Χάπι χόλιντειζ κυρία

Χάπι χόλιντειζ κυρία

Της Λουίζα Μιχαλάκη.

Πήγαινα απογευματάκι στη δουλειά. Το κεφάλι μου ήταν παραδομένο σε ένα βουητό, από μέσα προς τα έξω και πίσω πάλι. Ονειρευόμουν έναν δυνατό, παγωμένο καφέ και μια μπάλα παγωτό βανίλια πριν βάλω μπρος οτιδήποτε. Ο καιρός ήταν «θηλυκός» κατά τον συγχωρεμένο τον παππού μου: Άπνοια με υγρό νοτιά δηλαδή.

Σταμάτησα στο περίπτερο να πάρω κι ένα νερό. Η Καλλιόπη γκρίνιαξε μέχρι να μου δώσει τα ρέστα. Κάτι για τον κόσμο, για τη ζέστη, για την κούραση. Δεν άκουσα λέξη. Τα λόγια της, φτιάξανε μια καμπύλη απ’ το παραθυράκι του περιπτέρου ως το κεφάλι μου και σκορπίστηκαν πάνω στις τσίχλες.

  • Ευχαριστώ…

Μέχρι να πάω στο ψυγείο να πάρω το προπληρωμένο νεράκι, είδα την Καλλιόπη συσκευασμένη σε tetra brik με πρώτο πλάνο έναν ανανά με μούρη Καλλιόπης. Kalliopi Tropicana. Ωραίο όνομα αλλά δεν κάνει για σφιγμένους λαούς. Πάει τέλειωσε. Άνοιξα το ψυγείο και πήρα το νεράκι.

Καθώς ανακατευόμουν σε αυτό το μίγμα από ανθρώπους, χρώματα, φωνές και ιδρώτα – ατέλειωτα τα πεντακόσια μέτρα ως τη δουλειά, ζεστό απόγευμα με νοτιά- άκουσα κατευθείαν μες στις φούχτες μου, ένα κλάμα παιδικό. Ένα παραπονιάρικο και πονεμένο, βουβά τσιριχτό κλάμα. Δίπλα στους κάδους των σκουπιδιών, απέναντι απ το περίπτερο, στον τσαλακωμένο τηλεφωνικό θάλαμο, ήταν κι έκλαιγε η Άννα (;), η κοπέλα που σκούπιζε στη γειτονιά μου για λογαριασμό της εταιρείας που έχει αναλάβει την καθαριότητα του Δήμου. Έκανα δυο βήματα ως εκεί και την κοίταξα. Εκείνη τίποτα.

Στο ένα χέρι το ακουστικό και με το άλλο να τρίβει τα μάτια της με τους κόμπους των δαχτύλων, επίμονα και βαθιά, συνέχεια και συνέχεια και να κλαίει αφήνοντας φωνίτσες και παίρνοντας βαθιές ανάσες. Το παντελόνι γυρισμένο πολλές φορές ως τα γόνατα, το μακώ μούσκεμα στη ραχοκοκαλιά και στη κοιλιά, και οι αφέλειες υγρές κι αυτές κολλημένες στο μεγάλο μέτωπό της. Σαν μωρό.

Την κοίταζα και προχωρούσα μέχρι που σκουντούφλησα πάνω σε κάτι σαγιονάρες.

  • Ωχ, να με συγχωρείτε…

Ξαναγυρίζω. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, αλλά ακόμα εκεί, ακόμα τα ίδια. Πάω κοντά και χτυπάω το τζάμι του θαλάμου, σαν να χτυπάω σε διπλοαμπαρωμένη πόρτα. Μία. Δύο. Με κοιτάζει επιτέλους.

  • Είσαι καλά;

Τι ανόητη ερώτηση. Ξανά: Είσαι καλά;

  • Καλά, καλά…

Της δείχνω το μπουκαλάκι με το νερό:

  • Θέλεις;
  • Όχι, όχι…
  • Πάρε λίγο, πάρε…
  • Όχι…
  • Εγώ, λουλούδια, σπίτι, εκκλησία κοντά, θυμάσαι; Που σκουπίζεις; Θυμάσαι; Που σε ρώτησα από πού; Εσύ Άννα από Θιβέτ, ε;

Σιγά μη με θυμόταν. Είχε τρομοκρατηθεί όταν την ρώταγα. Τα όμορφα χαρακτηριστικά της είχαν σκοτεινιάσει και το σκουπόξυλο κόντευε να βγάλει ζουμί απ το σφίξιμο.

  • Πάρε νερό, πάρε…
  • Δεν μιλάει…
  • Δεν πειράζει, πάρε λίγο…
    Άνοιξα το νεράκι και της το έδωσα. Το πήρε έβαλε λίγο στο χέρι και το ‘ριξε στο πρόσωπό της. Έκατσε στο σκαλάκι. Σήκωσε το πιγούνι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Όση της έδωσε δηλαδή, αυτή η υγρή και ζεστή νοτιά. Όση γλίτωνε απ’ το πλήθος κι απ’ τις μυρωδιές γύρω. Ένας κόμπος ανάσα.
  • Καλά;
  • Ναι , καλά…
  • Μην κλαις βρε…
  • Δεν καταλαβαίνει.
  • Πάμε να φάμε ένα παγωτό;
  • Δεν μιλάει…
  • Καλά. Πάω εγώ τώρα, εντάξει, ε;
  • Χάπι χόλιντειζ κυρία.

Γυρίζω προς το περίπτερο.

  • Άλλο ένα νεράκι Καλλιόπη.
  • Βρε συ, μη δίνεις σημασία. Αυτή κάθε μέρα, εδώ είναι. Παίρνει τηλέφωνο και κλαίει. Τρία ευρώ κάρτα και κλαίει μέχρι να τηνε τελειώσει. Το δαλάιλάμα τους μέσα, όλες οι φυλές εδω επάνω…

Αυτή τη φορά τα έδωσα ακριβώς. Δεν είχα ρέστα. Πήγα στο ψυγείο, πήρα ακόμα ένα νεράκι. Με το ζόρι το βρήκα δηλαδή. Τίγκα τα ράφια Kalliopi Tropicana, με μεγάλα θαλασσιά γράμματα. Στην πλάτη μου αριστερά, καρφωμένο το χάπι χόλιντειζ κυρία και τρία ευρώ κλάμα. Διπλής κόψης λάμα και όλη μέσα, ως το κόκαλο. Δεν πεθαίνει κανείς με ένα τέτοιο, το ξέρω, αλλά όσο να είναι, εμποδίζει.

Διάβασε επίσης: Κοίτα τη Δουλειά σου και τη Σταδιοδρομία σου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας