλλό τους. Και αφού θα τα καταπιώ όλα αυτά, ο κύριος κάποια στιγμή θα με παρατήσει, όταν θα αγοράσει την επόμενη γκόμενά του – όπως αγόρασε κι εμένα.

Πάρε για παράδειγμα τον Ντόναλντ Τραμπ. Ευτυχώς που ήταν έξυπνη η Ιβάνα και του πήρε αποζημίωση, γιατί αν ήταν κανένα χαϊβάνι, όπως εγώ, ούτε τα ρούχα της δε θα καταδεχόταν να πάρει. Εντάξει, δεν είναι όλοι οι πλούσιοι έτσι, αλλά τουλάχιστον αυτοί που δείχνουν πως έχουν λεφτά είναι ακριβώς έτσι. Αν υπάρχουν πλούσιοι που δεν το δείχνουν, δεν τους ξέρω ούτε εγώ ούτε εσύ. Το ξέρουν μόνο αυτοί.

Το σοβαρό μου πρόβλημα όμως είναι πως, ακόμη κι αν βρω έναν κάπως πλούσιο, αποκλείεται να μου αρέσει. Καταρχήν, αυτό που θέλω από έναν άντρα είναι να έχει πολύ χρόνο για μένα.

Η γυναικεία μου ανάγκη να θαυμάζω τον άντρα που έχω δίπλα μου είναι πολύ ισχυρή. Και έτυχε να γεννηθώ έτσι, ώστε τα στοιχεία που με συγκινούν περισσότερο σε έναν άντρα είναι το ελεύθερο πνεύμα και το ταλέντο του, αφού τυγχάνει να είναι στοιχεία που με ενδιαφέρει να καλλιεργήσω και στον εαυτό μου.

Και το συνδυασμό ελεύθερου πνεύματος και ταλέντου εγώ τον βρήκα στους καλλιτέχνες? οι οποίοι καλλιτέχνες, πέρα απ’ όλα τα άλλα που έχουν και με φτιάχνουν, έχουν και το σοβαρό πλεονέκτημα ότι διαθέτουν πολύ, μα πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου, δεν μπορεί, θα σκεφτούν και την ερωτική πράξη. Και δεν το λέω μόνο εγώ αυτό -εκ πείρας- αλλά και όλες οι στατιστικές, που δείχνουν πως οι άνθρωποι με πολύ ελεύθερο χρόνο, όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι άντρες χωρίς πολλά επαγγελματικά άγχη, είναι καλύτεροι και πιο αφοσιωμένοι στο άθλημα εραστές.

Tώρα, αυτό το αξίωμα δεν καταδικάζει τους εργαζόμενους ως τορναδόρους/μπετατζήδες/υδραυλικούς σε αγαμία. Κάθε άλλο, τέτοια επαγγέλματα κρύβουν πολλά αστέρια. O Χάρισον Φορντ πριν γίνει διάσημος δούλευε ως μαραγκός, ο Σον Κόνερι μεταξύ άλλων έφτιαχνε φέρετρα, ο Αντώνης Ρέμος δούλευε ως υδραυλικός. Θα μου πεις, άντε τώρα να ψάχνεις στο βουλκανιζατέρ του κυρ Μήτσου στη Νίκαια τον επόμενο αστέρα του Χόλιγουντ, αλλά σε ένα τέτοιο δεν ανακάλυψαν και τον Σάκη Ρουβά;

Πενία τέχνας κατεργάζεται

Κάθισα και το φιλοσόφησα, διότι πώς είναι δυνατόν να μου συμβαίνει εμένα αυτό, δύο μέτρα γυναίκας, και αντί να με πληρώνουν να τους πληρώνω. Το σοβαρό μου πρόβλημα όμως είναι πως ακόμη κι αν βρω έναν κάπως πλούσιο, αποκλείεται να μου αρέσει. Καταρχήν, αυτό που θέλω από έναν άντρα είναι να έχει πολύ χρόνο για μένα. Oι πλούσιοι ανάμεσα στις τρεις διεθνείς πτήσεις και στα επτά συμβούλια ημερησίως έχουν χρόνο μόνο για κανένα στα όρθια με τη γραμματέα τους, την ώρα που παίρνουν τις τιμές του Χρηματιστηρίου του Τόκιο.

