Günther Rall: Πιλότος της Luftwaffe στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Günther Rall: Πιλότος της Luftwaffe στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος προσέλαβε τόσο μεγάλες διαστάσεις και ενέπλεξε στη δίνη του τόσα έθνη ώστε να θεωρείται δίκαια μέχρι σήμερα ο πλέον μαζικός και πολυαίμακτος της Ιστορίας. Για διάφορους λόγους που σχετίζονταν με την οξεία έλλειψη προσωπικού, την πληθώρα αντιπάλων και την αδυναμία της απόσυρσης για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τη μάχη, οι πιλότοι της Luftwaffe κατάφεραν να «κλέψουν την παράσταση» στους αιθέρες και παρά την τελική ήττα της Γερμανίας να αναδείξουν πλειάδα ηρώων οι οποίοι πέτυχαν απίστευτα κατορθώματα.

Αν και ονόματα όπως αυτά του Ερικ Χάρτμαν, του Χανς Γιόακιμ Μαρσέιγ, του Βάλτερ Νοβότνυ και του Αντολφ Γκάλαντ είναι αρκετά γνωστά λόγω των τιμών και της δημοσιότητας που έλαβαν, υπήρξαν δεκάδες άλλοι χειριστές οι οποίοι σημείωσαν εκπληκτικά «σκορ» χωρίς να κερδίσουν τη φήμη που τους αναλογούσε.

Σπουδαίοι άσσοι όπως ο Γκέρχαρντ Μπάρκχορν, ο Οττο Κίττελ, ο Βίλχελμ Μπατς και άλλοι θα αποτελούσαν πραγματικά ινδάλματα σε άλλες αεροπορίες, αλλά στη Luftwaffe εκείνης της εποχής, στην οποία 15 πιλότοι υπερέβησαν τις 200 καταρρίψεις ο καθένας, η δόξα ήταν δύσκολο να κατανεμηθεί ισόποσα σε όλους.

Ένας από τους λιγότερο γνωστούς αλλά και πλέον επιτυχημένους Γερμανούς άσσους ήταν και ο Günther Rall, ο οποίος, όπως συνέβη με τη συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων του, «έκτισε» τον μύθο του στο Ανατολικό Μέτωπο εκτελώντας τα σοβιετικά αεροσκάφη με απίστευτους ρυθμούς και κερδίζοντας μερικές από τις ανώτερες τιμητικές διακρίσεις του Γ’ Ράιχ.

Ο Günther Rall γεννήθηκε στην πόλη Γκαγκενάου της Βάδης στις 10 Μαρτίου 1918. Ηταν το δεύτερο παιδί του εμπόρου Ρούντολφ και της συζύγου του, Μίνα Χάιντσελμαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα η οικογένεια μετακόμισε στην περιοχή της Στουτγάρδης, την οποία έκτοτε ο Γκύντερ θεωρούσε ως πραγματική ιδιαίτερη πατρίδα του αφού πέρασε εκεί τα καλύτερα παιδικά του χρόνια.

Από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη έφεση στον αθλητισμό, στις δραστηριότητες φυσικής αγωγής και στα σπορ και τα ενδιαφέροντά του ήταν αντιπροσωπευτικά των νέων της ηλικίας του οι οποίοι μεγάλωναν μέσα στα χρόνια της οικονομικής εξαθλίωσης και της παρακμής έπειτα από την ήττα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι αρχές που έλαβε από την οικογένειά του ήταν αυστηρές και πατριωτικές αλλά ο πατέρας του δεν έχανε την ευκαιρία να καταφέρεται κατά του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος του Αδόλφου Χίτλερ που είχε ανέλθει στην εξουσία το 1933, υποστηρίζοντας πως αν υλοποιούσε τις διακηρύξεις του θα οδηγούσε τη Γερμανία στην καταστροφή.

Ο Ρούντολφ Ραλ, ωστόσο, δεν διεφώνησε ιδιαίτερα με την πρόθεση του γιου του να ακολουθήσει τη στρατιωτική σταδιοδρομία κι έτσι ο νεαρός Γκύντερ κατατάχθηκε στον Στρατό ως δόκιμος αξιωματικός στις 4 Δεκεμβρίου 1936. Ηταν το ένα από τα τέσσερα μόλις άτομα που επιλέχθηκαν σε σύνολο 74 υποψηφίων! Η προοπτική μιας πορείας ως αξιωματικού (επάγγελμα ιδιαίτερα αξιοσέβαστο στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας του Μεσοπολέμου) ήταν Ψπλέον ανοικτή μπροστά του.

Ενώ φοιτούσε ακόμη ως δόκιμος στη Σχολή Πολέμου της Δρέσδης ανήκοντας στο 13ο Σύνταγμα Πεζικού, βρέθηκε κάτω από την έντονη επιρροή ενός φίλου του ο οποίος είχε εισαχθεί στη νεοσύστατη Luftwaffe. Οι εμπειρίες που περιέγραφε εκείνος ο νέος από τις πτήσεις του επέδρασαν καταλυτικά στον Ραλ εξάπτοντας τη φαντασία του και ωθώντας τον να στραφεί με ζωηρό ενδιαφέρον προς τον ίδιο Κλάδο.

Η αίτηση του για μετάταξη έγινε δεκτή από τη Luftwaffe το 1938. Ακολούθησαν αρκετοί μήνες εντατικής και συναρπαστικής εκπαίδευσης υπό την καθοδήγηση πιλότων- ειδώλων όπως ο Γκύντερ Λύτσοβ και ο Τέο Οστερκαμπ, που είχαν συμμετάσχει με τη Λεγεώνα «Κόνδωρ» στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Ραλ έλαβε τα διακριτικά του ιπταμένου την 1η Σεπτεμβρίου 1938 και αμέσως μετά επέλεξε να μετατεθεί στα καταδιωκτικά, πραγματοποιώντας το όνειρο κάθε παράτολμου Γερμανού αεροπόρου της εποχής.

Με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού πλέον ο Ραλ τοποθετήθηκε αρχικά τον Ιανουάριο του 1940 στην 4η Μοίρα της 2ης Σμηναρχίας της 52ης Πτέρυγας Δίωξης (4./II./JG52), η οποία έδρευε στην πόλη Μπόμπλιγκεν κοντά στη Στουτγάρδη. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε εκραγεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά η πολύ μικρή διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία δεν επέτρεψε στον Ραλ να προλάβει να συμμετάσχει στις εκεί επιχειρήσεις. Ετσι έπρεπε να περιμένει μερικούς μήνες ακόμη έως ότου πραγματοποιηθεί το «βάπτισμά» του στις εναέριες μονομαχίες.

Η διάρκεια του «κίβδηλου πολέμου», όπως έμεινε στην Ιστορία το διάστημα μεταξύ της εκστρατείας στην Πολωνία και εκείνης στη Δύση, υπήρξε για τον Ραλ μια περίοδος ατελείωτων περιπολιών πάνω από τον Ρήνο, όπου η μονοτονία διακοπτόταν από σποραδικές εμπλοκές με τη Γαλλική Αεροπορία (Armee de l’ Air) με αφορμή συνήθως την παρενόχληση κάποιας αναγνωριστικής πτήσης. Λίγες εβδομάδες πριν αρχίσει η μεγάλη γερμανική επίθεση στη Δύση που θα κατέληγε σε μια από τις εκπληκτικότερες νίκες όλων των εποχών, ο Ραλ προήχθη σε υποσμηναγό και τοποθετήθηκε στην 8./III/JG52, όπου έμελλε να παραμείνει κατά τα επόμενα τρία χρόνια.

Το βάπτισμα του πυρός στο δυτικό μέτωπο

Στη νέα του Μοίρα ο Ραλ πετούσε πάλι με το καταδιωκτικό Bf 109E (γνωστό και ως «Emil»), το οποίο ήταν βέβαια ένα ταχύ ολομεταλλικό μονοπλάνο που είχε πραγματοποιήσει εντυπωσιακό ντεμπούτο στην Ισπανία το 1938 αλλά είχε και μερικά σοβαρά μειονεκτήματα, όπως το στενό μετατρόχιο του συστήματος προσγείωσης, που γινόταν συχνά αιτία ατυχημάτων στο έδαφος, και η καλύπτρα με τη μειωμένη ορατότητα στο πίσω ημισφαίριο.

Η πρώτη κατάρριψη σημειώθηκε το απόγευμα της 18ης Μαϊου 1940, οκτώ ημέρες μετά την έναρξη της γερμανικής επίθεσης στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, όταν ο Ραλ και μερικοί συνάδελφοί του ανέλαβαν μία αποστολή συνοδείας αναγνωριστικού αεροσκάφους He 111. Φθάνοντας στην περιοχή όπου είχε καθοριστεί η συνάντηση με το αναγνωριστικό ο Ραλ διέκρινε αριθμό γαλλικών καταδιωκτικών τα οποία επιχειρούσαν να προσβάλουν το γερμανικό αεροσκάφος.

Τα Bf 109 ρίχτηκαν αμέσως πάνω στους αντιπάλους τους και κατά την αερομαχία που ακολούθησε ο Ραλ κατέρριψε το πρώτο του αντίπαλο μαχητικό, ένα Curtiss P-36 Hawk αμερικανικής κατασκευής, το οποίο συνετρίβη στο έδαφος κοντά στην πόλη Μετς. H Γαλλική Αεροπορία είχε παραγγείλει το 1938 τουλάχιστον 1.000 καταδιωκτικά αυτού του τύπου από τις ΗΠΑ αλλά είχε προλάβει να παραλάβει λιγότερα από 300 πριν από την έναρξη της γερμανικής επίθεσης.

Μετά την πτώση της Γαλλίας η Luftwaffe ενεπλάκη στη μακρά, δαπανηρή και άκαρπη Μάχη της Αγγλίας, προσπαθώντας να καταβάλει τη RAF και να εξασφαλίσει την κυριαρχία στους αιθέρες ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εκδήλωση της επιχείρησης «Θαλάσσιος Λέων», την απόβαση στα βρετανικά νησιά. Η Μοίρα του Ραλ μεταστάθμευσε προσωρινά σε μία βάση δυτικά του Αμβούργου, κοντά στην παλιά ολλανδική μεθόριο, όπου οι χειριστές είδαν με έκπληξη να τους διανέμονται σωσίβια και ελαστικές λέμβοι και να υφίστανται εκπαίδευση στην εγκατάλειψη του αεροσκάφους και στην επιβίωση στη θάλασσα.

Οι Γερμανοί πιλότοι αντιλήφθηκαν ότι είχε φθάσει η ώρα να αναμετρηθούν με την περίφημη RAF και με τα πολύ καλά καταδιωκτικά Hurricane και Spitfire που διέθετε. Ιδιαίτερα για τα τελευταία οι χειριστές της Luftwaffe έτρεφαν έναν ειλικρινή σεβασμό. Ο Ραλ διηγείται: «Οι ελλειπτικές πτέρυγες του Spitfire τούς προσέδιδαν φανταστικά χαρακτηριστικά και μεγάλη άντωση. Δεν μπορούσαμε να τα πιάσουμε όταν ανέβαιναν κατακόρυφα. Από την άλλη πλευρά όμως αντιμετώπιζαν συχνά προβλήματα διακοπής τροφοδοσίας του κινητήρα όταν πραγματοποιούσαν ανάστροφες βουτιές. Παρέμεναν ωστόσο πάντα πολύ αξιοσέβαστοι αντίπαλοι».

Εξορμώντας από μία προωθημένη βάση στο Αράς της βόρειας Γαλλίας ο Ραλ συμμετείχε με ενθουσιασμό σε εκείνες τις αποστολές πάνω από τη Βρετανία, οι οποίες αποδείχθηκαν πολύ πιο επικίνδυνες από όσο φοβούνταν οι πιλότοι της Luftwaffe. Η RAF διέθετε άριστα εκπαιδευμένα πληρώματα και είχε αρχίσει να εντάσσει στο οπλοστάσιό της σε μεγάλους αριθμούς και τα νέα καταδιωκτικά Spitfire, τα οποία μπορούσαν να αναμετρηθούν άνετα με τα Bf 109.

Η JG52 υπέστη σοβαρές απώλειες εξαιτίας των παράλογων διαταγών που απαιτούσαν από τα γερμανικά καταδιωκτικά να παραμένουν κοντά στα βομβαρδιστικά καθώς τα τελευταία πετούσαν προς τον στόχο τους, γεγονός το οποίο τα εξέθετε σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις του εχθρού από μεγάλο ύψος και με μεγαλύτερη ταχύτητα. Ο Ραλ πετούσε συχνά αλλά δεν κατάφερε να σημειώσει νίκη.

Η φθορά της Luftwaffe σε προσωπικό πάντως συνετέλεσε αποφασιστικά στην ταχεία ανέλιξή του, αφού προήχθη σε υποσμηναγό και ανέλαβε καθήκοντα διοικητή Μοίρας (της 8./III./JG52) σε ηλικία μόλις 22 ετών, όταν σκοτώθηκε ο προηγούμενος μοίραρχος. «Μέσα σε μία και μόνη εβδομάδα και σε διάστημα τριών αποστολών η Σμηναρχία μας έχασε τον διοικητή της, τον υποδιοικητή της, τον διοικητή της Μοίρας μας και αρκετούς άλλους αξιόλογους χειριστές», αναφέρει ο Ραλ στα απομνημονεύματά του.

Την εποχή εκείνη η JG52 παρουσίασε μάλλον φτωχά αποτελέσματα κατά τη μάχη και υστερούσε σημαντικά σε αναλογία επιτυχιών σε σύγκριση με άλλες πτέρυγες. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα παράδοξο αν αναλογιστούμε ότι είχε ήδη στις τάξεις της μερικούς πιλότους που θα γίνονταν αργότερα διάσημα αστέρια της Luftwaffe, όπως ο Γκέρχαρντ Μπάρκχορν και ο Günther Rall.

Η δράση του στα Βαλκάνια και στην Ρωσία

Τον Οκτώβριο του 1940 η JG52 αποσύρθηκε από το μέτωπο της Μάγχης. Ακολούθησε μία περίοδος ηρεμίας και ανασυγκρότησης, με τον σχηματισμό να μεταφέρεται αρχικά στην Αυστρία και κατόπιν στη Ρουμανία. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την απορία των πιλότων, που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν γιατί μία τόσο αξιόμαχη πτέρυγα δίωξης μετετίθετο μακριά από τη φωτιά της μάχης. Δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα μακρόπνοα σχέδια του Χίτλερ για την εισβολή στην ΕΣΣΔ το επόμενο έτος, ούτε τους πιο βραχυπρόθεσμους σκοπούς του στους οποίους περιλαμβανόταν και η δυναμική επέμβαση στα Βαλκάνια.

Την άνοιξη του 1941 η JG52 βρέθηκε πλήρως απασχολημένη με την παροχή αεροπορικής κάλυψης κατά την επίθεση των γερμανικών στρατευμάτων στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα. Επίσης συμμετείχε δυναμικά στη μάχη της Κρήτης, όπου πέτυχε να κυριαρχήσει απόλυτα στον εναέριο χώρο της νήσου και παράλληλα καταπόνησε τα συμμαχικά στρατεύματα με συνεχείς πολυβολισμούς. Η ΙΙΙ Σμηναρχία επιχειρούσε από ένα πρόχειρο αεροδρόμιο στους Μολάους της Λακωνίας.

Όταν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και τα ορεινά στρατεύματα πέτυχαν να εξασφαλίσουν το αεροδρόμιο του Μάλεμε στην Κρήτη, έστειλε ορισμένα αεροσκάφη της εκεί ώστε να μπορεί να παρέχει πιο άμεση υποστήριξη. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1941 ο Günther Rall δεν πέτυχε να προσθέσει κάποια κατάρριψη στο ενεργητικό του αλλά πιστώθηκε με πέντε τουλάχιστον εχθρικά αεροσκάφη τα οποία κατέστρεψε στο έδαφος.

Η έναρξη της γιγαντιαίας επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα», τον Ιούνιο του 1941, βρήκε τον Günther Rall να πετά σε αμυντικές αποστολές προστασίας των ρουμανικών πετρελαιοπηγών του Πλοέστι, επιχειρώντας από μία αεροπορική βάση στην περιοχή της Κωνστάντζας. Η III./JG52 είχε στο μεταξύ αλλάξει τα Bf 109E με την έκδοση -F, που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη.

Οι κυριότερες διαφορές των «Friedrich» σε σχέση με τα «Emil» ήταν το επανασχεδιασμένο κάλυμμα του κινητήρα, η απουσία αντηρίδων στήριξης των πηδαλίων ύψους-βάθους και τα στρογγυλεμένα ακροπτερύγια, που παρείχαν καλύτερη αεροδυναμική συμπεριφορά. Τα καθήκοντα φρούρησης των πετρελαιοπηγών, αν και υπολείπονταν αρκετά σε δόξα και δράση έναντι εκείνων που είχαν αναλάβει οι υπόλοιπες μονάδες της Luftwaffe, απέφεραν σημαντικές επιτυχίες στην III./JG52.

Ο Günther Rall περιέγραψε αργότερα μία από τις πρώτες εμπλοκές του με σχηματισμό σοβιετικών βομβαρδιστικών DB-3: «Οταν είδαν ότι ανεβαίναμε για να τα αντιμετωπίσουμε στράφηκαν προς τα ανατολικά και μερικά άδειασαν βεβιασμένα τις βόμβες τους. Ηταν βαμμένα με ασημί και λευκό χρώμα και τα καταδιώξαμε σκληρά. Επιτεθήκαμε από πίσω και χαμηλότερα και καταρρίψαμε αρκετά από αυτά. Σκόπευσα τον δεξιό κινητήρα ενός βομβαρδιστικού και τον είδα να πυρπολείται.

Το σοβιετικό αεροπλάνο έπεσε σε περιδίνηση. Συνεχίσαμε την επίθεσή μας μέχρις ότου εξαντλήθηκαν τα καύσιμά μας και έπρεπε να επιστρέψουμε στη βάση μας. Ηταν μάλλον εύκολη δουλειά αφού τα σοβιετικά αεροσκάφη δεν διέθεταν συνοδεία καταδιωκτικών».

Κατά τις επόμενες ημέρες η Μοίρα του Günther Rall πέτυχε να καταρρίψει 45-50 σοβιετικά βομβαρδιστικά, οδηγώντας σε άδοξο τέλος την προσπάθεια της Ερυθράς Αεροπορίας να αντεπιτεθεί προσβάλλοντας στρατηγικούς στόχους του Ράιχ. Εκφράζοντας τα αισθήματα ευγνωμοσύνης της Ρουμανίας ο στρατάρχης Αντονέσκου τίμησε συνολικά την III./JG52 για την προσφορά της με το παράσημο της Αξίας.

Στη συνέχεια η Σμηναρχία επέστρεψε στον κύριο κορμό της JG52 και έκτοτε συμμετείχε στα επιθετικά άλματα της Wehrmacht στο εσωτερικό της Ρωσίας αλλάζοντας βάση 44 φορές και διεξάγοντας επιχειρήσεις στον νότιο τομέα του Ανατολικού Μετώπου, όπου και θα παρέμενε κατά τα επόμενα τέσσερα χρόνια γράφοντας ανεπανάληπτες σελίδες δόξας.

Πρώτη της βάση ήταν η Μπέλαγια Τσέρκοφ, όπου έφθασε στις 16 Αυγούστου 1941, και ακολούθησε τον επόμενο μήνα η Σκαλέβαγια, από όπου τα Bf 109F με τη μικρή σχετικά ακτίνα δράσης μπορούσαν να παρέχουν κάλυψη στα Stuka τα οποία εφορμούσαν κατά των Σοβιετικών στον τεράστιο θύλακα του Κιέβου. Ο Günther Rall και οι σύντροφοί του πραγματοποίησαν δεκάδες αποστολές εκείνο το φθινόπωρο του 1941 συμμετέχοντας επίσης ενεργά στις μάχες της Κριμαίας και του Ροστόβ.

Κατά τους πρώτους μήνες της γερμανικής εισβολής στην ΕΣΣΔ όλα φαίνονταν να πηγαίνουν θαυμάσια για τη Luftwaffe. Η Ερυθρά Αεροπορία ήταν πολύ κατώτερη του αντιπάλου της τόσο από τεχνολογική όσο και από τακτική άποψη και τα αεροσκάφη με τα οποία επιχειρούσε ήταν στην πλειοψηφία τους απαρχαιωμένοι τύποι που είχαν πολεμήσει κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο, όπως τα μικρά Ι- 16 (τα αποκαλούμενα Rata) και τα διπλάνα I-153, τα οποία δεν μπορούσαν να συγκριθούν σε επιδόσεις με τα ταχύτατα Bf 109.

Ο Günther Rall ανακάλυψε με έκπληξη πως το επίπεδο εκπαίδευσης των Σοβιετικών πιλότων ήταν αρκετά κάτω του μετρίου και συχνά οι Γερμανοί χειριστές εκμεταλλεύονταν αυτή την αδυναμία για να προκαλέσουν σφαγή στους αντιπάλους τους: «Τις πρώτες ημέρες οι Σοβιετικοί δεν είχαν καν τακτικές. Έρχονταν ασυντόνιστοι, σκορπισμένοι προς κάθε κατεύθυνση, συνήθως σε κύκλους, χωρίς να τηρούν πειθαρχημένους σχηματισμούς. Εστρεφαν μεμονωμένα αναζητώντας στόχους και συχνά κατέληγαν ακριβώς μπροστά στο ρύγχος μας. Στις αρχές μπορούσαμε τους καταρρίπτουμε με αρκετή ευκολία».

Οι κυριότεροι κίνδυνοι τους οποίους αντιμετώπιζαν το 1941 οι Γερμανοί πιλότοι δεν προέρχονταν τόσο από τα σοβιετικά αεροσκάφη, όσο από τις συχνές μετακινήσεις που έπρεπε να υφίστανται οι βάσεις τους για να ακολουθούν την προέλαση των στρατευμάτων προς τη Μόσχα. Τα αεροδρόμια δεν ήταν παρά πρόχειροι διάδρομοι χωρίς ικανοποιητικές εγκαταστάσεις, όπου ιπτάμενοι και υπόλογοι εδάφους έπρεπε να ζουν και να εργάζονται μέσα στο κρύο και στη λάσπη και να αναπαύονται κάτω από σκηνές. Στους πιλότους διανέμονταν χάρτες όπου ήταν σημειωμένες οι περιοχές δράσης των παρτιζάνων, ώστε να φροντίζουν να πετούν σε μεγάλο ύψος όποτε τις διέσχιζαν.

Ο ρωσικός χειμώνας υπήρξε μία ιδιαίτερα δυσάρεστη εμπειρία και οι Γερμανοί έμαθαν να διατηρούν αναμμένες φωτιές κάτω από τους κινητήρες των αεροπλάνων τους ώστε να αποφεύγεται η πήξη των λιπαντικών και αυτά να μπορούν να απογειωθούν ανά πάσα στιγμή. Κατά περιόδους το χιόνι ήταν τόσο πυκνό ώστε κάθε επικοινωνία με τις κοντινές στρατιωτικές βάσεις διακοπτόταν και τα εφόδια μπορούσαν να καταφθάσουν στα αεροδρόμια της Luftwaffe μόνο μέσω πτήσεων μεταγωγικών Ju 52.

Ο σοβαρός τραυματισμός

Ακόμη και μέσα σε αυτό το αντίξοο περιβάλλον το άστρο του Günther Rall είχε αρχίσει να ανεβαίνει στα ύψη καθώς αποδεκάτιζε συστηματικά τα ξεπερασμένα αεροπλάνα που έριχνε απεγνωσμένα στη μάχη η Ερυθρά Αεροπορία. Μέχρι το τέλος του φθινοπώρου του 1941 είχε καταφέρει να προσθέσει στο ενεργητικό του την κατάρριψη αρκετών I-16, Ι-26, Ι-61 και R-10, δύο Il-2 Sturmovik και δύο MiG-3, όταν μία ατυχία ανέκοψε προσωρινά την πορεία του προς την κορυφή.

Στις 28 Νοεμβρίου 1941 και ενώ είχε μόλις σημειώσει την 36η νίκη του βόρεια του Ροστόβ, ο Γερμανός άσσος δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να παρακολουθήσει την πορεία του τελευταίου θύματός του (ενός Ι-16) προς τη συντριβή, γεγονός το οποίο αποδείχθηκε ολέθριο σφάλμα αφού απορρόφησε την προσοχή του επί αρκετά κρίσιμα δευτερόλεπτα και έδωσε σε έναν άλλον Σοβιετικό πιλότο την ευκαιρία να βρεθεί στην ουρά του και να τον καταρρίψει.

Προσπαθώντας να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση μέσα στο σκοτάδι ο Günther Rall προσέκρουσε με ορμή στο έδαφος και έσπασε τη σπονδυλική του στήλη σε τρία σημεία, στον όγδοο και στον ένατο θωρακικό σπόνδυλο και στον πέμπτο οσφυϊκό σπόνδυλο, από όπου εκφύονται ορισμένα νεύρα που επηρεάζουν την κινητικότητα των κάτω άκρων. Μέσα στις χαοτικές συνθήκες του Ανατολικού

Μετώπου και λόγω των ανεπαρκών συγκοινωνιών ο Günther Rall αναγκάστηκε να περάσει την πρώτη εβδομάδα μετά τον τραυματισμό του σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο εκστρατείας και τις επόμενες δύο ταξιδεύοντας με τέσσερα διαφορετικά τραίνα προς τα μετόπισθεν. Οταν έφθασε σε ένα ειδικευμένο νοσοκομείο της Βιέννης τα σοβαρά τραύματά του ήταν ήδη τριών εβδομάδων και ο κίνδυνος μόνιμης αναπηρίας ιδιαίτερα μεγάλος.

Ο σοβαρότατος τραυματισμός κράτησε τον Günther Rall μακριά από τα πεδία μαχών και τις πτήσεις επί οκτώ μήνες και του στέρησε την ευκαιρία να γίνει ο πρώτος χειριστής της III./JG52 που θα έφθανε τις 40 καταρρίψεις και θα κέρδιζε τον πολυπόθητο Σταυρό των Ιπποτών (ένα κατόρθωμα το οποίο επιτεύχθηκε τελικά από τον Γκέρχαρντ Κόπεν της 7./III/JG52 στις 18 Δεκεμβρίου 1941).

Η αποφασιστικότητα του νεαρού πιλότου ήταν τόσο μεγάλη ώστε εκείνος δεν πτοήθηκε από τις δυσοίωνες προβλέψεις των γιατρών και από την κακή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο οργανισμός του. Αγωνιζόμενος σκληρά επί καθημερινής βάσης κατάφερε σταδιακά να επανακτήσει τον έλεγχο των άκρων του και αργότερα να σηκωθεί και να περπατήσει, προκαλώντας την έκπληξη και τον θαυμασμό του ιατρικού προσωπικού που παρακολουθούσε αποσβολωμένο μια ακόμη επίδειξη της ανθρώπινης θέλησης. Αρνούμενος να αποδεχθεί τις απόψεις των γιατρών ότι δεν θα μπορούσε να πετάξει ποτέ πάλι, ο Günther Rall βάλθηκε να τους διαψεύσει.

Στις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλε για να επανακτήσει τον έλεγχο των κάτω άκρων του είχε ως θερμό συμπαραστάτη και μία όμορφη Αυστριακή γιατρό οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του, τη Χέρτα Σον, με την οποία αναπτύχθηκε ένα αμοιβαίο αίσθημα συντροφικότητας.

Οι υπεύθυνοι της Luftwaffe δέχθηκαν, αν και με κάποια δυσπιστία, να του επιτρέψουν να πετάξει με ένα αεροσκάφος για να διαπιστώσουν αν μπορούσε να θεωρηθεί ετοιμοπόλεμος. Εκείνος εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να τους δείξει τη θεαματική βελτίωση της υγείας του. Αφού κανόνισε να του διατεθεί ένα διπλάνο Bücker Jungmeister μέσω του γνωστού του διοικητή μίας στρατιωτικής σχολής ιπταμένων της Βιέννης, βαρώνου Αλεξάντερ φον Βίντερφελντ, ο Günther Rall εξέπληξε τους πάντες εκτελώντας ένα πλήρες πρόγραμμα αναρριχήσεων, βυθίσεων, περιστροφών, loop και split-S. Η τρομερή δύναμη της θέλησης είχε υπερνικήσει κάθε εμπόδιο. Ανατρέποντας όλες τις προβλέψεις ο αδάμαστος νεαρός άσσος ήταν έτοιμος να επιστρέψει στο μέτωπο.

Η περίοδος της απογείωσης

Τον Αύγουστο του 1942 ο Günther Rall βρέθηκε πάλι σε ένα τραίνο που οδηγούσε στα βάθη της Ρωσίας, με προορισμό την παλιά μονάδα του η οποία επιχειρούσε εκείνη την εποχή κοντά στο Ροστόβ. Αν και εξωτερικά φρόντιζε να δείχνει ακλόνητη αυτοπεποίθηση, ο Günther Rall εξακολουθούσε να διατηρεί ενδόμυχα τις ανησυχίες του σχετικά με το αν θα κατόρθωνε να αντεπεξέλθει στις φοβερές απαιτήσεις της αερομαχίας και να υποβάλει τον εαυτό του στις καταπονήσεις των επιταχύνσεων. Ήταν όμως επίσης αποφασισμένος να προλάβει τους συναδέλφους του στο «σκορ» των καταρρίψεων.

Η στιγμή της επανεισόδου του στο κόκπιτ του Bf 109 υπήρξε ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά. Ο Günther Rall διεπίστωσε με ικανοποίηση πως ακόμη και μετά από τόσους μήνες η αίσθηση υπεροχής που τον διακατείχε ήταν εκπληκτική και πως μπορούσε να εντοπίσει κάθε όργανο και διακόπτη του πιλοτηρίου ακόμη και με κλειστά μάτια. Η οσμή του καυσίμου με το οποίο γέμιζαν οι τεχνικοί τη δεξαμενή του καταδιωκτικού, η αίσθηση των ψυχρών γωνιών του στενού αλουμινένιου κόκπιτ, η χαρακτηριστική θέα μέσα από το πάχους 90 mm θωρακισμένο αλεξινέμιο, δημιουργούσαν για τον Günther Rall μία ιδιαίτερα οικεία ατμόσφαιρα.

Η μόνη διαφορά ήταν πως λόγω της βεβαρημένης κατάστασης της μέσης του ο Γερμανός άσσος έπρεπε να τοποθετεί ένα μαξιλάρι στη ράχη του καθίσματός του, κάτι που τον έφερνε πιο μπροστά και εγγύτερα στον πίνακα οργάνων. Η παράξενη θέση του Günther Rall μέσα στο κόκπιτ του Bf 109 έγινε πολύ γρήγορα το χαρακτηριστικό του και οι συνάδελφοί του μπορούσαν να τον αναγνωρίζουν από αρκετή απόσταση στον αέρα από αυτό και μόνο το στοιχείο!

Τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει ο σοβαρός τραυματισμός δεν επρόκειτο να σταθούν εμπόδιο στη φιλοδοξία του Günther Rall. Από όλους τους άσσους («experten») που ανέδειξε κατά εκατοντάδες η Luftwaffe κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Günther Rall θεωρείτο ως ο καλύτερος σκοπευτής, αφού ήταν σε θέση να επιτυγχάνει πλήγματα επί ελισσόμενων στόχων από μεγάλες αποστάσεις (αν και προτιμούσε πάντα να πλησιάζει τα θύματά του) και από αποκλίνουσες γωνίες.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούσε πάντα στους συναδέλφους του η έμφυτη ικανότητά του στις βολές με μεγάλη απόκλιση, κατά τις οποίες υπολόγιζε ενστικτωδώς σε κλάσματα δευτερολέπτου την ταχύτητα και την πορεία του στόχου και κατόρθωνε να στείλει τον χείμαρρο των βλημάτων του ακριβώς στη θέση όπου θα βρισκόταν το εχθρικό μαχητικό κατά τα επόμενα δευτερόλεπτα, έτσι ώστε να δεχθεί τον μέγιστο δυνατό αριθμό πληγμάτων.

Το σπάνιο ταλέντο του στον υπολογισμό των αποκλίσεων απέδωσε γρήγορα καρπούς. Πριν συμπληρώσει μία εβδομάδα από την επάνοδό του στη βάση ο Günther Rall κατόρθωσε να καταρρίψει στις 2 Αυγούστου 1942 ένα Ι-153 και ένα MiG-1. Την επομένη ένα ακόμη MiG-1 έπεσε θύμα των πυροβόλων του και στις 6 του μήνα ακολούθησαν δύο βαριά θωρακισμένα Il-2 και δύο LaGG-3. Κατά τις επόμενες ημέρες η αλυσίδα των επιτυχιών του συνεχίστηκε με περισσότερα LaGG και δύο Boston.

Στις 15 Αυγούστου κτύπησε ένα Polikarpov I-16 ανεβάζοντας τον δείκτη του «σκορ» του στις 50 νίκες και συνέχισε ακάθεκτος καταρρίπτοντας μερικά ακόμη LaGG. Ο Günther Rall επρόκειτο να δείξει έκτοτε μία ιδιαίτερη «προτίμηση» στα μαχητικά του γραφείου Lavochkin (LaGG-3 ως και La-7), από τα οποία κατέρριψε συνολικά 183. Τα LaGG-3 ήταν κατασκευασμένα κυρίως από ξύλο και είχαν αρχίσει να εντάσσονται σε υπηρεσία με την Ερυθρά Αεροπορία τον Μάρτιο του 1940 αλλά, όπως συνέβη και με τα MiG, παρουσίαζαν αρκετές αδυναμίες στον χειρισμό και στις επιδόσεις έως ότου βελτιώθηκαν το 1942 με την αύξηση της ισχύος του κινητήρα τους από τους 1.210 hp στους 1.850 hp.

Μετέπειτα από την απίστευτα επιτυχημένη και θυελλώδη επάνοδό του στην ενεργό δράση ο Günther Rall τιμήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1942 με τον Σταυρό των Ιπποτών, όταν το «σκορ» του βρισκόταν στις 65 νίκες. Κατά τη διάρκεια του επόμενου μήνα οι επιτυχίες συνέχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη και γρήγορα ξεπέρασαν το φράγμα των 100 καταρρίψεων με μία τριπλή κατάρριψη αεροσκαφών LaGG-3 μέσα σε πέντε μόλις λεπτά στις 22 Οκτωβρίου, αποφέροντάς του τη διεμβολή των Φύλλων Δρυός τέσσερις ημέρες αργότερα.

Ο Günther Rall ήταν ο 134ος κατά σειρά στρατιωτικός του Ράιχ που κέρδιζε αυτή την υψηλή τιμητική διάκριση για ανδρεία και, όπως ίσχυε παραδοσιακά, η απονομή της γινόταν από τον Χίτλερ αυτοπροσώπως. Ετσι μαζί με άλλους άσσους έλαβε την άγουσα για τη «Φωλιά του Λύκου», το αρχηγείο του φύρερ στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας, όπου έγινε η τελετή στις 2 Νοεμβρίου 1942. Ο ηγέτης του Ράιχ ήταν σοβαρός, συγκρατημένος αλλά φανερά αισιόδοξος και όταν η τελετή απονομής ολοκληρώθηκε δεξιώθηκε τους προσκεκλημένους του κοντά στο τζάκι.

Εκεί τους απηύθυνε σύντομες ερωτήσεις και έπειτα τους υπέβαλε σε έναν μακροσκελή μονόλογο. Ο Günther Rall ομολόγησε αργότερα ότι ένιωσε δέος μπροστά στο διαπεραστικό βλέμμα του Χίτλερ και μίλησε για την έκπληξη που δοκίμασε όταν στην ερώτησή του σχετικά με το πόσο θα διαρκούσε ακόμη ο πόλεμος ο φύρερ τού απάντησε: «Δεν γνωρίζω». Η ομολογία αυτή προκάλεσε την πρώτη ρωγμή στην πεποίθηση που είχε μέχρι τότε ο Günther Rall πως ο πόλεμος έβαινε επιτυχώς για τη Γερμανία. Εκμεταλλεύθηκε ωστόσο την περίσταση για να νυμφευθεί την αγαπημένη του Χέρτα στη Βιέννη στις 11 Νοεμβρίου 1942.

Ο χειμώνας του 1942-43 σήμανε τη δεύτερη καμπή του πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο, με την πανωλεθρία των Γερμανών στο Στάλινγκραντ. Στο μεταξύ η Ερυθρά Αεροπορία άρχισε να ενισχύεται σημαντικά με αεροσκάφη βρετανικής και αμερικανικής κατασκευής όπως ήταν τα Spitfire, τα P-39 Airacobra, τα A-20 Havoc και τα B-25 Mitchell. Η III./JG52 επιχειρούσε εκείνη την περίοδο από βάσεις στη χερσόνησο Ταμάν, κοντά στο προγεφύρωμα του Κουμπάν, όπου και διαπιστώθηκε η κατακόρυφη άνοδος της ποιότητας του αντιπάλου.

«Μεγάλο ποσοστό από τα αεροσκάφη που πετούσαν οι Σοβιετικοί ήταν βρετανικοί και αμερικανικοί τύποι και επιπλέον η Ερυθρά Αεροπορία είχε αλλάξει τις τακτικές της», αναφέρει ο Günther Rall».

«Επρόκειτο για μια πολύ πιο αποτελεσματική, πραγματικά θαυμάσια αεροπορική δύναμη η οποία μας προκαλούσε όσο ποτέ πριν». Από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1943 ο Günther Rall διέθετε νέο παραστάτη, τον υποσμηναγό Φρήντριχ Ομπλέζερ, που έφθασε στο μέτωπο κυριευμένος από δέος για τους παλαιούς βετεράνους αλλά εξελίχθηκε αργότερα και ο ίδιος σε κορυφαίο άσσο με 127 καταρρίψεις.

«Ένιωθα πάντα μεγαλύτερη ασφάλεια όταν πετούσα ως Νο 2 του Günther Rall παρά με οποιονδήποτε άλλο πιλότο», έλεγε αργότερα ο Ομπλέζερ».

«Ήταν βέβαια δύσκολη υπόθεση να παρακολουθήσεις τον Günther Rall στον αέρα καθώς άλλαζε συνεχώς κατευθύνσεις καταδιώκοντας αντιπάλους ακόμη και βαθιά πίσω από το εχθρικό μέτωπο, αλλά ήταν θαυμάσιος δάσκαλος και κοντά του πέτυχα να σημειώσω 16 καταρρίψεις μέσα σε δύο μήνες».

Καθώς η 6η Στρατιά του Πάουλους έπνεε τα λοίσθια παγιδευμένη στον θύλακα του Στάλινγκραντ, η JG52 επανεξοπλιζόταν με τα νέα Bf 109G (αποκαλούμενα «Gustav»), τα οποία διέθεταν ισχυρότερο κινητήρα από εκείνον της έκδοσης -F. Από τον Απρίλιο του 1943 μέχρι τον Μάρτιο του 1944 ο Günther Rall υπηρέτησε ως διοικητής της III./JG52 με τον βαθμό του επισμηναγού και εκείνο το διάστημα κέρδισε ακόμη υψηλότερες διακρίσεις. Σε αυτό τον βοήθησε η γενικότερη ρευστή κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στο Ανατολικό Μέτωπο.

Οι δύο αντίπαλοι, εξαντλημένοι από την εαρινή αναμέτρησή τους στην ανατολική Ουκρανία το 1943, προέβησαν σε μία ολιγόμηνη επιχειρησιακή παύση προκειμένου να προετοιμαστούν για τη θερινή εκστρατεία που θα ακολουθούσε. Οι αερομαχίες όμως συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση όλο αυτό το διάστημα και στις 20 Απριλίου ο Günther Rall πέτυχε την υπ’ αριθμόν 5.000 κατάρριψη της JG52 (11 εβδομάδες αργότερα το «σκορ» θα υπερέβαινε τις 6.000 καταρρίψεις!).

Στις 5 Μαϊου, πετώντας με το Bf 109G, κατέρριψε το πρώτο του Spitfire πάνω από τον Καύκασο. Ομως, καθώς συμπλήρωνε τη συνηθισμένη λεπτομερή αναφορά του μετά την προσγείωση, δέχθηκε την υπόδειξη των ανωτέρων του ότι το γεγονός θα έπρεπε να τηρηθεί μυστικό. «Η εμφάνιση των Spitfire στο Ανατολικό Μέτωπο έπρεπε να αποσιωπηθεί, διότι αν γινόταν γνωστή θα προκαλούσε νευρικότητα στους χειριστές μας», αναφέρει ο ίδιος. Ηταν όμως μάταιος κόπος, αφού την επομένη η Ερυθρά Αεροπορία έριξε το βρετανικό καταδιωκτικό και πάλι στη μάχη σε μεγαλύτερους αριθμούς.

Οι κακουχίες του χειμώνα είχαν άσχημη επίδραση στην ανάρρωση του Günther Rall και το δεξί του πόδι έδειχνε ανησυχητικά σημάδια παράλυσης στο τέλος της άνοιξης του 1943. Οι γιατροί της Luftwaffe τον υποχρέωσαν σε άδεια τεσσάρων εβδομάδων προκειμένου να ακολουθήσει μία ειδική θεραπεία με ηλεκτροσόκ στη Βιέννη. Η σύντομη αυτή ανάπαυλα υπήρξε ιδιαίτερα ευεργετική για το ηθικό του, αφού μπόρεσε να δει πάλι την οικογένειά του και την αγαπημένη του Χέρτα. Στα τέλη Ιουνίου ανακλήθηκε επειγόντως στο μέτωπο, ενόψει της μεγάλης θερινής επίθεσης που προετοίμαζε η Wehrmacht στην ανατολική Ουκρανία.

Πάνω από 200 καταρρίψεις αεροπλάνων

Οι Γερμανοί ήταν εκείνοι που επιτέθηκαν τελικά πρώτοι στις 5 Ιουλίου 1943, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις τους εκατέρωθεν του θύλακα του Κούρσκ όπου υπολόγιζαν να εκμηδενίσουν μεγάλο όγκο σοβιετικών στρατευμάτων. Οι προθέσεις τους όμως ήταν γνωστές στη σοβιετική πλευρά κι έτσι πριν ακόμη αρχίσει η επιχείρηση «Zitadelle» η Ερυθρά Αεροπορία προσπάθησε να καταφέρει μαζικό προληπτικό πλήγμα εναντίον της Luftwaffe. Η αεροπορική μάχη η οποία ακολούθησε ήταν γιγαντιαίων διαστάσεων.

Οι Γερμανοί ενέπλεξαν οκτώ σμηναρχίες δίωξης: τις II./JG3, III./JG3, I./JG51, III./JG51, IV./JG51, I./JG52, III./JG52 και III./JG54. Πετώντας με το Bf 109G οι πιλότοι τους κέρδισαν συντριπτικά τις αερομαχίες καταρρίπτοντας 432 σοβιετικά αεροσκάφη και χάνοντας μόνο 26 δικά τους.

Η μάχη του Κούρσκ, ωστόσο, αποδείχθηκε τραγικά ατυχής για τον Γερμανικό Στρατό και εξουθένωσε τις ανασυγκροτημένες με κόπο μεραρχίες πάντσερ παραδίδοντας οριστικά την πρωτοβουλία κινήσεων στους Σοβιετικούς. Στο μεταξύ οι αεροπορικές επιδρομές που υφίστατο η Γερμανία από τα συμμαχικά αεροπλάνα ολοένα πολλαπλασιάζονταν, υποχρεώνοντας τη διοίκηση της Luftwaffe να αποσύρει τη μία μονάδα μετά την άλλη από το Ανατολικό Μέτωπο για να βοηθήσει στην αεράμυνα του Ράιχ.

Έτσι από τον Αύγουστο του 1943 η μόνη πτέρυγα δίωξης εξοπλισμένη με Bf 109 που παρέμεινε στη Ρωσία ήταν η JG52 και οι άσσοι της είχαν λαμπρό πεδίο δράσης μπροστά τους. Ο Günther Rall παραδεχόταν: «Υπό τις επικρατούσες συνθήκες δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να πετύχουμε υψηλά «σκορ» αφού εκτελούσαμε πέντε, έξι ή επτά εξόδους ημερησίως. Ήμαστε γεμάτοι με αδρεναλίνη». Η ημέρα κάθε χειριστή της δίωξης άρχιζε νωρίς το πρωί. Προσγειωνόταν όταν εξαντλούντο τα καύσιμά του, ανεφοδιαζόταν γρήγορα και απογειωνόταν και πάλι για νέα αποστολή. Το πρόγραμμα πτήσεων ήταν εξουθενωτικό και η έλευση της νύκτας έβρισκε τους πιλότους αποκαμωμένους.

Στα τέλη του καλοκαιριού ο Günther Rall είχε μία πρόσθετη έννοια. Πλησιάζοντας τον «μαγικό» αριθμό των 200 καταρρίψεων είδε πως ένας πολεμικός ανταποκριτής είχε γίνει σκιά του προσπαθώντας να απαθανατίσει το γεγονός και να το μεταδώσει εγκαίρως. Η δημοσιότητα ήταν κάτι που τον έκανε να αισθάνεται νευρικότητα και η αίσθηση ότι βρισκόταν συνεχώς κάτω από το μικροσκόπιο της επίσημης προπαγάνδας τον φόρτιζε αρκετά.

Τελικά στις 29 Αυγούστου 1943 ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Γκαίμπελς είχε την ευκαιρία που περίμενε όταν ο Günther Rall πέτυχε τη 200ή νίκη του (ένα LaGG-3 στις 08.22), για την οποία τού απονεμήθηκαν στις 12 Σεπτεμβρίου τα Ξίφη στον Σταυρό των Ιπποτών. Ηταν ο τρίτος χειριστής της Luftwaffe που έφθανε το σημαντικό ορόσημο των 200 καταρρίψεων μετά τον Χέρμαν Γκραφ και τον Βάλτερ Νοβότνυ.

Η απονομή του παρασήμου έγινε με τη δέουσα επισημότητα από τον Χίτλερ και πάλι στο Ράστενμπουργκ. Ο φύρερ διατηρούσε τον μαγνητισμό του αλλά έδειχνε αυτή τη φορά πολύ κουρασμένος. Τόσο ο Günther Rall όσο και οι υπόλοιποι αξιωματικοί που παρασημοφορήθηκαν κατά την ίδια τελετή είχαν την αίσθηση ότι είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο της κατάστασης και οι γνώσεις του για τις εξελίξεις στο μέτωπο και τα προβλήματα των μονάδων ήταν σαφώς λιγότερες εκείνων που είχε επιδείξει έναν χρόνο νωρίτερα. Συναντώντας λίγο αργότερα τη σύζυγό του ο Günther Rall της είπε απλά «Ο πόλεμος τελείωσε», προδίδοντας την απογοήτευση της Wehrmacht για την τροπή των πραγμάτων.

Οι σύντομες απουσίες του Günther Rall από το μέτωπο αλλά και οι δυσάρεστες διαπιστώσεις του από τη σύντομη επαφή του με την ηγεσία του Ράιχ δεν μείωσαν ούτε κατ’ ελάχιστον την τρομερή ικανότητά του στις αερομαχίες. Η δράση του συνέχισε να είναι καταιγιστική μετά την επιστροφή του στα τέλη Οκτωβρίου και η 250ή νίκη δεν άργησε να εγγραφεί στο ενεργητικό του. Συνέβη στις 08.27 της 28ης Νοεμβρίου 1943 μερικά χιλιόμετρα νότια του Ζαπορόζε, κοντά στον ποταμό Δνείπερο, όπου κατέρριψε άλλο ένα LaGG-3.

Ήταν ο δεύτερος Γερμανός πιλότος που πέρασε αυτό το όριο, έξι περίπου εβδομάδες μετά τον Νοβότνυ, ο οποίος για το ίδιο κατόρθωμα είχε τιμηθεί με τα Διαμάντια στον Σταυρό των Ιπποτών. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Günther Rall κατάφερε μόνο μέσα στον Οκτώβριο του 1943 να σημειώσει 40 καταρρίψεις, περισσότερες από όσες είχαν πολλοί άσσοι συνολικά σε ολόκληρο τον πόλεμο!

Οι επιτυχίες αυτές όμως δεν έρχονταν εύκολα, ούτε ανώδυνα. Συχνά ο Günther Rall βρέθηκε αντιμέτωπος με δεινούς άσσους της Ερυθράς Αεροπορίας οι οποίοι τον έφεραν σε δύσκολη θέση και τον κατέρριψαν οκτώ φορές! Παρά την εκπληκτική σκοπευτική δεινότητα του Günther Rall μία από τις καταρρίψεις του προήλθε από εναέρια σύγκρουση. Κατά τη διάρκεια περιπολίας πάνω από τη ρωσική στέπα το φθινόπωρο του 1943 ο Γερμανός άσσος διέκρινε έναν σχηματισμό άγνωστων αεροσκαφών να πλησιάζει και παρατήρησε πως έφεραν το χαρακτηριστικό σχήμα του αστεροειδούς κινητήρα στο ρύγχος τους.

Αβέβαιος για το αν επρόκειτο για εχθρικά αεροσκάφη ή για φίλια Fw 190 που επιχειρούσαν από γειτονική μονάδα, αποφάσισε να πλησιάσει περισσότερο ώστε να εξακριβώσει την ταυτότητά τους: «Δεν μπορούσα να διακρίνω το χρώμα ή τα εμβλήματα του άγνωστου αεροσκάφους παρά μόνο τη σιλουέτα του. Ετσι το κατεδίωξα με μεγάλη ταχύτητα, ανέβηκα απότομα και για μια στιγμή αντίκρισα αυτό το αεροσκάφος να διαγράφεται κόντρα στο έδαφος αντί για τον εκτυφλωτικό ήλιο.

Το κόκκινο άστρο στην άτρακτό του φάνηκε καθαρά. Δεν μπορούσα όμως να στρίψω και να απομακρυνθώ επειδή και αυτό θα έστριβε και θα μπορούσε να με καταρρίψει με άνεση. Εστριψα ακαριαία προς τα αριστερά πιέζοντας ταυτόχρονα τη σκανδάλη, όταν άκουσα έναν ανατριχιαστικό πάταγο! Είχαμε συγκρουστεί! Έπεσα πάνω στον Ρώσο από ψηλά και καθώς απέκοπτα τη μία πτέρυγά του με την έλικά μου η δική του έλικα διέλυσε τη δική μου άτρακτο.

Η ζημιά που υπέστη ο εχθρός ήταν αρκετά μεγαλύτερη αφού η έλικά μου έκοψε την πτέρυγά του σαν κορδέλα ξυλουργού». Θανάσιμα κτυπημένο το σοβιετικό μαχητικό La-5 κατακρημνίστηκε ενώ το Bf 109 κατάφερε να εκτελέσει αναγκαστική προσγείωση και ο χειριστής του βγήκε από αυτό σώος και αβλαβής.

Επιστροφή στη Δύση

Στις 18 Απριλίου 1944 και ενώ είχε φθάσει στις 273 νίκες ο Günther Rall αποχαιρέτησε το Ανατολικό Μέτωπο προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα διοικητή της II./JG11 στη Δύση. Αποστολή αυτής της Σμηναρχίας ήταν η αναχαίτιση των αμερικανικών βομβαρδιστικών που πετούσαν υπό το φως της ημέρας σε μεγάλο ύψος, σπέρνοντας τον όλεθρο στα αστικά και βιομηχανικά κέντρα της Γερμανίας. Η επιλογή της διοίκησης της Luftwaffe να ρίχνει στη μάχη κατά των Δυτικών Συμμάχων τα εμπειρότερα στελέχη της από το Ανατολικό Μέτωπο, αποδείχθηκε σε πολλές περιπτώσεις κάκιστη.

Οι συνθήκες μάχης και οι τακτικές που έπρεπε να εφαρμοστούν απέναντι στην πολύ ισχυρή και καλά εκπαιδευμένη USAAF ήταν αρκετά διαφορετικές από εκείνες τις οποίες είχε συνηθίσει να ακολουθεί ο Günther Rall εναντίον των Σοβιετικών: «Στην Ανατολή πραγματοποιούσαμε έναν τακτικό πόλεμο, στον οποίο τόσο εμείς όσο και οι αντίπαλοί μας επικεντρωνόμασταν στην παροχή εγγύς υποστήριξης στα χερσαία τμήματα.

Στη Δύση όμως διεξαγόταν ένας στρατηγικός πόλεμος. Πυκνά σύννεφα κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής δράσης κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας, σε αντίθεση με τους καθαρούς και ψυχρότερους ουρανούς του Ανατολικού Μετώπου. Όταν μάχεσαι πάνω από τα σύννεφα δεν μπορείς να διακρίνεις τοπογραφικά χαρακτηριστικά του εδάφους και συνεπώς δεν μπορείς να εκτιμήσεις με ακρίβεια πού ακριβώς βρίσκεσαι. Ενα άλλο σοβαρό πρόβλημα ήταν ο αριθμητικός συσχετισμός μεταξύ των καταδιωκτικών μας και των καταδιωκτικών συνοδείας των Αμερικανών. Η αναλογία αυτή ήταν ένα προς δέκα. Δεν είχαμε καμία ελπίδα».

