Giuseppe Arcimboldo: Ο ζωγράφος που εμπνεύστηκε από τα φρούτα

Giuseppe Arcimboldo: Ο ζωγράφος που εμπνεύστηκε από τα φρούτα

O Giuseppe Arcimboldo (Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο) γεννήθηκε το 1527 στο Μιλάνο. Το όνομα της μητέρας του ήταν Κιάρα Παρίζι (Chiara Parisi) και του πατέρα του, ο οποίος ήταν επίσης ζωγράφος, Μπιάτζιο (Biagio) Arcimboldo ή Arcimboldi.

Το επίθετό του φανερώνει τη νοτιογερμανική καταγωγή της οικογένειάς του, οι ρίζες της οποίας πρέπει να φθάνουν έως τον Καρλομάγνο. Σύμφωνα με τις πηγές, στην υπηρεσία του συγκεκριμένου αυτοκράτορα βρισκόταν ένας μακρινός πρόγονος του ζωγράφου, ο Ζίγκφριντ (Siegfried Arcimboldi), ο οποίος είχε 16 παιδιά. Ολα τους ήταν τόσο ιδιαίτερα και άξια, ώστε χρίσθηκαν ευγενείς από τον αυτοκράτορα. Ενα από αυτά μετανάστευσε στην Ιταλία, όπου ξεκίνησε τον ιταλικό κλάδο της οικογένειας.

Για τα νεανικά χρόνια του ζωγράφου δεν γνωρίζουμε πολλά στοιχεία. Σίγουρο είναι, πάντως, ότι ο νεαρός Giuseppe Arcimboldo ασχολήθηκε με τη ζωγραφική παρακινημένος από τον πατέρα του, αλλά και από τον Τζιοβάνι Αρτσιμπόλντο (Giovanni Arcimboldo), αδελφό του παππού του. Ο Τζιοβάνι είχε πολλές επαφές με καλλιτέχνες, συγγραφείς, ουμανιστές και γενικότερα καλλιεργημένους ανθρώπους της εποχής, τους οποίους γνώρισε στον μικρό Giuseppe Arcimboldo.

Το Μιλάνο εκείνη την εποχή δεν αποτελούσε πια καλλιτεχνικό κέντρο της Ιταλίας, εξαιτίας της εξορίας του δούκα Λοντοβίκο Β’ Μόρο (Lodovico il Moro), αλλά και του λοιμού που έπληξε την πόλη στις αρχές του 16ου αιώνα. Ομως, η γεωγραφική θέση του ευνοούσε τις επαφές με τα καλλιτεχνικά κέντρα της βόρειας Ευρώπης και της υπόλοιπης Ιταλίας, και η πόλη αποτελούσε ακόμη κέντρο ανταλλαγής ιδεών που θα μπορούσε να βοηθήσει έναν νέο καλλιτέχνη στο ξεκίνημά του.

Τα πρώτα έργα του, τα σχέδια των βιτρό του Καθεδρικού Ναού του Μιλάνου, ο Αρτσιμπόλντο τα πραγματοποίησε το 1549 σε ηλικία 22 ετών, με τη βοήθεια του πατέρα του. Το όνομα του Αρτσιμπόλντο αναφέρεται στα αρχεία του ναού από το 1551 μέχρι το 1558 για μια σειρά από παραγγελίες, από τις οποίες όμως σήμερα έχει σωθεί μόνο η σειρά που απεικονίζει σκηνές από τη ζωή της Αγίας Αικατερίνης της Αλεξάνδρειας. Επίσης, του αποδίδονται τα σχέδια επτά ταπισερί, παραγγελίες της συντεχνίας των υφαντουργών του Κόμο (Como), που πραγματοποιήθηκαν το 1558.

Το 1562 ο Αρτσιμπόλντο ενέδωσε στις πιέσεις του αυτοκράτορα Φερδινάνδου Α’ των Αψβούργων και μετέβη στην Πράγα για να εργασθεί στην Αυλή του. Κοντά του έμεινε δύο χρόνια (1562-1564), κατά τη διάρκεια των οποίων πραγματοποίησε τα πορτραίτα της αυτοκρατορικής οικογένειας, αλλά και την πρώτη σειρά των «Τεσσάρων Εποχών» (1563), η οποία επρόκειτο να σηματοδοτήσει την αλλαγή στην κατεύθυνση της τέχνης του. Μετά τον θάνατο του Φερδινάνδου συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον διάδοχό του, Μαξιμιλιανό Β’.

Από τα χρόνια της εργασίας του Αρτσιμπόλντο στην Αυλή του τελευταίου (1564-1576) έχουν διασωθεί πολύ λίγα έργα. Είναι, πάντως, γνωστό ότι ο καλλιτέχνης είχε αναλάβει και αρμοδιότητες αρχιτέκτονα, σκηνοθέτη και μηχανικού. Ο Μαξιμιλιανός εκτιμούσε σε τέτοιο βαθμό τις απόψεις του, ώστε όχι μόνο άκουγε τις υποδείξεις του, αλλά πολλές φορές υποχωρούσε μπροστά στις κρίσεις του καλλιτέχνη.

Η αγαστή αυτή συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών διακόπηκε με τον θάνατο του αυτοκράτορα το 1574. Ομως, ο Αρτσιμπόλντο συνέχισε να εργάζεται στην αυτοκρατορική Αυλή, θέτοντας το ταλέντο του στην υπηρεσία του νέου αυτοκράτορα, Ροδόλφου Β’, ο οποίος υπήρξε μια εκκεντρική προσωπικότητα. Εσωστρεφής, καταθλιπτικός και αδύναμος χαρακτήρας, απέφευγε τις κατά μέτωπον συγκρούσεις και πάντα προσπαθούσε να βρίσκει κάποια συμβιβαστική λύση.

Λάτρης της κηπουρικής και των παράξενων αντικειμένων, ζώων και φυτών από όλο τον μέχρι τότε γνωστό κόσμο, είχε συγκεντρώσει στα ανάκτορά του αστρολόγους, αλχημιστές που προσπαθούσαν να κατασκευάσουν χρυσό, αλλά και επιστήμονες κάθε είδους. Το ενδιαφέρον του Ροδόλφου Β’ μονοπωλούσαν τα «Δωμάτια της Τέχνης και των Θαυμάτων», δηλαδή οι αίθουσες των ανακτόρων όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένα βαλσαμωμένα πουλιά, καρχαρίες και γιγάντια οστρακοειδή, πολύτιμες πέτρες, μούμιες, αντικείμενα από την πρόσφατα ανακαλυφθείσα Αμερική και ένας ολόκληρος ζωολογικός κήπος.

Παντού έστελνε πράκτορές του, για να ανακαλύψουν κάτι καινούργιο και περίεργο, ώστε να εμπλουτίσει τη συλλογή του. Αυτές οι αίθουσες έδωσαν στον Αρτσιμπόλντο την ευκαιρία να δει από κοντά πολλά αξιοπερίεργα ζώα και φυτά, τα οποία χρησιμοποιούσε στους πίνακές του, όπως στις δύο σειρές των «Τεσσάρων Εποχών» που φιλοτέχνησε το 1572-73.

Το 1587, μετά από πολλές αιτήσεις και παρακλήσεις προς τον αυτοκράτορα, ο Αρτσιμπόλντο απέσπασε την άδεια να εγκαταλείψει την Αυλή και να επιστρέψει στην πατρίδα του, με την υπόσχεση να συνεχίζει να ζωγραφίζει για τον Ροδόλφο. Προϊόντα αυτής της υπόσχεσης είναι δύο από τα πιο διάσημα έργα του, η «Νύμφη Φλώρα» και ο «Vertumnus», ο ρωμαϊκός θεός της βλάστησης, τα οποία ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τους ανώτατους τιμητικούς τίτλους που απένειμε στον καλλιτέχνη το 1592. Ενα έτος αργότερα, στις 11 Ιουλίου 1593, ο Giuseppe Arcimboldo απεβίωσε στο Μιλάνο.