Επιπλέον, τι θα συζητάω μαζί του όταν τελικά θα τον βρίσκω μόνο του, δηλαδή στο lunch time; Εγώ θα του αναλύω το Εκκρεμές του Φουκώ κι αυτός θα μου αναλύει την πρόβλεψη του γενικού δείκτη τιμών; Και αν μου πει και καμιά κοτσάνα του τύπου “ο Φουκώ είναι Ιάπων ωρολογοποιός;”, θα ξενερώσω τελείως και δε θα μου “κάνει κούκου” ούτε σε εκατό χρόνια. .θέμα, όσο κι αν ακούγεται ποταπό. O Μάνος δε δούλευε, εγώ όμως ναι. Εκείνος δεν είχε καθόλου λεφτά, εγώ κέρδιζα κάποια. Άρα, όλα τα έξοδα του ζευγαριού είχαν πέσει επάνω μου. Το στρατιωτικό του Μάνου με τσάκισε και ψυχολογικά και οικονομικά.

Έτσι λοιπόν, προσωπικά είχα πάντα μια ροπή προς τους καλλιτέχνες. Και όχι γιατί περίμενα να τους ανακαλύψει κάποιος και να γίνουν διάσημοι και πλούσιοι. Oι καλλιτέχνες που γίνονται πλούσιοι στην Ελλάδα είναι μόνο οι λαϊκοί βάρδοι, ενώ εγώ έχω την πετριά να απεχθάνομαι τα μπουζούκια και τα παρελκόμενά τους. Τώρα δηλαδή, μπορείς μετά απ’ όλα όσα σου είπα να με φανταστείς να βγαίνω με ένα λαϊκό τραγουδιστή; Αλλά και πού να βρω τα λεφτά να του πετάω τριάντα καλάθια γαρίφαλα το βράδυ;

Με τους καλλιτέχνες του έντεχνου πάλι με πιάνει κάτι σαν βαρεμάρα. Μόλις μου βγάλει την κιθάρα να μου παίξει μια μπαλάντα σε στιλ Γιάννη Κότσιρα, εγώ θα βγάλω το μαχαίρι να σφαχτώ. Άρα, καταλήγουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, στους καλλιτέχνες του εναλλακτικού, γι’ αυτό και ήταν μπατίρηδες. Τι να κάνουμε, έκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Η μαμά μου, κάθε φορά που γνώριζε κάποιο νέο φίλο μου, το πρώτο πράγμα που ρώταγε ήταν: “Τι δουλειά κάνει;”. Η απάντησή μου κάθε φορά, “τραγουδιστής / συνθέτης / κιθαρίστας της ροκ / κρουστός της λάτιν / δημοσιογράφος / συγγραφέας”, την απέτρεπε αυτόματα από το να κάνει τη δεύτερη ερώτηση “πόσα βγάζει;”, καθότι η απάντηση -“τίποτα”- ήταν αυτονόητη. Την προέτρεπε όμως να αρχίσει ένα κατεβατό από σχόλια, όπως “α, κατάλαβα, πάλι σε άφραγκο έπεσες” και “τι θα γίνει, εσύ θα τους πληρώνεις πάντα;” ή “τι θα τρώει το παιδί σας;” και “δε φαντάζομαι να πληρώνεις εσύ το νοίκι”. Βλέπεις, η μαμά μου με ξέρει πολύ καλά, διότι αυτό ακριβώς έκανα.