Η II./JG11 είχε το αρχηγείο της στο Βούνσντορφ, δυτικά του Ανοβέρου. Ο Günther Rall δεν είχε προλάβει να συμπληρώσει έναν μήνα στη νέα του θέση όταν έλαβε διαταγή για απογείωση της Σμηναρχίας του στις 12 Μαϊου 1944. Ενας κολοσσιαίος σχηματισμός αμερικανικών βομβαρδιστικών πετούσε προς το εσωτερικό της Γερμανίας και αποστολή των Bf 109 ήταν να απασχολήσουν και να απομακρύνουν τα καταδιωκτικά που τον συνόδευαν, ώστε τα βαρύτερα οπλισμένα Fw 190 να πλήξουν τα «Ιπτάμενα Φρούρια».

Για κακή τύχη των Γερμανών, μεταξύ των καταδιωκτικών τα οποία συνόδευαν τα Β-17 υπήρχαν και τα P-47 Thunderbolt της περίφημης 56ης Σμηναρχίας Μαχητικών, την οποία διοικούσε ο συνταγματάρχης «Χαμπ» Ζέμκε. Ο Günther Rall συγκέντρωσε γρήγορα τη μονάδα του και έσπευσε προς αναχαίτιση του εχθρού, αλλά όταν αντίκρισε τον αμερικανικό σχηματισμό ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται: «Το μέγεθος της αεροπορικής αρμάδας ήταν απίστευτο. Κάλυπτε όλον τον χώρο από τα όρη Χαρτς της κεντρικής Γερμανίας μέχρι τη Στουτγάρδη, δηλαδή μια απόσταση 320 χιλιομέτρων.

Τα συμμαχικά αεροπλάνα έμοιαζαν να έχουν σχηματίσει μία τεράστια ομπρέλα για να κρύψουν τον ήλιο από το Ράιχ. Είμαι σίγουρος πως το έδαφος θα πρέπει να έτρεμε από τον θόρυβο τόσων χιλιάδων κινητήρων που βρυχώντο στον ουρανό. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον θαυμασμό μου για το πώς οι αντίπαλοί μας κατάφεραν να συντονίσουν τόσες μοίρες, διασκορπισμένες σε δεκάδες διαφορετικές βάσεις, ώστε να τις συγκεντρώσουν την ίδια ώρα στον αέρα και μάλιστα υπό συνθήκες σκοταδιού, πριν ξημερώσει».

Περισσότερα από 800 τετρακινητήρια βομβαρδιστικά, 1.200 καταδιωκτικά συνοδείας και 250 περίπου γερμανικά μαχητικά θα εμπλέκονταν κατά τα επόμενα λεπτά σε μία από τις πιο χαοτικές αερομαχίες του πολέμου. Αντιμέτωπος με αφθονία στόχων ο Günther Rall εκμεταλλεύθηκε γρήγορα την περίσταση και πραγματοποιώντας διαδοχικές βυθίσεις και ανόδους κτύπησε δύο αμερικανικά μαχητικά.

Τη στιγμή που η μάχη κορυφωνόταν ο παραστάτης του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το αεροσκάφος του λόγω βλάβης στον κινητήρα και ο Günther Rall αποκομμένος πραγματοποίησε έναν ελιγμό split-S, στο τέλος του οποίου διέκρινε τέσσερα P-47 να βρίσκονται απειλητικά πίσω του. Γνώριζε καλά πως τα Thunderbolt ήταν ταχύτερα από το Bf 109 στη βύθιση και επιπλέον πιο στιβαρά για να αντέξουν τις μεγάλες καταπονήσεις που αυτή συνεπαγόταν, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιχειρήσει να διαφύγει κατεβαίνοντας χαμηλά.

Όλες οι προσπάθειες να απαλλαγεί από τους διώκτες του στάθηκαν μάταιες. Κάποια στιγμή ο κινητήρας του Messerschmitt κτυπήθηκε από τα εχθρικά πυρά. Ο Günther Rall είδε ένα Thunderbolt (στα χειριστήρια του οποίου καθόταν ο λοχαγός Τζόζεφ Πάουερς, που μερικά χρόνια αργότερα σκοτώθηκε στην Κορέα) να τον καταδιώκει από τα 8.000 m σχεδόν μέχρι το ύψος των δένδρων και να εξαπολύει τακτικά ριπές εναντίον του. Ο κινητήρας κτυπήθηκε πάλι, κατόπιν επλήγη το ψυγείο του Bf 109 και στο τέλος μία μεγάλη ριπή κτύπησε το γερμανικό αεροσκάφος στην αριστερή πλευρά του κόκπιτ.

Ο Günther Rall ένιωσε έναν αφόρητο πόνο στο αριστερό χέρι καθώς ένα βλήμα του αμερικανικού καταδιωκτικού του έκοψε τον αντίχειρα. Η αιμορραγία ήταν έντονη αλλά ο Γερμανός δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την προσπάθεια να ελέγξει το αεροσκάφος του. Τελικά κατάφερε να το γυρίσει ανάποδα, να ανοίξει την καλύπτρα και να πηδήξει στο κενό ανοίγοντας το αλεξίπτωτό του 100 μέτρα από το έδαφος.

Η αερομαχία είχε τελειώσει με αυτόν τον δυσάρεστο τρόπο για τον Günther Rall αλλά η προσωπική του περιπέτεια μόλις άρχιζε. Το τραύμα από τον ακρωτηριασμένο αντίχειρά του μολύνθηκε από διφθερίτιδα στο πρόχειρο νοσοκομείο όπου του έγινε επίδεση. Επειτα από συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις κρίθηκε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να πετά. Ετσι την ώρα που ο αεροπορικός πόλεμος μαινόταν στους ουρανούς του Ράιχ και ο κλοιός των Συμμάχων στένευε επικίνδυνα, ο ήρωας της Luftwaffe έπρεπε να αρκεστεί σε καθήκοντα εκπαιδευτή νέων πιλότων στη Σχολή του Καίνιγκσμπεργκ – Νόιμαρκ, βορειοανατολικά του Βερολίνου.

Χρειάστηκαν έξι μήνες για να μπορέσει ο Günther Rall να εξασφαλίσει την απεμπλοκή του από τα νοσοκομεία. Παρά την απουσία του από τις αερομαχίες ανταμείφθηκε με τη σπάνια δυνατότητα να πετάξει με τύπους συμμαχικών αεροσκαφών που είχαν πέσει στα χέρια των Γερμανών, όπως ήταν τα Spitfire, P-51 Mustang, P-38 Lightning και P-47 Thunderbolt, ώστε να διαγνώσει τα αδύνατα σημεία τους και να εκπαιδεύσει κατάλληλα τους νέους χειριστές της Luftwaffe στην αντιμετώπισή τους.

Είχε επίσης το προνόμιο να πετάξει με το νέο αεριωθούμενο Me 262 αλλά και με τα Fw 190D-9. Τον Φεβρουάριο του 1945 ο Günther Rall έγινε διοικητής της JG300, μίας μονάδας η οποία επιχειρούσε από βάσεις βορειοανατολικά του Μονάχου.

Η κατάσταση ήταν πλέον απελπιστική για τη Γερμανία και τα εναπομείναντα αεροσκάφη της JG300 έπρεπε να μετακινούνται συνεχώς για να σωθούν από το ασταμάτητο σφυροκόπημα από τον αέρα. Το τέλος του πολέμου βρήκε τον Günther Rall να υπηρετεί σε αυτή την Πτέρυγα και να έχει καταστεί στο μεταξύ ο τρίτος κορυφαίος πιλότος μαχητικού στην Ιστορία, με 275 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις σε 621 επιχειρησιακές αποστολές.

Πολλοί ιστορικοί εκφράζουν την απορία τους για τους λόγους για τους οποίους ο Günther Rall δεν τιμήθηκε με τα Διαμάντια στον Σταυρό των Ιπποτών, τονίζοντας ότι πολλοί από τους κατόχους αυτού του παρασήμου είχαν αρκετά λιγότερες καταρρίψεις από όσες ο Günther Rall, ο Μπάρκχορν ή ο Κίττελ, αλλά παρόλα αυτά οι τελευταίοι παρέμειναν στα Φύλλα Δρυός μετά Ξιφών.

Η ηγεσία της Luftwaffe προέβλεπε την ύψιστη ηθική αμοιβή μόνο για τους άσσους που κατέρριπταν πρώτοι ένα ιστορικό ρεκόρ, όπως συνέβη με τον Μέλντερς, τον Γκόλομπ, τον Γκραφ, τον Νοβότνυ και τον Χάρτμαν, και παρέβη αυτόν τον κανόνα μόνο δύο φορές, για να τιμήσει τον Γκάλαντ και τον Μαρσέιγ όταν αμφότεροι σημείωσαν εκπληκτικό αριθμό νικών κατά της RAF. Επομένως η στάση έναντι του Günther Rall δεν θα πρέπει να αποδοθεί στις φιλικές σχέσεις της συζύγου του με εβραϊκές οικογένειες στην Αυστρία, ούτε σε προσωπική εμπάθεια του Γκαίρινγκ ή άλλου ανώτατου αξιωματούχου.

Η μεταπολεμική αβεβαιότητα και μια νέα σταδιοδρομία

Ο Günther Rall αιχμαλωτίστηκε από τους Αμερικανούς και έπειτα από μερικές εβδομάδες άθλιας διαβίωσης σε διάφορα στρατόπεδα αιχμαλώτων αναγνωρίστηκε και υποβλήθηκε σε εξαντλητική ανάκριση σχετικά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του επαναστατικού αεριωθουμένου Me 262. Ο ίδιος δεν μπορούσε να κρύψει ότι είχε πετάξει αρκετές ώρες με αυτό το αεροσκάφος, ούτε να αποφύγει τη βροχή ερωτήσεων των Αμερικανών, που έδειχναν να ενδιαφέρονται ζωηρά για το συγκεκριμένο μαχητικό καθώς προσπαθούσαν και οι ίδιοι να αποκτήσουν έναν παρόμοιο τύπο πριν από τους Σοβιετικούς.

Η κράτησή του και οι συνεντεύξεις με ειδικούς των Συμμάχων διήρκεσαν μέχρι το φθινόπωρο του 1945 – μεταφέρθηκε σε διάφορες βάσεις στη Γαλλία και στη Βρετανία γι’ αυτόν τον σκοπό.

Μετά την απελευθέρωσή του, στις αρχές του 1946, ο παλαιός άσσος δυσκολεύτηκε αρκετά να βρει σταθερή εργασία εξαιτίας των προβλημάτων που δημιουργούσε στους πιθανούς εργοδότες του το στρατιωτικό του παρελθόν. Κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η Γερμανία έδειχνε να θέλει να λησμονήσει το συντομότερο δυνατό τους ήρωές της.

Οι επαγγελματίες στρατιωτικοί κάθε είδους αντιμετωπίζονταν με καχυποψία και μερικές φορές με ανοικτή εχθρότητα. Τελικά ο Günther Rall, αφού δοκίμασε την τύχη του σε διάφορα επαγγέλματα (π.χ. έγινε μεσίτης σε εταιρία εμπορίας ξυλείας), το 1950 εξασφάλισε την πρόσληψή του ως πωλητής στην κολοσσιαία εταιρία Siemens. Το ηρωικό παρελθόν του επρόκειτο να τον καταδιώκει συνεχώς, ωστόσο ο παλαιός πολεμιστής είχε τουλάχιστον την ευκαιρία να βρίσκεται κοντά στην οικογένειά του, που μεγάλωσε με τη γέννηση της πρώτης του κόρης τον Σεπτέμβριο του 1950 και της δεύτερης τον Μάρτιο του 1955.

Το κύμα των πολιτικών εξελίξεων θα επηρέαζε αποφασιστικά τη ζωή του Günther Rall, παρασύροντάς τον και πάλι προς την Αεροπορία, που ήταν και το πραγματικό του πάθος. Το 1955 η αναγεννημένη δημοκρατική Γερμανία του καγκελαρίου Κόνραντ Αντενάουερ άρχισε να εντάσσεται ενεργά στις αμυντικές δομές του δυτικού κόσμου, πρώτα με την είσοδό της στο ΝΑΤΟ.

Φυσικά η στελέχωση των Ενόπλων Δυνάμεών της (Bundeswehr) απαιτούσε έμπειρα και ικανά πρόσωπα και ο Günther Rall ήταν μεταξύ των βετεράνων που κλήθηκαν να υπηρετήσουν τη νέα Luftwaffe. Τον Ιανουάριο του 1956 ο τρίτος κορυφαίος άσσος όλων των εποχών φόρεσε πάλι τη στρατιωτική στολή για μία δεύτερη θητεία στον αεροπορικό Κλάδο.

Με τον βαθμό του επισμηναγού αναμίχθηκε ενεργά στην ανάπτυξη υποσυστημάτων του αμερικανικού μαχητικού F-104 Starfighter, με το οποίο είχε το προνόμιο να πετάξει πρώτος από όλους τους Γερμανούς χειριστές.

Το 1961, έπειτα από μακρά και σκληρή εργασία, ορίστηκε διοικητής της 34ης Πτέρυγας Μαχητικών- Βομβαρδιστικών στο Μέμινγκεν. Τον Σεπτέμβριο του 1966 προήχθη σε ταξίαρχο και τον επόμενο χρόνο τοποθετήθηκε διοικητής της 1ης Αεροπορικής Μεραρχίας στο Φύρστενφελντμπρουκ.

Χάρη στην ενεργητικότητα, στον ζήλο αλλά και στις πολύ καλές προσωπικές σχέσεις που ανέπτυσσε, η ανοδική του πορεία στη μεταπολεμική Luftwaffe συνεχίστηκε. Τον Μάιο του 1969 ανέλαβε καθήκοντα αρχηγού Επιτελείου της 4ης Συμμαχικής Τακτικής Αεροπορικής Δύναμης (4 ATAF) του ΝΑΤΟ στη βάση Ραμστάιν της Δυτικής Γερμανίας.

Επρόκειτο για ένα τυπικό «σκαλοπάτι» πριν κατακτήσει την επίζηλη θέση του αρχηγού της Γερμανικής Αεροπορίας, τον Δεκέμβριο του 1970, όπου παρέμεινε μέχρι τον Απρίλιο του 1974. Στη συνέχεια υπηρέτησε στην εξαιρετικά τιμητική θέση του στρατιωτικού εκπροσώπου της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ, έως ότου αποστρατεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1975 με τον βαθμό του αντιπτεράρχου. Ηταν η ώρα για τον βετεράνο άσσο να αποσυρθεί στο ηλικίας 294 ετών πατρικό του σπίτι στις Βαυαρικές Αλπεις, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την περίφημη εξοχική κατοικία του Αδόλφου Χίτλερ στο Μπερχτεσγκάντεν.

GUSTAV: Η αγαπημένη έκδοση Bf 109 του Günther Rall

Έπειτα από την τεράστια επιτυχία που γνώρισε το καταδιωκτικό Bf 109 κατά τα πρώτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν φυσικό οι Γερμανοί να αντιμετωπίζουν απρόθυμα το ενδεχόμενο ολοκληρωτικής αντικατάστασής του από νεώτερους τύπους, για παράδειγμα από το Fw 190, πολύ περισσότερο όταν το τελευταίο αντιμετώπισε ακόμη προβλήματα στα μεγάλα ύψη.

Πολλά γερμανικά εργοστάσια διέθεταν εργαλειομηχανές και κατάλληλες γραμμές παραγωγής για το Bf 109 και έτσι η προφανής λύση ήταν η συνέχιση της μαζικής του παραγωγής σε βελτιωμένες εκδόσεις. Η παραλλαγή -G («Gustav» στη διάλεκτο της Luftwaffe), που άρχισε να μελετάται τον χειμώνα του 1941/42 και ανέλαβε υπηρεσία τον Μάιο του 1942, διέθετε τον βαρύτερο κινητήρα DB 605, ισχύος 1.800 hp (αντί του DB 601E των 1.300 hp), με μεγαλύτερους υπερτροφοδότες, υψηλότερο λόγο συμπίεσης και πρόσθετα (συνήθως οξείδιο του αζώτου) σε καύσιμο 96 οκτανίων.

Το κόκπιτ της ήταν επανασχεδιασμένο ώστε να μπορεί να βρίσκεται υπό συμπίεση στα μεγάλα ύψη και το βάρος του οπλισμού είχε αυξηθεί σημαντικά. Το Bf 109G- 6 έφερε ένα πυροβόλο ΜΚ108 των 30 mm που έβαλλε μέσα από τον άξονα της έλικας, δύο πυροβόλα MG151 των 20 mm κάτω από τις πτέρυγες με απόθεμα 120 βλημάτων το καθένα και δύο πολυβόλα MG131 των 12,7 mm με απόθεμα 300 φυσιγγίων ανά όπλο πάνω στο κάλυμμα του κινητήρα.

Οι προσθήκες αυτές αύξησαν θεαματικά την ισχύ πυρός αλλά «εξαφάνισαν» την κομψή αεροδυναμική της έκδοσης -F δημιουργώντας πολλές προεξοχές και εξογκώματα. Παρόλα αυτά ο αρχικός βαθμός ανόδου βελτιώθηκε από τα 1.308 m/min στα 1.390 m/min. Η εμβέλεια επίσης αυξήθηκε σε σχέση με εκείνη του «Friedrich» κατά 160 km, αλλά μόνο χάρη στην προσθήκη εξωτερικής δεξαμενής καυσίμου, η οποία περιόριζε την ευελιξία.

Αν και τα «Gustav» κατέληξαν να αποτελέσουν το 70% περίπου του συνολικού αριθμού των Bf 109, ο Günther Rall τα θεωρούσε ως μία συμβιβαστική λύση που υπαγόρευσαν οι περιστάσεις. Πάντως τα προτιμούσε σαφώς έναντι των πιο ευέλικτων «Friedrich» και «Emil», θεωρώντας ότι οι βελτιώσεις τους αντιστάθμιζαν με το παραπάνω τα μειονεκτήματά τους.