Ντυμένος με τα προσόντα της φύσης

Μετά την εγκατάστασή του στην Αυλή του Φερδινάνδου Α,’ ο Αρτσιμπόλντο ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με την προσωπογραφία, απαθανατίζοντας τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Φιλοτέχνησε, επίσης, την πρώτη σειρά των «Τεσσάρων Εποχών», πραγματοποιώντας την αποφασιστική στροφή στην τέχνη του.

Οι αιτίες που οδήγησαν τον ζωγράφο ξαφνικά στη δημιουργία αυτού του νέου καλλιτεχνικού ιδιώματος δεν είναι γνωστές. Μάλιστα, οι μελετητές του έργου του δίνουν πολλές και ποικίλες ερμηνείες για την καμπή που σημειώνεται στη ζωγραφική του. Η αποφασιστικότερη επιρροή στο έργο του Αρτσιμπόλντο αποδίδεται στο αυτοκρατορικό περιβάλλον και στις δραστηριότητές του μέσα σ’ αυτό.

Δηλαδή, στην ενασχόλησή του με τα «Δωμάτια των Θαυμάτων», στις συναναστροφές του με τους λόγιους της αυτοκρατορικής Αυλής, τους αλχημιστές και τους μάγους που περιέβαλλαν τον αυτοκράτορα, αλλά και τον ίδιο τον αυτοκράτορα.

Πάντως, όποιες και αν ήταν οι επιδράσεις που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ιδιόρρυθμου έργου του Αρτσιμπόλντο, αυτό που προέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η δυναμική και ευφάνταστη ιδιοσυγκρασία του ίδιου του καλλιτέχνη, ο οποίος προσπάθησε, αντίθετος προς κάθε παράδοση, να δημιουργήσει το δικό του, απολύτως προσωπικό ύφος, συνδυάζοντας τη νεκρή φύση και το πορτραίτο.

Η πρώτη σειρά των «Τεσσάρων Εποχών» πραγματοποιήθηκε το 1563. Ακολούθησε άλλη μία το 1572 και μια τρίτη το 1573. Εδώ θα παρουσιάσουμε την τελευταία, διότι τα έργα που την αποτελούν θεωρούνται πιο ολοκληρωμένα από όλα τα προηγούμενα. Ο πρώτος πίνακας της σειράς απεικονίζει τον «Χειμώνα», ο οποίος έχει τη μορφή του λειψάνου ενός κορμού δένδρου. Ο φλοιός του είναι σπασμένος σε μερικά σημεία, η μύτη του είναι κυρτή και σπασμένη, στο πιγούνι του προεξέχουν μικρά κλαδιά και το στόμα του, χωρίς δόντια, αποτελείται από ένα μεγάλο μανιτάρι.

Τα μάτια του είναι βαθιά χωμένα στις κόγχες τους, ενώ το αφτί του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σπασμένο μεγάλο κλαδί. Στους ώμους του τυλίγεται ένας ψάθινος μανδύας, για να τον προστατέψει από το κρύο. Τα λεμόνια, όμως, που κρέμονται από το στήθος του δίνουν έναν τόνο θερμό και εισάγουν στην εικόνα το φως του ηλίου, αποκαλύπτοντας ότι ο κρύος και δυσάρεστος χειμώνας δεν πρόκειται να διαρκέσει πολύ.

Η «Άνοιξη», από κάποια απόσταση, μοιάζει με μια νέα γυναίκα σε απόλυτο προφίλ που χαμογελά ελαφρά. Από κοντά, όμως, διαπιστώνει κανείς ότι κάθε σημείο του κεφαλιού και του προσώπου της αποτελείται από λουλούδια. Το δέρμα της αναπαριστάται με αναρίθμητα άνθη, των οποίων το χρώμα κυμαίνεται από έντονο ροζ ως λευκό. Τα μαλλιά της αποτελούνται από μια εντυπωσιακή ανθοδέσμη ζωηρόχρωμων λουλουδιών, ενώ το φόρεμά της είναι ένα σύνολο πράσινων φυτών. Η μύτη της σχηματίζεται από τον ανθό ενός κρίνου, ενώ στη θέση του αφτιού της βρίσκεται μια τουλίπα.