Βέβαια, η μαμά μου δεν καταλαβαίνει -ή μάλλον το καταλαβαίνει, αλλά ήλπιζε ότι τουλάχιστον σ’ αυτό δε θα της έμοιαζα- πως αυτό που αγαπάω σε όλους τους πρώην, νυν και μέλλοντες είναι ακριβώς το ότι ούτε εκείνοι ούτε εγώ νοιαστήκαμε ποτέ για τα λεφτά, τα δικά μας ή των άλλων. Νοιαστήκαμε για το αν ταιριάζουμε και αν εξάπτουμε ο ένας τη λίμπιντο του άλλου, αν έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και αν μπορούμε να επικοινωνήσουμε, αν κάνουμε καλό έρωτα και αν μπορούμε να διασκεδάσουμε παρέα.

Έχω χωρίσει άντρα γιατί ξύπναγε κάθε πρωί με Διονυσίου και φόραγε παντοφλέ παπούτσι, αλλά γιατί δε με πήγε σε χλιδάτο εστιατόριο ή δεν είχε το τελευταίο μοντέλο της Μερτσέντες δεν έχω χωρίσει. Στα υλικά αγαθά με ενδιαφέρει περισσότερο η αισθητική τους -και η σημασία τους- παρά η τιμή τους.

Το αγαπημένο μου κόσμημα είναι ένα ξύλινο βραχιόλι στα χρώματα μιας αφρικανικής θεότητας του έρωτα, που μου χάρισε ο Βασίλης και το οποίο υπολογίζω ότι του κόστισε ανάμεσα στα 3 με 5 ευρώ., ενώ σε ένα κουτί -για να μην το βλέπω- έχω ένα τεράστιο χρυσό δαχτυλίδι με μια ογκώδη πέτρα, που μου είχε χαρίσει… δε θυμάμαι ποιος. Δυστυχώς, ο διαρρήκτης που μπήκε στο σπίτι μου πριν από ένα χρόνο αυτό το δαχτυλίδι ξέχασε να το πάρει, προφανώς γιατί το είδε τόσο μεγάλο που φαντάστηκε πως είναι φο.

Πολλές φορές η έλλειψη χρημάτων μάς ανάγκασε να κάνουμε τρέλες, που τις θυμόμαστε τώρα και γελάμε. Όπως τότε που έκανα οτοστόπ μέχρι την Πάτρα για να συναντήσω τον Πέτρο, που βρισκόταν σε περιοδεία με το συγκρότημα. Και περάσαμε δύο αξέχαστες μέρες στο καρναβάλι με περίπου 5.000 δρχ. στην τσέπη – ας είναι καλά οι Πατρινοί, που κερνάνε. Ή όταν φύγαμε τρέχοντας, δέκα λεπτά πριν αρχίσει η συναυλία του, για να αγοράσουμε καινούριο τζιν σε παράπλευρο μαγαζάκι, καθώς αυτό που φόραγε είχε σκιστεί στο sound check – κοινώς έλιωσε από την πολλή χρήση και μάλιστα σε ανατομικό σημείο που καμία μόδα δε δικαιολογεί.

Τον Μήτσο μου και ένα καλύβι

Και όταν δεν έχεις αρκετά χρήματα για να αγοράσεις τα πάντα, εκτιμάς διαφορετικά αυτό που μπορείς να αποκτήσεις. Όπως τότε με τον Γιώργο, που κάναμε αιματηρές οικονομίες για καινούριο πλυντήριο, το οποίο, όταν καταφέραμε να το αγοράσουμε, ξεσκονίζαμε και σαπουνίζαμε εφτά φορές την ημέρα και μόνο που δεν το νανουρίζαμε για να κοιμηθεί.

Ή τότε με τον Βασίλη στην Κούβα, που τρώγαμε κάθε μέρα χάμπουργκερ -από ένα ημερησίως- για να έχουμε λεφτά να πάμε το βράδυ στα κλαμπ και στις συναυλίες για χορό. Εντάξει, καταλαβαίνω πως όταν δεν έχεις αρκετά λεφτά μπορείς να πάθεις διάφορα, όπως λουμπάγκο, γιατί αναγκάζεσαι να βάψεις το ταβάνι του σπιτιού μόνη σου. Αλλά τι να κάνεις, δεν μπορείς να τα έχεις όλα.

Μπορεί να είμαι χαζορομαντική, αλλά προτιμώ για παράδειγμα να φτιάξουμε το σπίτι μας μαζί, με πράγματα που αγοράσαμε σε παζάρια ή κάνοντας οικονομίες, με πράγματα που φτιάξαμε με τα χέρια μας, παρά να προσλάβω έναν ντεκορατέρ που θα μου κάνει το σπίτι σαν φωτογραφία στο Wallpaper ή να τα αγοράσω όλα μαζί και να κάνω το σπίτι μου να μοιάζει με έκθεση επίπλου στα 120 Ενωμένα Εργοστάσια.

Και όταν είχαμε λεφτά, το διασκεδάζαμε περισσότερο από πολλούς άλλους που τα έχουν συνέχεια, ακριβώς γιατί τα εκτιμούσαμε περισσότερο. Δε θα ξεχάσω το διήμερο πάρτι στο σπίτι για την αύξηση που πήρα στη δουλειά, τους έξαλλους πανηγυρισμούς για τους πενήντα πρώτους δίσκους που πούλησε το γκρουπ, την περηφάνια που νιώσαμε όταν εκείνος κατάφερε να υπογράψει συμβόλαιο με μια εταιρεία.

Και ο Ωνάσης εξάλλου το πρώτο του εκατομμύριο θυμόταν – μετά έχασε την μπάλα, όλα τα υπόλοιπα εκατομμύρια το ίδιο τού έκαναν. Αυτό ακριβώς το πράγμα, δηλαδή η χαρά της εξέλιξης και η ικανοποίηση της επιτυχίας, είναι επίσης κάτι που δεν μπορείς να το αγοράσεις. Όπως και οι στιγμές.

Θυμάμαι πολύ καλά το απόγευμα που ο Βασίλης μου έβαλε να ακούσω στο στερεοφωνικό ένα τραγούδι που μου έγραψε, αλλά ακόμη και τώρα -που ζω στο ίδιο σπίτι μαζί του- δεν ξέρω τι μάρκα είναι το στερεοφωνικό και σίγουρα δεν ξέρω πόσο κάνει.

Δεν θυμάμαι -ούτε με νοιάζει- τι μάρκα μπουφάν φορούσε ένα άλλο βράδυ στην παραλία, αλλά θυμάμαι όλες τις υποσχέσεις που μου έδωσε – και μάλιστα κατά λέξη, αφού όπως όλες σε κάτι τέτοια έχω μνήμη ελέφαντα και ο Βασίλης σιχτιρίζει τα εφτά ρούμια που είχε πιει και κατηγορεί τους φίλους του που δεν του είχαν πει τα περί ελέφαντα.

Αυτές οι στιγμές δεν μπορούν να εξαγοραστούν ούτε να αντικατασταθούν από κανένα αυτοκίνητο, κόσμημα, σκάφος, σινιέ ρούχο κ.λπ. Oύτε η αγάπη, το ενδιαφέρον, ο σεβασμός και η προσοχή που μπορεί να σου προσφέρει ένας άντρας αγοράζονται. Και το σημαντικότερο είναι πως η ανεξαρτησία μου είναι αυτή που κυρίως δεν αγοράζεται. Σίγουρα μου αρέσει ένα ωραίο ρούχο κι ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια και, καθώς τα ωραία πράγματα είναι ακριβά, παραδέχομαι πως θα φορέσω με μεγάλη ματαιοδοξία το καινούριο μου ζευγάρι παπούτσια από τον “Καλογήρου”. Αλλά θα το αγοράσω μόνη μου.