Το «Καλοκαίρι», όπως όλες οι υπόλοιπες Εποχές, απεικονίζεται σε απόλυτο προφίλ. Πρόκειται για μια γυναίκα, το πρόσωπο της οποίας αποτελείται εξ ολοκλήρου από φρούτα και λαχανικά της εποχής. Το φόρεμά της, από πλεγμένο σιτάρι, φέρει στο κολάρο την υπογραφή του καλλιτέχνη “Giuseppe Arcimboldo F.” (“ο Giuseppe Arcimboldo εποίησε”) και στον ώμο διακρίνεται η χρονολογία της δημιουργίας του πίνακα, το 1573.

Το «Φθινόπωρο», τέλος, έχει τη μορφή ενός κάπως άσχημου άνδρα. Το κεφάλι του αποτελείται από προϊόντα της εποχής. Η μύτη του είναι ένα μεγάλο αχλάδι, το μάγουλό του ένα μήλο, το πιγούνι του σχηματίζεται από ένα ρόδι και το αφτί του από ένα μανιτάρι. Τα μαλλιά του αποτελούνται από σταφύλια, μαύρα και λευκά, και στην κορυφή του κεφαλιού του βλέπουμε μια τεράστια κολοκύθα. Το κεφάλι ξεπροβάλλει μέσα από μια πρόχειρη ξύλινη κατασκευή, της οποίας οι σανίδες δένονται πρόχειρα μεταξύ τους με λεπτά κλαδιά.

Τα «Τέσσερα Στοιχεία της Φύσης» είναι μια ακόμη γνωστή τετραλογία του Αρτσιμπόλντο, την οποία επίσης θα πρέπει να επανέλαβε πολλές φορές, όμως δεν μας σώζονται όλα τα αντίγραφά της. Πάντως η παρατήρηση των συστατικών στοιχείων των κεφαλιών αυτών παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς υπερβαίνουν σε φαντασία και πρωτοτυπία αυτά των «Τεσσάρων Εποχών». Ξεκινώντας από τον «Αέρα», βλέπουμε ότι πρόκειται για μια ανδρική μορφή σε απόλυτο προφίλ, η οποία αποτελείται από πολυάριθμα πουλιά.

Το πρόσωπο διαμορφώνεται από μια χήνα στη θέση του αφτιού, έναν κόκορα στην κάτω γνάθο, μια γαλοπούλα στη μύτη και έναν φασιανό, ο οποίος σχηματίζει με την ουρά του το μακρύ γένι της μορφής. Πραγματικά, η πληθώρα των πουλιών και η αναγνωρισιμότητα πολλών από αυτά δυσκολεύουν τη συνολική εποπτεία του πίνακα, καθιστώντας απαραίτητη μια μικρή οπισθοχώρηση, ώστε να σχηματισθεί μπροστά στα μάτια μας η μορφή του άνδρα.

Η «Γη» αποτελείται από 40 διαφορετικά ζώα, γεγονός που οδήγησε πολλούς μελετητές στην υπόθεση ότι πρόκειται για την αλληγορική απεικόνιση ενός κυνηγού. Ενας ελέφαντας προσφέρει στη μορφή το αφτί της, το ανοικτό στόμα ενός λύκου σχηματίζει το μάτι της, το στόμα δημιουργείται από το κεφάλι και την ουρά ενός ποντικιού και, τέλος, μια σαύρα προβάλλει από μέσα ως γλώσσα. Επιπλέον, ο καλλιτέχνης έχει καταφέρει να συγκεντρώσει στο επάνω τμήμα του κεφαλιού της «Γης» τα ζώα που έχουν κέρατα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα είδος στέμματος.

Η μοναδική γυναικεία μορφή της τετραλογίας είναι το «Νερό», που σχηματίζεται από πολυάριθμα και πολυποίκιλα ψάρια. Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίον σχηματίζεται το πρόσωπο του «Νερού». Ενα σαλάχι τοποθετείται στη θέση της παρειάς, το ανοικτό στόμα του καρχαρία δημιουργεί το στόμα του προσώπου, το τεράστιο μύδι είναι το αφτί, το οποίο φέρει ένα μαργαριταρένιο σκουλαρίκι με περίεργο σχήμα. Ολα τα ψάρια έχουν απεικονισθεί με μεγάλη φροντίδα στις επιμέρους λεπτομέρειές τους, αλλά με αδιαφορία για την αναλογία των μεγεθών τους, καθώς αυτά τροποποιήθηκαν ανάλογα με τη λειτουργία που επρόκειτο να εξυπηρετήσουν.

Η ανδρική μορφή, που δημιουργείται από τη συνένωση κάθε είδους φωτιάς, είναι η «Φωτιά», το πρόσωπο της οποίας σχηματίζεται από δύο κομμάτια ατσαλιού στη μύτη και το αφτί, τα οποία δημιουργούν σπίθα, αν συγκρουσθούν μεταξύ τους. Στη θέση του ματιού βρίσκεται ένα σβησμένο κερί και, ως μουστάκι της μορφής, έχει τοποθετηθεί μια δεσμίδα από προσανάμματα. Το ρυτιδωμένο μέτωπο σχηματίζεται από λεπτά κεριά, ενώ τα αναμμένα ξύλα στην κορυφή του κεφαλιού παρέχουν μια μεγαλοπρεπή φωτιά που το στεφανώνει εν είδει κορώνας.

Επάνω στο μεγάλο κανόνι του κορμού και κάτω δεξιά διακρίνουμε την επιγραφή «JOSEPHUS ARCΙMBOLDUS MENENSIS F.», δηλαδή, «ο Giuseppe Arcimboldo o Μιλανέζος εποίησε». Στο στήθος της μορφής είναι τοποθετημένη μια αλυσίδα, η οποία καταλήγει στη μορφή του Χρυσόμαλλου Δέρατος, ιστορικού κειμηλίου που δώρισε στους Αψβούργους ο δούκας Φίλιππος της Βουργουνδίας το 1429.

Αν προσέξει κανείς και τις δύο αυτές τετραλογίες, θα παρατηρήσει ότι βρίθουν από σύμβολα της δυναστείας των Αψβούργων. Επάνω στον ψάθινο μανδύα του «Χειμώνα» βλέπουμε να διαγράφεται ανάγλυφο το οικόσημο του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, το οποίο φανερώνει ότι προφανώς αυτός θα ήταν ο παραλήπτης του έργου.

Στον «Αέρα» το παγώνι και ο αετός παραπέμπουν άμεσα στη δυναστεία των Αψβούργων, όπως επίσης η αλυσίδα με το Χρυσόμαλλο Δέρας στη «Φωτιά». Στη «Γη» το δέρας του λιονταριού, όπως και του κριαριού, αποτελούν αναφορές στον αυτοκρατορικό οίκο και, ίσως, υπάρχουν ορισμένοι αντίστοιχοι συμβολισμοί στο μαργαριταρένιο περιδέραιο και τα κοραλλένια κέρατα του «Νερού».

Όλα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι πίνακες αυτοί προφανώς δεν αποτελούσαν μόνο δώρα προς τον αυτοκράτορα, αλλά και αλληγορίες της ισχύος και της κυριαρχίας του επάνω σε ολόκληρη τη φύση. Παρουσιάζουν, δηλαδή, την ενότητα και την αρμονία, κάτω από την επικυριαρχία των Αψβούργων, των εποχών, της χλωρίδας και της πανίδας, οι οποίες σχηματίζουν τα ανθρώπινα αυτά κεφάλια, επεκτείνοντας συνεπώς την εξουσία του αυτοκράτορα και επάνω στον άνθρωπο.

Αν και η όψη μου είναι τερατώδης, εσωτερικά φέρω ευγενή γνωρίσματα

Μετά την επιστροφή του στο Μιλάνο, το 1587, ο Αρτσιμπόλντο τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον Ροδόλφο να συνεχίσει να εργάζεται για λογαριασμό του. Το 1589 απέστειλε στην Πράγα τον πίνακα «Η Νύμφη Φλώρα» και λίγα χρόνια αργότερα φιλοτέχνησε τον «Vertumnus», τον αρχαίο ρωμαϊκό θεό της γονιμότητας και της βλάστησης. Το πρόσωπο του θεού, το οποίο απεικονίζεται κατ’ ενώπιον, σχηματίζεται από διάφορα φυτά και φρούτα όλων των εποχών.

Ο αρμονικός συνδυασμός τους δημιουργεί ένα πορτραίτο, το οποίο στην αρχή τρομάζει τον θεατή, καθώς τα προϊόντα της φύσης δίνουν στη μορφή μια όψη σκληρή, τονίζοντας τα επιμέρους χαρακτηριστικά της. Όμως, η απόσταση από το έργο ξεκαθαρίζει την εικόνα, όπως συμβαίνει και στα περισσότερα έργα του καλλιτέχνη.

Η απεικόνιση της μορφής κατ’ ενώπιον, και όχι σε απόλυτο προφίλ, μαρτυρεί την πρόθεση του καλλιτέχνη να δημιουργήσει ένα πραγματικό πορτραίτο και όχι μια απλή αλληγορική μορφή. Πράγματι, η αναπαράσταση του Ροδόλφου Β’ (διότι περί αυτού πρόκειται) ως θεού Vertumnus αποτελεί την κορωνίδα της δημιουργίας του Αρτσιμπόλντο. Από όλα τα έργα που πραγματοποιήθηκαν με πρόθεση να υμνήσουν τον αυτοκράτορα, αυτό είναι το πιο επιτυχημένο.

Οι απόψεις των μελετητών, σχετικά με τη σκοπιμότητα αυτού του πορτραίτου, ποικίλουν. Κατά πολλούς αποτελεί μια χιουμοριστική δημιουργία, σκοπός της οποίας ήταν να διασκεδάσει τον αυτοκράτορα και να αποσπάσει τη σκέψη του από τα φλέγοντα πολιτικά και θρησκευτικά θέματα που τον απασχολούσαν. Εκείνη την εποχή ήταν γνωστή, επίσης, και η αγάπη του Ροδόλφου Β’ (όπως και του πατέρα του, Μαξιμιλιανού Β’) για την κηπουρική.

Η παρουσίαση, λοιπόν, του Ροδόλφου με τη μορφή του θεού της βλάστησης αποτελεί, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, έναν συνδυασμό της απεικόνισης του αυτοκράτορα με την αγαπημένη του ενασχόληση. Για μια ακόμη φορά ο Αρτσιμπόλντο απεικονίζει στον πίνακα αυτό τη φύση, με ακρίβεια και πιστότητα στα επιμέρους στοιχεία της, αλλά την επικαλύπτει με τον μανδύα της τέχνης, επιδιώκοντας να προβάλει την εσωτερική αλήθεια της.

Ο βασικότερος, όμως, στόχος του καλλιτέχνη ήταν να υμνήσει μέσω του πίνακα τον αυτοκράτορα, να τον παρουσιάσει όχι μόνο ως λάτρη της φύσης, αλλά και ως τον κυρίαρχό της. Η μορφή του «Vertumnus» συνίσταται από καρπούς και φυτά και των τεσσάρων εποχών, δηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κυριαρχία του Ροδόλφου επί των εποχών, οι οποίες κάθε χρόνο εναλλάσσονται δημιουργώντας μια αδιάσπαστη, αέναη συνέχεια, όπως και η βασιλεία των Αψβούργων στον κόσμο.

Ως πολεμιστής υπερήφανος και σκληρός ιππεύω τολμηρά, χαρούμενα και υπερήφανα

Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι εορτές και οι ιππικοί αγώνες στις βασιλικές Αυλές αποτελούσαν συνηθισμένο φαινόμενο, αν όχι και επιβεβλημένο από τις πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής. Ιδιαίτερα η Αυλή των Αψβούργων, της οποίας η επικράτεια περιελάμβανε πολλές εθνότητες, είχε μεγάλη ανάγκη από αυτούς τους εορτασμούς, προκειμένου να επιδεικνύει την πολιτική της ισχύ.

Oι αυτοκρατορικές εορτές είχαν ξεκινήσει ήδη από την εποχή του Μαξιμιλιανού Βã, όμως η συμμετοχή του Αρτσιμπόλντο επιβεβαιώνεται, από τις πηγές, μόνο στην οργάνωση δύο από αυτές. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1571, με αφορμή τον γάμο του Καρόλου της Αυστρίας και της Μαρίας της Βαυαρίας, ο οποίος έγινε στη Βιέννη υπό την καθοδήγηση του ζωγράφου και των συνεργατών του.

Η δεύτερη πραγματοποιήθηκε το 1575, κατά τη διάρκεια της στέψης του Ροδόλφου Β’ ως βασιλιά της Βοημίας και της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην Πράγα. Δέκα χρόνια αργότερα ο Αρτσιμπόλντο φιλοτέχνησε προς τιμήν του Ροδόλφου 150 σχέδια, τα οποία απεικόνιζαν κοστούμια και ενδυμασίες ειδικά σχεδιασμένες για τις εορτές αυτές, και προφανώς αποτελούσαν οδηγίες προς τους ράπτες. Σ’ αυτά τα σχέδια φανερώνεται η ανεξάντλητη φαντασία και δημιουργικότητά του, αλλά και η μόρφωση και καλλιέργειά του, διότι η γνώση των αρχών της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας προϋποτίθεται για την οργάνωση των παρελάσεων προς τιμήν των Αψβούργων.

Οι εορταστικές τελετές ξεκινούσαν με μια μεγαλειώδη πομπή θεών, τους οποίους ενσάρκωναν μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας και ευγενείς, και η οποία ονομαζόταν «Η κυκλική κούρσα». Πρώτη στον χώρο των εορτασμών εισερχόταν η Juno (Ηρα), η θεά του γάμου, επάνω σε ένα αμάξι που το έσερναν παγώνια. Την ακολουθούσαν οι βασιλείς των τριών ηπείρων, της Ασίας, της Αφρικής και της Αμερικής. Στη συνέχεια, εμφανιζόταν η Ευρώπη επάνω σε ένα άλογο μεταμφιεσμένο σε ταύρο, ακολουθούμενη από τις Σειρήνες και τις επτά Ελευθέριες Τέχνες.

Στην ομάδα της Αρτέμιδος συμπεριλαμβάνονταν ένας μονόκερως, οι ακόλουθοί της μεταμφιεσμένοι σε άγρια ζώα, μια ομάδα άγριων ανθρώπων και αμαζόνες που έφεραν τα όπλα – σύμβολα της θεάς (τόξα, βέλη και λόγχες). Επειτα, εμφανιζόταν ο Ποσειδώνας περιβαλλόμενος από άνδρες με εμφάνιση ψαριών, και η Αθηνά, επάνω σε ένα αμάξι, έχοντας δίπλα της μια κουκουβάγια.

Στη συνέχεια, εισερχόταν η Αφροδίτη συνοδευόμενη από Ερωτες, αλλά και μια αλληγορική μορφή που συμβόλιζε την Απληστία. Σύμφωνα με τις πηγές, στον χώρο των εκδηλώσεων έκανε την εμφάνισή του και ο Διόνυσος, τον οποίο υποδυόταν ένας άνδρας μέσα σε ένα βαρέλι, που προξενούσε στο κοινό γέλιο και μεγάλη ευθυμία. Τον συνόδευαν τέσσερις άνδρες που συμβόλιζαν τα τέσσερα στοιχεία της φύσης, μαζί με άλλους τέσσερις που υποδύονταν τους ανέμους. Ακολουθούσαν οι τέσσερις εποχές, τέσσερα ευρωπαϊκά ποτάμια (ο Ιβηρας, ο Πάδος, ο Δούναβης και ο Ρήνος) και τέσσερα ευρωπαϊκά έθνη (οι Ιταλοί, οι Γερμανοί, οι Γαλάτες και οι Ισπανοί).

Η πρώτη ημέρα των εορτασμών ολοκληρωνόταν με δείπνο και χορό, κατά τη διάρκεια των οποίων οι καλεσμένοι ήταν ντυμένοι με θαυμάσια και αξιοπερίεργα κοστούμια. Ακολουθούσε μια δεύτερη ημέρα αλληγορικών πομπών και οι εορτές συνεχίζονταν με τα αγωνίσματα προς τιμήν του αυτοκράτορα (μονομαχίες, ιππικοί αγώνες). «Ψυχή» αρκετών από αυτές τις εκδηλώσεις υπήρξε ο Αρτσιμπόλντο, ο οποίος απέδειξε με τον τρόπο αυτό τη μεγάλη του εφευρετικότητα και δημιουργικότητα.

Επίσης, είναι γνωστό ότι ασχολήθηκε και με τη μουσική και, μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τις πηγές, επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα νέο τονικό σύστημα, το οποίο θα βασιζόταν στη σχέση ζωγραφικής-μελωδίας και θα αντικαθιστούσε τις κλίμακες των μουσικών φθόγγων με χρωματικές κλίμακες.

Η αστείρευτη επινοητικότητα του Αρτσιμπόλντο θα πρέπει να προκάλεσε αμηχανία στις επόμενες γενεές καλλιτεχνών, οι οποίοι έχασαν κάθε ενδιαφέρον για το έργο του, διότι το θεώρησαν δυσνόητο και περίεργο, προϊόν ενός αλλόκοτου μυαλού. Μόνο στις αρχές του 20ού αιώνα ήλθε και πάλι στην επιφάνεια από τους σουρεαλιστές, οι οποίοι αναγνώρισαν στην ιδιόρρυθμη ζωγραφική του τον πρόδρομο της δικής τους τέχνης.

Όμως, το έργο του Αρτσιμπόλντο απέχει πολύ από την υποσυνείδητη, αυτόματη δημιουργία των σουρεαλιστών. Είναι προϊόν της συνειδητής και επισταμένης παρατήρησης της φύσης, της πιστής μίμησης των στοιχείων της, αλλά και της υπέρβασής της. Η φύση τού παρείχε τα σχήματα και τα χρώματα, για να δημιουργήσει τα πρωτότυπα και ιδιόρρυθμα πορτραίτα του. Παράλληλα, αποτέλεσε την πηγή που εφοδίασε το ταλέντο και την ιδιοφυϊα του, καθιστώντας τον μοναδικό, όπως είναι μόνο οι μεγάλοι καλλιτέχνες.

Σημείωση. Οι επικεφαλίδες αποτελούν παραλλαγές στίχων από το ποίημα «Vertumnus», του Δον Γκρεγκόριο Κομανίνι (Don Gregorio Comanini), το οποίο συνετέθη για να συνοδεύσει τον ομώνυμο πίνακα του Αρτσιμπόλντο.

Προηγούμενο άρθροΝαυμαχία του Αρτεμισίου: Η νίκη των Ελλήνων κατά του Ξέρξη
Επόμενο άρθροΚβαντική μηχανική και η θεωρία της πληροφορίας
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