Τώρα, αν τύχει κι έχει εκείνος λεφτά να μου το αγοράσει, ακόμη καλύτερα. Αλλά φαντάσου το μοναδικό που θα μπορεί να μου κάνει να είναι αυτό, τη δυστυχία να είσαι με κάποιον μόνο για ένα ακριβό ρούχο κι ένα παπούτσι. Η φίλη μου η Σάντρι συζεί με έναν άντρα που ασχολείται με κομπιούτερ. Η φίλη μου η Έφη παντρεύτηκε βολεϊμπολίστα. Η Κάτια τα έχει με κάποιον που δουλεύει ως μπάρμαν. Τέλος πάντων, όλες μου οι φίλες και οι περισσότερες γνωστές έχουν σχέση με άντρες που κάνουν μια απλή δουλειά και κυρίως με άντρες που είναι απλοί άνθρωποι.

Και απ’ ό,τι ξέρω, είναι καλά μαζί τους και όσο κι αν αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα οικονομικής υφής, ουδέποτε αυτό αποτέλεσε λόγο τσακωμών ή χωρισμού. Κι όταν με τις φίλες μου συζητάμε τα προβλήματα στη σχέση μας, δεν άκουσα ποτέ καμιά να λέει ότι το πρόβλημά της είναι το ότι ο γκόμενός της δεν έχει λεφτά να της αγοράσει ρούχα ή να την πάει διακοπές σε υπερχλιδάτα ξενοδοχεία. Πιστεύω πως αν ψάχνεις τα λεφτά, δε θα τα βρεις ποτέ.

Και αν τα βρεις, κατά πάσα πιθανότητα θα δυστυχήσεις όταν ανακαλύψεις πως τελικά δεν είναι αυτό που ήθελες και δεν είναι αρκετά για να καλύψουν τα υπόλοιπα κενά. Καλύτερα να κοιτάς ανθρώπους και συμπεριφορές, καλύτερα να επιλέγεις βάσει αυτών που θέλεις σε έναν άντρα και βάσει αυτών που σου προσφέρει. Και ακριβώς επειδή δε θα σε νοιάζουν τα λεφτά, μπορεί και να τα βρεις.

Γιατί να προτιμήσεις έναν φτωχό

Ή, μάλλον, κάποιον που δεν είναι πλούσιος. Προσοχή, η βασική προϋπόθεση για τα παρακάτω είναι να μην είναι και μίζερος.

  • Σίγουρα δε θα αρέσει στη μαμά σου – άρα θα αρέσει σε σένα.
  • Δε θα πει ποτέ η πεθερά σου ότι “τον θέλεις μόνο για τα λεφτά του”.
  • Δεν κινδυνεύεις να τον αποκληρώσει ο μπαμπάς του -δηλαδή να του πάρει πίσω το αυτοκίνητο/το σπίτι/το ρολόι- ο οποίος κοιτάει με μισό μάτι το σκουλαρίκι σου στον αφαλό.
  • Υπάρχει το ενδεχόμενο να δουλεύεις πιο πολύ και άρα να προοδεύσεις στη δουλειά σου, γιατί δε στηρίζεσαι στα δικά του χρήματα.
  • Διατηρείς πάντα την ανεξαρτησία σου. Σου ανεβάζει το ηθικό. Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, το ότι επιλέγεις τέτοιες σχέσεις σημαίνει ότι είσαι δυναμική και θέλεις να έχεις το πάνω χέρι.
  • Δεν υπάρχει περίπτωση να τα φτιάξει με τη γραμματέα του.
  • Δεν κινδυνεύεις να γίνεις βούκινο σε κουτσομπολίστικα περιοδικά.
  • Είναι ένας πολύ καλός λόγος να τον χωρίσεις -τι είχαμε, τι χάσαμε- ενώ έναν πλούσιο τον χωρίζεις δυσκολότερα λόγω ανασφάλειας.
  • Αν χωρίσεις, δεν ξοδεύεις τίποτα στους δικηγόρους γιατί έτσι κι αλλιώς δεν έχετε και τίποτα να μοιράσετε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας