Η αεροπορία της Πολωνίας στις αρχές της Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Η αεροπορία της Πολωνίας στις αρχές της Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Έπρεπε να περάσουν περισσότερα από 100 χρόνια από τον διαμελισμό της Πολωνίας (Οκτώβριος 1795) για να αποκτήσουν πάλι οι Πολωνοί την ανεξαρτησία τους. Η Συνθήκη των Βερσαλιών που υπογράφηκε με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου καθόρισε τα σύνορα της χώρας και το σύνταγμα του 1921 έθεσε τις βάσεις για το μέλλον της.

Η γέννηση της Πολωνικής Αεροπορίας (Polskie Lotnictwo Wojskowe) ταυτίζεται χρονολογικά με τη δημιουργία του ανεξάρτητου πολωνικού κράτους. Ωστόσο μετά από δεκάδες χρόνια υποταγής η χώρα ήταν κατεστραμμένη οικονομικά και ο εξοπλισμός του αεροπορικού κλάδου του Στρατού (δεν υπήρχε ανεξάρτητη Αεροπορία) ήταν δευτερεύουσας σημασίας.

Η ασθενής οικονομία της Πολωνίας και η έλλειψη πόρων για την αγορά αεροσκαφών οδήγησαν στην ανάπτυξη της εθνικής αεροναυπηγικής βιομηχανίας. Το 1928 ιδρύθηκε το Εθνικό Αεροπορικό Εργοστάσιο (Panstwowe Zaklady Lotnicze ή PZL), όπου το 1932 κατασκευάσθηκε το πρώτο καταδιωκτικό εξ’ ολοκλήρου πολωνικού σχεδιασμού (το P.7) και δύο χρόνια αργότερα άρχισε η παραγωγή του P.11, του πιο σύγχρονου καταδιωκτικού της εποχής του.

Το ίδιο εργοστάσιο κατασκεύασε το P.24, μία βελτιωμένη έκδοση του P.11 που πωλήθηκε σε άλλα κράτη, το βομβαρδιστικό/αναγνωριστικό P.23 Karas (= κυπρίνος) και το δικινητήριο βομβαρδιστικό P.37 Los (= είδος μεγάλου ελαφιού), ενός από τα καλύτερα μέσα βομβαρδιστικά της εποχής του. Αλλες πολωνικές εταιρίες κατασκεύαζαν αναγνωριστικά, εκπαιδευτικά και αεροσκάφη στρατιωτικής συνεργασίας. Η Πολωνική Αεροπορία ήταν η πρώτη στον κόσμο που εξόπλισε της μοίρες πρώτης γραμμής εξ ολοκλήρου με μονοπλάνα αεροσκάφη.

Από το 1936 άρχισε η εφαρμογή ενός προγράμματος εκσυγχρονισμού της Αεροπορίας, το οποίο θα ολοκληρωνόταν το 1942. Για να διατηρηθεί η ποιότητα του υλικού περίπου 800 πεπαλαιωμένα αεροσκάφη υπέστησαν ορισμένες αναγκαίες βελτιώσεις. Σε δεύτερο στάδιο θα γινόταν η αντικατάστασή τους και νέοι τύποι θα αναλάμβαναν υπηρεσία. Το 1939 βρισκόταν υπό ανάπτυξη ένα σύγχρονο καταδιωκτικό, το P.50 Jastrzab (= γεράκι), όμως η είσοδός του σε υπηρεσία δεν προβλεπόταν πριν από το 1941.

Η έλλειψη πόρων ήταν χρόνιο πρόβλημα της Πολωνικής Αεροπορίας, στην οποία χορηγείτο το 2% του αντίστοιχου ποσού που λάμβανε η Luftwaffe (η RAF λάμβανε το 46% και η γαλλική Armee de l’ Air το 25%). Μεταξύ των ετών 1936 και 1939 μόλις το 10% του συνολικού προϋπολογισμού για τις αμυντικές δαπάνες αποδόθηκε στον αεροπορικό κλάδο, συγκρινόμενο με το 20% που έλαβε το ιππικό. Αυτό ήταν συνέπεια του δόγματος βάσει του οποίου θα ενεργούσε η αεροπορία: ως δύναμη υποστήριξης του πεζικού. Αυτή η θεώρηση είχε τις ρίζες της στον πόλεμο του 1914-18, ο οποίος είχε επηρεάσει τη στρατιωτική και την πολιτική (1) διοίκηση της χώρας.

Από την άνοιξη του 1939 η ανώτατη διοίκηση είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της Γερμανικής Αεροπορίας και την ποιότητα των αεροσκαφών της. Ηταν πλέον γνωστό στους πιλότους των P.11 ότι τα γερμανικά αναγνωριστικά Dornier Do 17, που έκαναν τακτικά την εμφάνισή τους στον ουρανό της Πολωνίας, πετούσαν πολύ ψηλά και πολύ γρήγορα για να αναχαιτισθούν.

Για να βελτιωθεί η αμυντική θέση της χώρας έγιναν παραγγελίες αεροσκαφών από συμμαχικές χώρες: 160 καταδιωκτικά Morane Saulnier MS 406 από τη Γαλλία, 140 καταδιωκτικά Hawker Hurricane, 100 ελαφρά βομβαρδιστικά Fairey Battle και ένα Supermarine Spitfire από τη Βρετανία και υδροπλάνα (για τον αεροπορικό κλάδο του Ναυτικού) από την Ιταλία. Με δεδομένη τη μεγάλη επιδεξιότητα των Πολωνών πιλότων αυτά τα αεροσκάφη θα ήταν ζωτικής σημασίας για την Πολωνική Αεροπορία και θα προξενούσαν σημαντικές απώλειες στη Luftwaffe όταν θα ερχόταν η ώρα.

Ωστόσο ως την έναρξη του πολέμου κανένα δεν είχε παραδοθεί. Τα 14 Hurricane και τα 36 Battle που την 1η Σεπτεμβρίου βρίσκονταν σε ένα πλοίο στη Βαλτική αποφασίσθηκε να παραδοθούν μέσω Γαλατσίου Ρουμανίας (στη Μαύρη θάλασσα!). Σε αντίθεση με αυτές τις προσπάθειες ενδυνάμωσης του αεροπορικού κλάδου, όχι μόνο η παραγωγή των εγχώριων εργοστασίων δεν αυξήθηκε, αλλά συνεχίσθηκαν οι εξαγωγές αεροσκαφών.

Η οργάνωση της Πολωνικής αεροπορίας

Με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού ατελές και χωρίς ξένη βοήθεια προσωρινά η Πολωνική Αεροπορία έπρεπε να στηριχθεί στα δικά της μέσα. Τον Αύγουστο του 1939 οι μοίρες πρώτης γραμμής διέθεταν 30 καταδιωκτικά P.7a, 132 καταδιωκτικά P.11a και P.11c, 120 βομβαρδιστικά/αναγνωριστικά P.23, 36 μέσα βομβαρδιστικά P.37, 49 αεροσκάφη στρατιωτικής συνεργασίας/εναέριας παρατήρησης Lublin R-XIII, 35 αεροσκάφη εναέριας παρατήρησης RWD-14, 36 εκπαιδευτικά RWD-8 και 9 αεροσκάφη άλλων τύπων.

Συνολικά η Πολωνία διέθετε 447 αεροσκάφη έτοιμα για μάχη, έναν αριθμό πολύ μικρό, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με τα 1.453 αεροσκάφη που βρίσκονταν σε εφεδρεία, υπό επισκευή, σε εκπαιδευτικές μονάδες και σε αεροπορικές σχολές. Η πλειοψηφία αυτών δεν ήταν πλήρως εξοπλισμένη. Αυτή ήταν μία σοβαρή παράλειψη που αυτόματα στερούσε τη δυνατότητα αντικατάστασης των απωλειών. Για παράδειγμα από τα 75 μέσα βομβαρδιστικά P.37 που είχαν παραδοθεί, μόνο 36 εξόπλιζαν τις μοίρες πρώτης γραμμής.

Το 1939 οι δύο τύποι καταδιωκτικών ήταν ξεπερασμένοι. Επρόκειτο για αεροσκάφη με ανοικτό πιλοτήριο, κινητήρες μικρής ισχύος, ελαφρύ οπλισμό, χωρίς θωράκιση για τον πιλότο. Τα P.7 έπρεπε να είχαν ήδη αποσυρθεί, ενώ τα P.11 ήταν ηλικίας τριών ως πέντε ετών και, παρά την ισχυρή κατασκευή και την ευελιξία τους, οι συνολικές επιδόσεις τους σε σχέση με τα γερμανικά καταδιωκτικά ήταν περιορισμένες.

Τα αεροσκάφη στρατιωτικής συνεργασίας, εναέριας παρατήρησης και τα εκπαιδευτικά δεν είχαν καμία μαχητική αξία. Τα P.23 που μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή για την εποχή ήταν περίπου ισοδύναμα με τα γερμανικά Stuka (χωρίς τη δυνατότητα κάθετου βομβαρδισμού). Μόνο τα δικινητήρια βομβαρδιστικά P.37 ήταν σύγχρονα και αντάξια εκείνων της Luftwaffe.

Ο αεροπορικός κλάδος του Ναυτικού ήταν ασήμαντος, αποτελούμενος μόνο από τα λίγα νεοαποκτηθέντα ιταλικά υδροπλάνα και από τα υδροπλάνα Lublin R-XIIIDter/hydro (ναυτική έκδοση, με πλωτήρες, του αεροσκάφους στρατιωτικής συνεργασίας). Τον Σεπτέμβριο υπήρχαν 16 ή 17 αεροσκάφη αυτού του τύπου, που εξόπλιζαν τη Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας και τη Μοίρα Εκπαίδευσης του Ναυτικού.

Συμμετέχοντας στο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού οι μονάδες αντιαεροπορικής άμυνας του Στρατού είχαν αποκτήσει 414 σύγχρονα πυροβόλα, που συμπλήρωναν τα 90 πυροβόλα και τα 750 πολυβόλα παλαιότερων τύπων.

Τα αεροσκάφη πρώτης γραμμής ήταν κατανεμημένα στα έξι αεροπορικά συντάγματα (αριθμημένα από 1 ως 6), τα οποία κάλυπταν συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές γύρω από μία πόλη που ήταν η έδρα τους. Κάθε σύνταγμα (pulk) διέθετε αεροσκάφη όλων των τύπων οργανωμένα σε μοίρες. Στην αρίθμηση κάθε μοίρας (eskadra) το ψηφίο των δεκάδων φανέρωνε το σύνταγμα στο οποίο αυτή ανήκε και από το ψηφίο των εκατοντάδων φαινόταν ο τύπος των αεροσκαφών της: «1» για τα καταδιωκτικά, «2» για τα βομβαρδιστικά και «0» (παραλειπόταν) για όλα τα υπόλοιπα (βομβαρδιστικά/αναγνωριστικά, στρατιωτικής συνεργασίας κλπ.).

Συνήθως δύο μοίρες που εκτελούσαν αποστολές του ίδιου είδους οργανώνονταν σε μία σμηναρχία (dywizjon ή Dyon), ενώ οι υπόλοιπες ενεργούσαν υπό την άμεση διοίκηση του συντάγματος. Ολες οι σμηναρχίες είχαν μία συνεχή αρίθμηση με λατινικούς χαρακτήρες.

Τυπικά κάθε μοίρα διέθετε 10 αεροσκάφη, οργανωμένα σε τρία σμήνη των τριών αεροσκαφών συν το αεροσκάφος του διοικητή της μοίρας. Εξαίρεση αποτελούσαν οι μοίρες στρατιωτικής συνεργασίας / εναέριας παρατήρησης, οι οποίες διέθεταν επτά αεροσκάφη Lublin RXIIID (που συνιστούσαν δύο σμήνη – συν το αεροσκάφος του διοικητή). Ωστόσο συχνά οι Πολωνοί πιλότοι καταδιωκτικών πετούσαν σε ζεύγη, έχοντας αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα αυτής της πρακτικής.

Το προσωπικό της Πολωνικής Αεροπορίας αποτελείτο από 12.000 άνδρες, από τους οποίους ιπτάμενοι ήταν οι 1.181 πιλότοι, οι 497 παρατηρητές/πλοηγοί και οι 219 πολυβολητές. Ως μέρος του Στρατού Ξηράς αυτοί έφεραν τους ίδιους βαθμούς με την κατάληξη «πιλότος» (pilot) ή «παρατηρητής» (obserwator) αντίστοιχα (οι πολυβολητές δεν θεωρούντο «ιπτάμενοι»). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι για να γίνει κάποιος παρατηρητής/πλοηγός έπρεπε να είναι αξιωματικός, ενώ οποιοσδήποτε μπορούσε να εκπαιδευτεί ως πιλότος, ακόμα και ένας οπλίτης.

Οι Πολωνοί πιλότοι ήταν από τους καλύτερα εκπαιδευμένους στον κόσμο. Λόγω του μικρού μεγέθους του κλάδου (για μία χώρα με την έκταση της Γαλλίας) μόνο λίγοι επίλεκτοι από τους πολλούς υποψήφιους ολοκλήρωναν επιτυχώς την εκπαίδευση. Τα προγράμματα στην Αεροπορική Ακαδημία στο Ντέμπλιν και στη Σχολή Προκεχωρημένης Εκπαίδευσης στο Γκρούτζιατζ-Ούλεζ ήταν πολύ απαιτητικά ως προς την επιδεξιότητα κατά την πτήση και τη σκόπευση, με συνεχή ανταγωνισμό μεταξύ των πιλότων, ο καθένας από τους οποίους προσπαθούσε να βελτιωθεί και να διακριθεί.

Όπως θυμάται ο σμηναγός Στάνισλαβ Μπότσνιακ, σε μία από τις ασκήσεις ο εκπαιδευόμενος πετούσε από το πιλοτήριο ένα μικρό έγχρωμο αλεξίπτωτο. Κατόπιν, χωρίς να χάσει την οπτική επαφή με αυτό, έπρεπε να ανέλθει 300 – 400 μέτρα, να φέρει το αεροσκάφος σε απώλεια στήριξης και περιδίνηση και να ανακτήσει τον έλεγχο την κατάλληλη στιγμή ώστε να «πυροβολήσει» μία φορά με τη φωτογραφική μηχανή του αεροσκάφους του.

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι πιλότοι κατάφερναν να «πετύχουν» τον στόχο! Επιπλέον στις μοίρες της πρώτης γραμμής γίνονταν συνεχώς ασκήσεις με αερομαχίες σε διάφορους συνδυασμούς (ένα αεροσκάφος εναντίον ενός, ένα εναντίον δύο, σμήνος εναντίον σμήνους, μοίρα εναντίον μοίρας) και συχνά διοργανώνονταν διαγωνισμοί σκόπευσης.

Η προαναφερθείσα οργάνωση του αεροπορικού κλάδου προβλεπόταν μόνο σε καιρό ειρήνης και διατηρήθηκε σε ισχύ ως την 23η Αυγούστου. Την ημέρα εκείνη άρχισε η κινητοποίηση των αεροπορικών μονάδων και η αναδιοργάνωση σε δομή «εν καιρώ πολέμου».

Οι διοικήσεις των συνταγμάτων διαλύθηκαν, οι μόνιμες βάσεις εγκαταλείφθηκαν και δημιουργήθηκαν νέοι σχηματισμοί. Η Ταξιαρχία Δίωξης με πέντε μοίρες καταδιωκτικών ανέλαβε την άμυνα της Βαρσοβίας, ενώ η Ταξιαρχία Βομβαρδισμού (μία υπολογίσιμη δύναμη με 36 P.37 και 50 P.23) ανέλαβε καθήκοντα στρατηγικού βομβαρδισμού.

Τα 36 εκπαιδευτικά RWD-8, που εξόπλιζαν τις μοίρες πρώτης γραμμής, χωρίσθηκαν σε σμήνη των τριών αεροσκαφών, τέσσερα από τα οποία (12 αεροσκάφη) συγκροτήθηκαν στην Ταξιαρχία Στρατιωτικής Συνεργασίας. Μαζί με την Ταξιαρχία Αναγνώρισης οι παραπάνω μονάδες τελούσαν υπό την άμεση διοίκηση του Γενικού Επιτελείου.

Η υπόλοιπη αεροπορική δύναμη αποτέλεσε την Αεροπορία Στρατού (Lotnictwo Armijne) και κατανεμήθηκε σε επτά επιχειρησιακές ομάδες (πτέρυγες – zgrupowanie), τις οποίες ανέλαβαν οι ισάριθμες στρατιές του Πολωνικού Στρατού. Καθήκοντά τους ήταν η τοπική αεράμυνα, η εγγύς υποστήριξη και η αναγνώριση για τις αντίστοιχες χερσαίες δυνάμεις. Ολη η αεροπορική δύναμη ήταν συγκεντρωμένη στα δυτικά της Βαρσοβίας και τα σύνορα με τη Σοβιετική Ενωση είχαν αγνοηθεί.

Από την κινητοποίηση της Πολωνικής Αεροπορίας, στις 23 Αυγούστου, ως την έναρξη των εχθροπραξιών μεσολάβησε μία εβδομάδα προετοιμασιών, οι οποίες, προς όφελος της χώρας, δεν διακόπηκαν από τις αντικρουόμενες αποφάσεις της κυβέρνησης (η γενική επιστράτευση κηρύχθηκε στις 13.00 της 29ης Αυγούστου, ακυρώθηκε και κηρύχθηκε πάλι στις 30 Αυγούστου). Τα μεσάνυκτα της 31ης Αυγούστου οι αεροπορικές μονάδες βρίσκονταν διασκορπισμένες στα μυστικά αεροδρόμια διασποράς.

Η αεροπορία της Πολωνίας στη μάχη

Η πολωνική εκστρατεία του φθινοπώρου του 1939 ήταν ο πρώτος γύρος μεταξύ των δυνάμεων του Αξονα και των Συμμάχων κατά τον Β’ ΠΠ. Το σχέδιο της πολωνικής ανώτατης διοίκησης προέβλεπε σταδιακή υποχώρηση με ταυτόχρονη επιβράδυνση της γερμανικής προέλασης, που θα έδινε στον Γαλλικό Στρατό τον χρόνο για να επιτεθεί από τα δυτικά, ενώ γαλλικά και βρετανικά βομβαρδιστικά θα επέδραμαν εναντίον στρατιωτικών στόχων στο έδαφος της Γερμανίας.

Εναντίον της Πολωνίας η Luftwaffe είχε συγκεντρώσει 1.538 αεροσκάφη πρώτης γραμμής. Μεταξύ αυτών ήταν 339 καταδιωκτικά Messerschmitt Bf 109, 82 δικινητήρια καταδιωκτικά Messerschmitt Bf 110 και 258 βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Junkers Ju 87 Stuka. Τον συνολικό αριθμό συμπλήρωναν βομβαρδιστικά Heinkel He 111, Dornier Do 17 και μία σμηναρχία εγγύς υποστήριξης με Henschel Hs 123.

Επιπλέον στις χερσαίες δυνάμεις είχαν εκχωρηθεί 202 αεροσκάφη αναγνώρισης, ενώ χρησιμοποιήθηκαν σε περιορισμένο βαθμό τα περίπου 102 καταδιωκτικά Bf 109 που τυπικά ανήκαν στις μοίρες αεράμυνας της χώρας. Το γενικό σύνολο έφθανε τα 1.942 αεροσκάφη, στα οποία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας προστέθηκαν περισσότερα από 100 ως ενισχύσεις και για την κάλυψη των απωλειών.

Η πρώτη σύγκρουση μεταξύ της Luftwaffe και των πολωνικών καταδιωκτικών σημειώθηκε την 1η Σεπτεμβρίου, λίγο μετά τις 7 το πρωί. Τρία Ju 87 που επέστρεφαν από επιδρομή βρέθηκαν, χωρίς να το γνωρίζουν, επάνω από το μυστικό αεροδρόμιο στο Μπάλιτσε (κοντά στην Κρακοβία), όπου ήταν η βάση της 121 Μοίρας. Ο ήχος των κινητήρων που πλησίαζαν ώθησε τον διοικητή της, σμηναγό Μιέτσισλαβ Μεντβέτσκι, και τον βοηθό του, ανθυποσμηναγό Βλάντισλαβ Γκνυς, να τρέξουν στα αεροσκάφη τους.

Οι δύο Πολωνοί βρίσκονταν σε ύψος μόλις 300 μέτρων όταν προσπάθησαν να σκοπεύσουν το πρώτο από τα Ju 87 που πέρασε μπροστά τους, αγνοώντας το Stuka που ακολουθούσε. Εξαφνα ο ανθυποσμηναγός Φρανκ Νόυμπερτ είδε στο στόχαστρό του τα πολωνικά καταδιωκτικά. Ανοιξε πυρ και το αεροσκάφος του σμηναγού Μεντβέτσκι εξερράγη μέσα σε μία μπάλα φωτιάς. Ο ανθυποσμηναγός Γκνυς κατάφερε να αποφύγει την επίθεση και με τα πυρά του να προκαλέσει ζημιές σε ένα Ju 87.

Λίγα λεπτά αργότερα, έχοντας αποκτήσει ύψος, επιτέθηκε σε δύο Do 17Ε τα οποία επέστρεφαν από επιδρομή εναντίον της Κρακοβίας, σημειώνοντας αρκετά πλήγματα και στα δύο. Μετά την επίθεσή του στο δεύτερο βομβαρδιστικό έχασε την επαφή με τα εχθρικά αεροσκάφη και επέστρεψε στη βάση του, χωρίς να γνωρίζει ότι είχε μόλις επιτύχει τις δύο πρώτες καταρρίψεις εναντίον της Luftwaffe κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα συντρίμμια των δύο γερμανικών βομβαρδιστικών σκορπίστηκαν στο έδαφος γύρω από το χωριό Ζούραντα.

Η πρώτη σύγκρουση ήταν το προοίμιο μίας πολύ μεγαλύτερης συμπλοκής επάνω από τα περίχωρα της Βαρσοβίας. Ειδοποιημένη από το καλά οργανωμένο δίκτυο των σταθμών παρατήρησης όλη η δύναμη της Ταξιαρχίας Δίωξης απογειώθηκε λίγο μετά τις 07.00 για να αντιμετωπίσει περίπου 80 He 111 και τη συνοδεία τους που πραγματοποιούσαν μια επιδρομή εναντίον στόχων στην πρωτεύουσα. Ως αποτέλεσμα μίας καλά οργανωμένης επίθεσης έξι He 111 καταρρίφθηκαν, έναντι δύο P.7 που διεκδίκησε η συνοδεία τους (ένα P.11 καταστράφηκε σε αναγκαστική προσγείωση). Τα υπόλοιπα βομβαρδιστικά αποχώρησαν πριν φθάσουν στον στόχο τους.

Ωστόσο δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπισθούν όλες οι γερμανικές επιδρομές. Το αεροδρόμιο στο Ρακόβιτσε δέχθηκε την επίθεση σμήνους Ju 87, τα οποία ακολούθησαν 60 He 111. Πίσω τους άφησαν 28 κατεστραμμένα αεροσκάφη, όλα εκτός υπηρεσίας λόγω παλαιότητας.

Από το απόγευμα της 1ης Σεπτεμβρίου τα σύννεφα που κάλυπταν μεγάλο μέρος της χώρας αραίωσαν και οι γερμανικές επιδρομές πολλαπλασιάσθηκαν. Στόχοι έγιναν οι αποθήκες καυσίμων και το αντιαεροπορικό πυροβολικό του αεροδρομίου στο Τορν, οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ο σιδηροδρομικός σταθμός στο Πόζναν, τα υπόστεγα και οι διάδρομοι προσγείωσης στο Γκνέσεν, οι αποθήκες πυρομαχικών νότια του Γκράουλεντς, τα συνοριακά οχυρωματικά έργα στο Λιούμπλινιτς, το διοικητήριο μίας ταξιαρχίας ιππικού στο Βίλουν και η Βαρσοβία.

Στις 16.30 μία δεύτερη γερμανική επιδρομή μεγάλης κλίμακας κατευθύνθηκε προς την πρωτεύουσα. Περισσότερα από 70 He 111 με περίπου 30 Bf 110 εμφανίσθηκαν επάνω από τα αεροδρόμια και τα εργοστάσια αεροπορικών κατασκευών. Ταυτόχρονα δεκάδες Ju 87 και Bf 109 εφόρμησαν στις γέφυρες του ποταμού Βιστούλα. Εναντίον τους κινήθηκαν περισσότερα από 30 καταδιωκτικά υπό τις διαταγές του σμήναρχου Στεφάν Παβλικόφσκι, διοικητή της Ταξιαρχίας Δίωξης. Αυτή τη φορά η συνοδεία συνεπλάκη με τα πολωνικά καταδιωκτικά πριν τα τελευταία πλησιάσουν τους σχηματισμούς των βομβαρδιστικών και σύντομα οι πρώτες γερμανικές βόμβες έπεφταν στην πρωτεύουσα.

Χαρακτηριστικό της μαχητικότητας των Πολωνών πιλότων είναι το επεισόδιο με πρωταγωνιστή τον υποδιοικητή της Ταξιαρχίας. Ο αντισμήναρχος Λέοπολντ Παμούλα, αφού έθεσε στο στόχαστρό του ένα He 111 χωρίς αποτέλεσμα και έβαλε ανεπιτυχώς εναντίον ενός Ju 87, συγκρούσθηκε εθελουσίως με ένα Bf 109, το οποίο κατέρριψε, ενώ ο ίδιος έπεσε με αλεξίπτωτο. Σε αυτή την αναμέτρηση η Luftwaffe έχασε δύο Bf 109 και οι απώλειες των Πολωνών ήταν τρία P.11.

Με το τέλος της πρώτης ημέρας όλες οι μεγάλες πόλεις είχαν δεχθεί αεροπορικές επιδρομές. Τα Ju 87 και τα καταδιωκτικά βρίσκονταν σε κάθε σημείο του μετώπου βάλλοντας εναντίον κάθε πιθανού στόχου. Εκτός από τη Βαρσοβία, όπου ήταν συγκεντρωμένη η δύναμη των καταδιωκτικών, η αντίσταση που συνάντησαν οι Γερμανοί από τις αεροπορικές πτέρυγες των στρατιών ήταν μηδαμινή.

Από τη δεύτερη ημέρα της εισβολής η τακτική της Luftwaffe άλλαξε. Εκμεταλλευόμενη τα ανώτερα χαρακτηριστικά των αεροσκαφών της (τα γερμανικά δικινητήρια βομβαρδιστικά ήταν γρηγορότερα από τα πολωνικά καταδιωκτικά) χρησιμοποίησε μικρές ομάδες βομβαρδιστικών που πλησίαζαν τον στόχο τους από διαφορετικές κατευθύνσεις και διαφορετικά υψόμετρα, ενώ τα Bf 109 και τα Bf 110 πετούσαν σε αραιούς σχηματισμούς καλύπτοντας όλη την περιοχή. Η νέα τακτική αποδείχθηκε αρκετά επιτυχής.

Η Ταξιαρχία Δίωξης βρισκόταν συνεχώς στον αέρα χωρίς να καταφέρνει να αναχαιτίσει τις αδιάκοπες επιδρομές. Παρά τις γενναίες προσπάθειες δεν μπόρεσε να εμποδίσει τις γερμανικές βόμβες να πέσουν στη Βαρσοβία. Στο Ούλεζ το αυτοσχέδιο σμήνος που οργάνωσαν οι εκπαιδευτές πιλότοι με P.7a αντιμετώπισε τη γερμανική επιδρομή (2), αλλά τα καμμένα συντρίμμια 11 αεροσκαφών (κυρίως εκπαιδευτικά) σημάδεψαν ένα από τα τρία αεροδρόμια στην περιοχή του Ντέμπλιν.

Το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου οι γερμανικοί βομβαρδισμοί επαναλήφθηκαν. Το αεροπορικό εργοστάσιο στο Οκέτσιε (Βαρσοβία) υπέστη σημαντικές ζημιές, όσο τα P.11 των 111 και 112 Μοιρών αντιμετώπιζαν τα Bf 110 της συνοδείας. Τρία Bf 110 καταρρίφθηκαν έναντι δύο P.11 και ενός τρίτου που καταστράφηκε σε ατύχημα κατά την απογείωσή του. Η αεροπορική βάση των P.37 στο Μαλασέβιτσε έγινε στόχος για τρίτη φορά. Αντίθετα από τις προηγούμενες επιδρομές, οι ζημιές ήταν σημαντικές: τα υπόστεγα των αεροσκαφών, οι εγκαταστάσεις και πολλά βομβαρδιστικά καταστράφηκαν ή πυρπολήθηκαν. Ως αποτέλεσμα δόθηκε διαταγή όσα αεροσκάφη δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενα στη μάχη να αποσυρθούν στα νοτιοανατολικά της χώρας.

Κατά τη διάρκεια της 4ης Σεπτεμβρίου πολλοί μικροί σχηματισμοί γερμανικών βομβαρδιστικών κατευθύνθηκαν προς τη Βαρσοβία από διαφορετικές διευθύνσεις, αναγκάζοντας τα P.11 να βρίσκονται συνεχώς στον αέρα. Το απόγευμα μία σημαντικότερη δύναμη επιδρομής έφθασε στην πρωτεύουσα, όπου την υποδέχθηκαν μόνο τα καταδιωκτικά της 112 Μοίρας (ως τότε η 111 Μοίρα είχε ήδη απογειωθεί τρεις φορές χωρίς να συναντήσει τον εχθρό). Τα Bf 109 που ήλθαν σε επαφή με τα πολωνικά καταδιωκτικά κατέρριψαν τρία, ενώ ένα Bf 109 έπεσε από τα πυρά των αμυνομένων, οι οποίοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον βομβαρδισμό.

Από τις 5 Σεπτεμβρίου η τακτική της Ταξιαρχίας Δίωξης αναθεωρήθηκε. Οι μαζικές απογειώσεις εναντίον πολυάριθμων σχηματισμών της Luftwaffe δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα και αποφασίσθηκε ότι τα καταδιωκτικά θα απογειώνονταν σε σμήνη των δύο ως έξι αεροσκαφών, για να μπορούν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα περισσότερες επιδρομές με περισότερες πιθανότητες επιτυχίας.

Την ίδια ημέρα αποφασίσθηκε η οργανωμένη υποχώρηση του Στρατού προς τα (νοτιοανατολικά) σύνορα με τη Ρουμανία. Στο πλαίσιο των προετοιμασιών οι αεροπορικές σχολές, οι μονάδες συντήρησης αεροσκαφών και οι έφεδροι πιλότοι έλαβαν διαταγές να κινηθούν προς την ίδια περιοχή.

Κατά τις δύο ημέρες που ακολούθησαν η Ταξιαρχία Δίωξης ήλθε αρκετές φορές αντιμέτωπη με τη Luftwaffe χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Στις 6 Σεπτεμβρίου, με 21 διαθέσιμα αεροσκάφη, έλαβε για πρώτη φορά διαταγή να επιχειρήσει αποστολή αναγνώρισης στην περιοχή του Λοτζ. Η αναφορά από την αναγνώριση ήταν αποθαρρυντική. Μια δύναμη από 19 P.11 κατευθύνθηκε προς την περιοχή για να ανακουφίσει τις χερσαίες δυνάμεις από την πίεση που δέχονταν. Καθ’ οδόν συνάντησε έναν μεγάλο σχηματισμό από Do 17Z που με τη συνοδεία τους κατευθύνονταν προς τη Βαρσοβία.

Στη σύγκρουση η οποία ακολούθησε μερικά από τα βομβαρδιστικά έριξαν τις βόμβες τους και αποχώρησαν, αλλά οι αερομαχίες συνεχίσθηκαν για πολλή ώρα. Κατά την επιστροφή στη βάση τους τα P.11 συνάντησαν 30 Ju 87 και οι πιλότοι που διέθεταν αρκετά καύσιμα και πυρομαχικά έσπευσαν εναντίον τους. Η 6η Σεπτεμβρίου ήταν μια από τις πιο επιτυχείς ημέρες για τους πιλότους της Ταξιαρχίας Δίωξης, αφού κατέρριψαν 15 εχθρικά αεροσκάφη και πιθανώς τέσσερα επιπλέον. Ωστόσο στο τέλος της ημέρας η Ταξιαρχία έλαβε διαταγή να κατευθυνθεί στην περιοχή του Λιούμπλιν.

Κατά τις πρώτες έξι ημέρες της εισβολής οι πιλότοι της Ταξιαρχίας Δίωξης κατάφεραν να καταρρίψουν 42 γερμανικά αεροσκάφη. Ομως η φθορά της μάχης ήταν έντονα αισθητή. Στις 7 Σεπτεμβρίου τα 16 εναπομείναντα καταδιωκτικά μεταφέρθηκαν στην περιοχή του Λιούμπλιν, αφήνοντας την πρωτεύουσα ουσιαστικά ανυπεράσπιστη απέναντι στους βομβαρδισμούς που θα ακολουθούσαν.

Σε άλλες περιοχές της χώρας οι μονάδες καταδιωκτικών της Αεροπορίας του Στρατού αμύνονταν με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας. Καθώς δεν διέθεταν το δίκτυο παρατηρητών της Ταξιαρχίας Δίωξης είτε κάλυπταν συγκεκριμένες περιοχές ελπίζοντας να συναντήσουν τον εχθρό, είτε αποσπούσαν μικρούς σχηματισμούς σε αυτοσχέδια αεροδρόμια με εντολή να αναχαιτίσουν όσα γερμανικά αεροσκάφη εμφανίζονταν. Η τελευταία τακτική, που την ονόμαζαν «ενέδρα», σύντομα εγκαταλείφθηκε, αφού συνήθως τα καταδιωκτικά P.11, όσο γρήγορα και αν απογειώνονταν, δεν ήταν ικανά να φθάσουν τους στόχους τους.

Εντούτοις σε μερικές περιπτώσεις οι Πολωνοί πιλότοι κατάφεραν να εφαρμόσουν τα μαθήματα της εκπαίδευσής τους, όπως ο ανθυποσμηναγός Στάνισλαβ Σκάλσκι (3), πιλότος της 142 Μοίρας. Με μία μοναδική πράξη ιπποτισμού στον «ολοκληρωτικό πόλεμο» που μόλις άρχιζε o Σκάλσκι, αφού κατέρριψε ένα Hs 123, προσγειώθηκε κοντά του και με τους χωρικούς που συγκεντρώθηκαν προσέφερε τις πρώτες βοήθειες στον τραυματισμένο πιλότο πριν αυτός μεταφερθεί σε νοσοκομείο.

Τέτοιες πράξεις αλληλεγγύης κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου σταμάτησαν όταν έγινε γνωστό ότι οι Γερμανοί πολυβολούσαν συστηματικά πιλότους που κρέμονταν από τα αλεξίπτωτά τους. Μετά από μία εβδομάδα μαχών το ίδιο έκαναν και πολλοί Πολωνοί πιλότοι.

Η συχνά απελπιστική κατάσταση των χερσαίων μονάδων είχε ως επακόλουθο εξίσου απελπιστικά μέτρα της αεροπορίας υποστήριξης. Στις 2 Σεπτεμβρίου η Σμηναρχία Δίωξης της Στρατιάς Πομερανίας (Dyon III/4) διατάχθηκε να πολυβολήσει μία γερμανική μηχανοκίνητη φάλαγγα που προωθείτο ταχύτατα σε πολωνικό έδαφος κοντά στο Γκρούτζιατζ. Τα καταδιωκτικά P.11 ήταν τελείως ακατάλληλα για την αποστολή, εξοπλισμένα μόνο με δύο (μερικά με τέσσερα) πολυβόλα και χωρίς θωράκιση για την προστασία του πιλότου.

Ο διοικητής, σμηναγός Φλόριαν Λασκόφσκι, αποφάσισε να οδηγήσει την 141 Μοίρα εναντίον των εχθρικών στρατευμάτων ελπίζοντας σε ένα «ψυχολογικό αποτέλεσμα», όσο η 142 Μοίρα θα πετούσε στην περιοχή αναμένοντας τη γερμανική αντίδραση. Μόλις τα εννέα P.11 της 141 Μοίρας πλησίασαν τον στόχο τους αντιμετωπίσθηκαν από πυκνά πυρά πολυβόλων. Πρώτος ο σμηναγός Λασκόφσκι έπεσε νεκρός. Ακόμα δύο πιλότοι έχασαν τη ζωή τους και ένας τέταρτος αναγκάστηκε να προσγειώσει το κτυπημένο αεροσκάφος του.

Κανένα από τα υπόλοιπα αεροσκάφη δεν έφυγε άθικτο. Το αποτέλεσμα που είχε η επίθεση στους Γερμανούς ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, οριακό. Την ίδια ώρα τα P.11 της 142 Μοίρας κατέρριψαν εννέα από τα 16 Do 17 που συνάντησαν χωρίς να υποστούν απώλειες, ενώ σε άλλη περιοχή του μετώπου τρία Bf 110 κατέπεσαν από τα πυρά των P.11 της Στρατιάς του Λοτζ (όπως και δύο πολωνικά καταδιωκτικά).

Στις 4 Σεπτεμβρίου δύο P.11 της Dyon III/4 (Στρατιά Πομερανίας) που επέστρεφαν από αναγνώριση ενώθηκαν με 11 P.11 της ίδιας Σμηναρχίας και αναχαίτισαν δύναμη Ju 87 με τη συνοδεία τους. Μεταξύ των πιλότων ήταν ο ανθυποσμηναγός Σκάλσκι, ο οποίος συμπλήρωσε τον κατάλογο των επιτυχιών του φθάνοντας τις πέντε καταρρίψεις (η μία κοινή με άλλον πιλότο) και έγινε ο πρώτος άσσος των Συμμάχων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά τη συμπλοκή τρία Ju 87 και ένα Bf 109 κατέπεσαν, όπως και τρία πολωνικά καταδιωκτικά.

Οι συνεχείς αναγνωριστικές αποστολές της Luftwaffe δεν ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Στις 5 Σεπτεμβρίου ένα Do 17 πέταξε πάνω από το αεροδρόμιο στο Βίτζεβ, από όπου επιχειρούσαν οι 161 και 162 Μοίρες της Στρατιάς του Λοτζ. Δύο καταδιωκτικά απογειώθηκαν για να το αναχαιτίσουν, αλλά πριν αποκτήσουν ύψος δέχθηκαν τα πυρά από εννέα Bf 109 που εμφανίσθηκαν ξαφνικά. Επιπλέον τρία P.11 καταστράφηκαν στο έδαφος.

Κατά τις πρώτες έξι ημέρες της εισβολής, τα καταδιωκτικά της Αεροπορίας Στρατού, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, κατέρριψαν 63 αεροσκάφη και έχασαν 41. Από τις 6 Σεπτεμβρίου άρχισε η οργανωμένη υποχώρηση του Πολωνικού Στρατού. Εξαιτίας της ανακάλυψης των αεροδρομίων τους πολλές μονάδες είχαν ήδη εγκαταλείψει τα αεροδρόμιά τους και μετασταθμεύσει σε άλλα που παρείχαν μεγαλύτερη κάλυψη. Λόγω της αποδιοργάνωσης που έφερε η υποχώρηση πολλές μοίρες βρέθηκαν χωρίς αποθέματα καυσίμων και πυρομαχικών, απομονωμένες από την κεντρική διοίκηση, πετώντας σε αποστολές κατά την κρίση του διοικητή τους.

Την υποχώρηση κάλυψαν με επιτυχία τα P.11 της Στρατιάς Πομερανίας. Στις 6 Σεπτεμβρίου η 142 Μοίρα απέτρεψε έναν σχηματισμό από 14 Ju 87 να επιτεθεί στο πολωνικό πεζικό που διέσχιζε τη γέφυρα Τορούν στον Βιστούλα, καταρρίπτοντας τρία εχθρικά αεροσκάφη με μία δική της απώλεια.

Αργότερα ένα αναγνωριστικό Hs 126 έπεσε από τα πυρά ενός P.11. Με το μεγαλύτερο μέρος της Στρατιάς Πομερανίας στα ανατολικά του Βιστούλα τα 13 εναπομείναντα καταδιωκτικά των 141 και 142 Μοιρών διατάχθηκαν να υποχωρήσουν προς το Λιούμπλιν και να τεθούν στη διάθεση της Ταξιαρχίας Δίωξης. Σε έξι ημέρες οι δύο Μοίρες είχαν χάσει εννέα αεροσκάφη, αλλά οι πιλότοι τους είχαν καταρρίψει 21 γερμανικά. Την επομένη ημέρα, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή τους, τα πέντε εναπομείναντα P.11 της Στρατιάς Λοτζ τους ακολούθησαν.

Όσο οι συνάδελφοί τους των μοιρών δίωξης μάχονταν για να κρατήσουν μακριά τα σμήνη των εχθρικών αεροσκαφών, τα πληρώματα της Ταξιαρχίας Βομβαρδισμού πέρασαν τις πρώτες δύο ημέρες του Σεπτεμβρίου σε ετοιμότητα, αναμένοντας διαταγές απογείωσης που δεν έλαβαν ποτέ. Στο διοικητήριο της Ταξιαρχίας επικρατούσε σύγχυση και οι μόνες αποστολές που πέταξαν τα βομβαρδιστικά αφορούσαν αναγνώριση, παρά την επιμονή του διοικητή για ανάληψη αποστολών βομβαρδισμού στο λιμάνι Καίνιγκσμπεργκ της Ανατολικής Πρωσσίας.

Η προσκόλληση της πολωνικής ανώτατης διοίκησης σε ξεπερασμένες αρχές αεροπορικού πολέμου θα περιόριζε σημαντικά την αποτελεσματικότητα της Ταξιαρχίας. Καθώς η πολωνική διοίκηση είχε υποσχεθεί στους συμμάχους της ότι δεν θα βομβάρδιζε στόχους σε γερμανικό έδαφος (4), αποφασίστηκε ότι η Ταξιαρχία θα υποστήριζε τις χερσαίες δυνάμεις αναλαμβάνοντας επιθέσεις εναντίον εχθρικών μηχανοκίνητων και τεθωρακισμένων μονάδων. Ετσι από τις 3 Σεπτεμβρίου τα P.23 και από την επόμενη ημέρα τα P.37 άρχισαν να πετούν αποστολές αναγνώρισης και βομβαρδισμού εναντίον των γερμανικών στρατευμάτων που προέλαυναν. Προς κατάπληξη όλων αυτές οι ενέργειες είχαν αρκετή επιτυχία.

Επιθέσεις που έγιναν στις 3 Σεπτεμβρίου από 30 περίπου P.23 εναντίον συγκεντρώσεων τεθωρακισμένων κοντά στο Ράντομσκο επέφεραν πολλές απώλειες και σταμάτησαν την προώθησή τους για δύο περίπου ημέρες. Νωρίς το πρωί τα P.23 επιχείρησαν αναγνώριση βορειοδυτικά της Τσεστότσοβα, όπου εντόπισαν μία εχθρική φάλαγγα τεθωρακισμένων. Δεκαοκτώ P.23 της 21 και της 22 Μοίρας συγκεντρώθηκαν και πριν από το μεσημέρι επιτέθηκαν στον στόχο τους. Κατόπιν επέστρεψαν στο αεροδρόμιό τους και αφού ανεφοδιάστηκαν επιχείρησαν μία ακόμα επίθεση με 13 αεροσκάφη.

Η επιχείρηση από 18 P.23 της 64 και της 65 Μοίρας εναντίον γερμανικών τεθωρακισμένων δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τέσσερα αεροσκάφη έπεσαν από τα πυρά των αντιαεροπορικών και δύο ακόμα καταστράφηκαν κατά την προσγείωση έχοντας δεχθεί πολλαπλά πλήγματα. Ενα ακόμα P.23 κατέπεσε από τα πυρά Πολωνών στρατιωτών.

Η μικρή ταχύτητα των P.23 είχε και θετικά αποτελέσματα για τους Πολωνούς, όπως ανακάλυψε ο σμηναγός Ντίτερ Χράμπακ, όταν μαζί με πέντε ακόμα αεροσκάφη επιτέθηκε σε τρία P.23. Τα πολωνικά αεροπλάνα, ελπίζοντας να ξεφύγουν από τους διώκτες τους, έχασαν αμέσως ύψος φθάνοντας στην επιφάνεια του εδάφους. Τα Bf 109 επιτέθηκαν ανεπιτυχώς, αφού η μεγάλη ταχύτητα δεν τους επέτρεπε να διατηρήσουν τα P.23 στο στόχαστρο αρκετό χρόνο για να τα καταρρίψουν.

Παρά τη μείωση της ταχύτητάς τους μία δεύτερη επίθεση δεν έφερε αποτέλεσμα. Κατά το τρίτο πέρασμα, με τα αερόφρενά τους εκτεταμένα και την ταχύτητά τους μειωμένη στα 200 km/h, κατάφεραν να καταρρίψουν ένα P.23 που πετούσε σε ύψος 30 m, αλλά οι πολυβολητές των δύο άλλων πέτυχαν το αεροσκάφος του Χράμπακ. Ο Γερμανός πιλότος, μελλοντικός άσσος της Luftwaffe, αναγκάσθηκε να προσγειωθεί πίσω από τις πολωνικές γραμμές.

Στο τέλος της 3ης Σεπτεμβρίου η Ταξιαρχία Βομβαρδισμού είχε χάσει 12 P.23. Την επομένη ημέρα οι μοίρες βομβαρδισμού έλαβαν μέρος σε πέντε αποστολές υποστήριξης. Τα P.23 και τα P.37 βομβάρδισαν πάλι το γερμανικό πεζικό που προέλαυνε στην περιοχή του Ράντομσκο προς το Λοτζ και τα γερμανικά τεθωρακισμένα στην περιοχή του Βίλουν, στα δυτικά της χώρας. Ολα τα διαθέσιμα P.37 (συνολικά 27) βομβάρδισαν τεθωρακισμένα και θέσεις πυροβολικού της γερμανικής 4ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στην περιοχή του Πουλτούσκ, στα βόρεια.

Στο τέλος της ημέρας ο διοικητής της Μεραρχίας δήλωσε ότι είχε υποστεί απώλειες της τάξης του 28%. Ωστόσο η Ταξιαρχία Βομβαρδισμού έχασε οκτώ P.37 και δύο P.23, ενώ το αεροδρόμιο στο Κουτσίνυ, από όπου επιχειρούσαν τα δικινητήρια βομβαρδιστικά, έγινε δύο ακόμα φορές στόχος της Luftwaffe με αποτέλεσμα δύο πολύτιμα P.37 να καταστραφούν στο έδαφος.

Την επομένη ημέρα τα P.37 εγκατέλειψαν το αεροδρόμιό τους χωρίς να παραλείψουν να βομβαρδίσουν πάλι τις γερμανικές φάλαγγες στο Ράντομσκο και στο Πουλτούσκ. Ο βομβαρδισμός των γερμανικών θέσεων επαναλήφθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου από δύο σμήνη των τριών P.37 της Dyon XV/1, που βομβάρδισαν γερμανικές μονάδες οι οποίες προωθούντο από τα βόρεια, αλλά τρία από αυτά κατέπεσαν από τα Bf 109. Αντίθετα από τα P.37, μετά από τις πρώτες ημέρες της εισβολής οι αποστολές των P.23 της Ταξιαρχίας Βομβαρδισμού περιορίσθηκαν σε αναγνωρίσεις για λογαριασμό του Γενικού Επιτελείου.

Κατά τις πρώτες έξι ημέρες του πολέμου τα P.37 της Ταξιαρχίας Βομβαρδισμού έλαβαν μέρος σε 50 αποστολές και υπέστησαν 16 απώλειες, ενώ τα P.23 συμμετείχαν σε 69 αποστολές βομβαρδισμού και 40 αναγνώρισης χάνοντας 32 αεροσκάφη.

Για τα αεροσκάφη της Ταξιαρχίας Βομβαρδισμού η διαταγή για την υποχώρηση προς τα νοτιοδυτικά της χώρας έφθασε στο τέλος της 7ης Σεπτεμβρίου. Και αυτή η μετακίνηση συνοδεύτηκε από αποστολές βομβαρδισμού. Τα έξι P.37 της Dyon XV/1 και τα οκτώ P.23 της Dyon VI/6 διενήργησαν επίθεση για την επιβράδυνση των Γερμανών στο βόρειο μέτωπο και τα P.23 της Dyon II/2 βομβάρδισαν τις γερμανικές θέσεις βόρεια του Λοτζ, πριν προσγειωθούν στα νέα τους αεροδρόμια.

Η ζωή δεν ήταν ευκολότερη για τα πληρώματα των μοιρών βομβαρδισμού/αναγνώρισης του Στρατού. Εξοπλισμένα με ίδιου τύπου P.23 συχνά εκτελούσαν αποστολές εγγύς υποστήριξης, σε μία προσπάθεια να μειώσουν την ασφυκτική πίεση την οποία υφίσταντο οι μονάδες του Στρατού. Οπως συνέβαινε με τα P.23 της Ταξιαρχίας Βομβαρδισμού, αυτές οι αποστολές είχαν περιορισμένη επιτυχία.

Τη δεύτερη ημέρα της εισβολής έξι αεροσκάφη της 24 Μοίρας βομβάρδισαν συγκέντρωση γερμανικών τεθωρακισμένων νότια της Κρακοβίας. Αργότερα αεροσκάφη της ίδιας Μοίρας συνοδευόμενα από έξι P.11 της 122 Μοίρας – μία εξαιρετικά σπάνια «παρηγοριά» για τα πληρώματα των βομβαρδιστικών – αιφνιδίασαν πλήρως μία γερμανική φάλαγγα κοντά στη Τσεστότσοβα, επιφέροντάς της πολλές απώλειες και μεγάλη αναταραχή.

Πριν από το μεσημέρι της 2ης Σεπτεμβρίου σημειώθηκε μία σημαντική επιτυχία από τους Γερμανούς. Οκτώ Bf 109D, αφού κατέρριψαν ένα P.11 που συνάντησαν στην περιοχή του Λοτζ, ανακάλυψαν ένα από τα μυστικά αεροδρόμια διασποράς. Οταν μετά από λίγα λεπτά απομακρύνθηκαν άφησαν πίσω τους μία αποθήκη καυσίμων και πολλά βομβαρδιστικά στις φλόγες. Ενα P.11 που προσπάθησε να τα αντιμετωπίσει καταρρίφθηκε.

Κατά την επιστροφή τους τα Bf 109D συνάντησαν τέσσερα πολωνικά βομβαρδιστικά και τα κατέρριψαν. Συνολικά η γερμανική μονάδα σημείωσε 16 επιτυχίες, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στην Πτέρυγα της Στρατιάς Λοτζ.

Στις 3 Σεπτεμβρίου η 24 Μοίρα βρισκόταν πάλι σε δράση. Τα P.23 βομβάρδισαν με επιτυχία μία γερμανική φάλαγγα τεθωρακισμένων κοντά στη Ράμπκα, καταφέροντας άμεσα πλήγματα σε πολλά τεθωρακισμένα. Μόνο ένα P.23 καταστράφηκε στις συγκεκριμένες επιδρομές, αλλά αυτό θα αποδεικνυόταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Σε μία παρόμοια επίθεση την ίδια ημέρα η 31 Μοίρα – αν και τα έξι P.23 της αιφνιδίασαν τους Γερμανούς που αναπαύονταν και τους προκάλεσαν βαριές απώλειες – έχασε δύο αεροσκάφη και τα υπόλοιπα τέσσερα αποχώρησαν με αρκετές ζημιές.

Στις 3 Σεπτεμβρίου επίσης άρχισαν δράση και τα P.23 της Ταξιαρχίας Αναγνώρισης. Πετώντας σε τρία σμήνη των τριών αεροσκαφών τα πληρώματα της 55 Μοίρας επιτέθηκαν σε τεθωρακισμένα γερμανικών μονάδων.

Οι επιχειρήσεις αναγνώρισης, συνήθως από ένα αεροσκάφος, ήταν εξίσου επικίνδυνες – η κυριαρχία της Luftwaffe ήταν φανερή και τα πληρώματα σπάνια μπορούσαν να βασισθούν σε βοήθεια από τα πολωνικά καταδιωκτικά. Τα Lublin R-XIII δεν σταμάτησαν να πετούν σε αποστολές παρατήρησης, μεταφέροντας πληροφορίες από τα μέτωπα στις διοικήσεις και μεταξύ των μονάδων, με συνεχείς απώλειες που κατά τις πρώτες έξι ημέρες έφθασαν τα 37 αεροσκάφη, από τα 77 που είχαν διατεθεί στις μοίρες πρώτης γραμμής.

Υποχώρηση και δεύτερο μέτωπο

Ως τις 10 Σεπτεμβρίου οι έξι από τις επτά πτέρυγες των στρατιών είχαν μεταφερθεί ανατολικά του ποταμού Βιστούλα, σε μία μάταιη προσπάθεια να ανασχηματισθεί η Ταξιαρχία Δίωξης και να αναλάβει την άμυνα της περιοχής του Λιούμπλιν. Την ίδια ημέρα 200 πιλότοι και μία ομάδα τεχνικών πέρασαν τα σύνορα με τη Ρουμανία για να παραλάβουν τα αναμενόμενα γαλλικά και βρετανικά αεροσκάφη!

Η Ταξιαρχία Δίωξης διέθετε πλέον 40 P.11. Ωστόσο η κατάσταση του εφοδιασμού δεν σταμάτησε να επιδεινώνεται. Λόγω της έλλειψης καυσίμων μόνο 16 P.11 μπορούσαν να λάβουν μέρος σε επιχειρήσεις. Από τη δεύτερη εβδομάδα της εισβολής η ένταση της αεροπορικής μάχης σταδιακά μειωνόταν.

Η μόνη αεροπορική μονάδα που είχε παραμείνει με τη Στρατιά της ήταν η Σμηναρχία Δίωξης της Στρατιάς Πόζναν. Υπό την εξαιρετική διοίκηση του επισμηναγού Μιέτσισλαβ Μούμλερ κατάφερε να διατηρήσει την αποτελεσματικότητά της ως τις 17 Σεπτεμβρίου, αυξάνοντας τις επιτυχίες της σε όλη την εκστρατεία σε 36 καταρρίψεις, παρά το γεγονός ότι στις 9 Σεπτεμβρίου ο επισμηναγός Μούμλερ αναγκάστηκε να διαλύσει την 131 Μοίρα και να μεταθέσει τα αεροσκάφη και τρεις πιλότους της στην 132 – για τους υπόλοιπους δεν υπήρχαν διαθέσιμα αεροσκάφη.

Στις 10 Σεπτεμβρίου η Ταξιαρχία Βομβαρδισμού είχε συγκεντρωθεί σε αεροδρόμια της Βολύνια, νοτιοανατολικά της χώρας, από όπου συνέχισε τη δράση της. Αν και όλες οι επιθέσεις των P.23 δεν είχαν την ίδια επιτυχία, συνολικά αποδείχθηκαν αρκετά ενοχλητικές και η Luftwaffe αναγκάσθηκε να παρέχει καταδιωκτικά για την κάλυψη των χερσαίων τμημάτων.

Ωστόσο η τακτική των επιθέσεων παρενόχλησης με μικρούς σχηματισμούς (συνήθως από τρία αεροσκάφη) και ο πολυβολισμός των εχθρικών σχηματισμών μετά την απόρριψη των βομβών (τα πληρώματα είχαν συγκεκριμένες εντολές για αυτό) από αεροσκάφη που ήταν ακατάλληλα γι’ αυτόν τον ρόλο, σύντομα αποδείχθηκε πολύ δαπανηρή. Ενεργώντας χωρίς συνοδεία πολλά βομβαρδιστικά έπεσαν θύματα των Bf 109 που περιπολούσαν, ενώ περισσότερα καταρρίφθηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές από τα αντιαεροπορικά πυρά. Ακόμα και έτσι οι αποστολές συνεχίσθηκαν ώσπου στην Ταξιαρχία ουσιαστικά δεν είχαν απομείνει αεροσκάφη.

Μία από τις καταστροφικότερες ημέρες για την Ταξιαρχία Βομβαρδισμού αποδείχθηκε η 13η Σεπτεμβρίου. Μία επιτυχής αναγνώριση στην περιοχή του αεροδρομίου Χούτνικι, το οποίο παρείχε προσωρινό καταφύγιο για μέρος της Ταξιαρχίας Βομβαρδισμού, έφερε μία σμηναρχία Bf 109D. Τέσσερα από τα οκτώ P.23 που βρέθηκαν στον αέρα καταστράφηκαν και, παρά τα πυκνά αντιαεροπορικά πυρά, την ίδια τύχη είχαν πολλά από τα P.37 που βρέθηκαν στο έδαφος.

Η έλλειψη καυσίμων ανάγκασε τους Γερμανούς να αποχωρήσουν. Ωστόσο 24 ώρες αργότερα επέστρεψαν για να ολοκληρώσουν την καταστροφή. Σε δύο ημέρες 26 πολωνικά αεροσκάφη είχαν καταστραφεί, στον αέρα ή στο έδαφος. Δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ο ρυθμός των απωλειών ήταν πολύ υψηλός για τις μοίρες. Αντιμετωπίζοντας ελλείψεις σε καύσιμα και ανταλλακτικά, στερούμενοι από κάθε οργανωμένο δίκτυο παρατηρητών, οι πιλότοι της νεοσυσταθείσας Ταξιαρχίας Δίωξης εμπλέκονταν σε μεμονωμένες αψιμαχίες με τη Luftwaffe, επιτυγχάνοντας μόνο πέντε καταρρίψεις ως τις 17 Σεπτεμβρίου.

Στις 17 Σεπτεμβρίου, με την πλειοψηφία του Στρατού να μάχεται εναντίον των Γερμανών, ο Σοβιετικός Στρατός πέρασε τα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας σφραγίζοντας τη μοίρα της χώρας. Το Σώμα Φρουρών των Συνόρων και αυτοσχέδιες δυνάμεις προέβαλαν ζωηρή αλλά μάταιη αντίσταση. Μαχόμενες σε δύο μέτωπα οι μονάδες του Στρατού αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να βρεθούν περικυκλωμένες. Η αεροπορική αναγνώριση έγινε πιο κρίσιμη από ποτέ στον προσδιορισμό της θέσης του εχθρού. Επειδή η Luftwaffe είχε εξασφαλίσει την κυριαρχία στον ουρανό, τις αποστολές αναγνώρισης πραγματοποιούσαν κυρίως τα P.11, που είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες επιβίωσης.

Σε τέτοιες αποστολές στις 17 Σεπτεμβρίου ένας αριθμός από σοβιετικά αεροσκάφη καταρρίφθηκε ή έπαθε ζημιές. Ηταν φανερό ότι ο Σοβιετικός Στρατός πλησίαζε στα αεροδρόμια από όπου δρούσαν οι πολωνικές αεροπορικές μονάδες και έτσι αυτές έλαβαν διαταγή να πετάξουν ως τη Ρουμανία.

Μικρές μονάδες αεροπορικής υποστήριξης συνέχισαν να επιχειρούν από την ανατολική Πολωνία ως τη συνθηκολόγηση. Οι πιλότοι τους δεν ήταν μόνο Πολωνοί. Μετά τον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας μία ομάδα Τσέχων αεροπόρων εισήλθε στην Πολωνία, όπου αντιμετωπίσθηκε με σκεπτικισμό. Χρειάστηκε η σοβιετική εισβολή για να αλλάξουν οι απόψεις της ανώτατης διοίκησης.

Στη Βαρσοβία η μόνη αμυντική δύναμη που είχε απομείνει ήταν τα αντιαεροπορικά πυροβόλα και λίγα αεροσκάφη των αεροπορικών λεσχών. Τα τελευταία πετούσαν σε αποστολές αναγνώρισης, ταχυδρομείου ή βομβαρδισμού με χειροβομβίδες! Στις 4 Οκτωβρίου δύο αναγνωριστικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν την τελευταία αποστολή της Πολωνικής Αεροπορίας, επάνω από το γερμανικό πεζικό που συγκέντρωνε τους αιχμαλώτους στο Πύσκορ, ρίχνοντας χειροβομβίδες και επιδεικνύοντας το υψηλό ηθικό τους.

Αποτελέσματα

Η εκστρατεία στην Πολωνία διήρκεσε έξι εβδομάδες. Από τα 2.000 περίπου αεροσκάφη που χρησιμοποίησε εναντίον της χώρας η Luftwaffe έχασε 285 από κάθε αιτία, ενώ από τα 263 που υπέστησαν ζημιές μόνο το 40% επέστρεψε στις επιχειρήσεις. Κατ’ εκτίμηση 230 αεροσκάφη καταστράφηκαν σε πολεμικές επιχειρήσεις, κυρίως από πολωνικά καταδιωκτικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα. Στο τέλος της εκστρατείας 413 άνδρες των γερμανικών πληρωμάτων ήταν νεκροί ή αγνοούμενοι και 120 τραυματίες.

Επιπλέον 15-20 αεροσκάφη έχασε η Σοβιετική Αεροπορία. Από τα 217 γερμανικά τεθωρακισμένα που καταστράφηκαν και τα 457 που υπέστησαν σοβαρές ζημιές ένα σημαντικό ποσοστό μπορεί να αποδοθεί στην Ταξιαρχία Βομβαρδισμού και στα P.23 των μοιρών αναγνώρισης του Στρατού.

Η Πολωνική Αεροπορία έχασε 333 αεροσκάφη, 260 ως αποτέλεσμα εχθρικής δράσης. Από αυτά 100 περίπου καταστράφηκαν ως άμεσο αποτέλεσμα των επιχειρήσεων και 120 ως επακόλουθο σοβαρών ζημιών. Μόνο 25 μάχιμα αεροσκάφη (σε αντίθεση με τα πολλά εκπαιδευτικά και πολιτικά) καταστράφηκαν στο έδαφος. Από τα πληρώματα 61 άνδρες έχασαν τη ζωή τους, ενώ οι αγνοούμενοι ήταν 110 και οι τραυματισθέντες 63. Η πλειοψηφία του προσωπικού και 97 ή 98 αεροσκάφη αποσύρθηκαν στη Ρουμανία.

Μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, περισσότερα από 30 πολωνικά αεροσκάφη καταρρίφθηκαν από φίλια αντιαεροπορικά πυρά. Αυτή η πικρή μαρτυρία της αποτελεσματικότητας των Πολωνών πυροβολητών (που είχαν παρόμοια επιτυχία – λαμβάνοντας υπόψη τον μικρό αριθμό των διαθέσιμων αντιαεροπορικών πυροβόλων – εναντίον της Luftwaffe) μπορεί εύκολα να εξηγηθεί. Σταθερά παρενοχλούμενοι από τη Luftwaffe, ιδιαίτερα από τα τρομακτικά Stuka, οι Πολωνοί στρατιώτες έβαλλαν εναντίον οποιουδήποτε πετούσε.

Τα πολωνικά αεροσκάφη ήταν σπάνιο θέαμα εκείνες τις ημέρες του Σεπτεμβρίου και όταν εμφανίζονταν αυτόματα θεωρούντο εχθρικά. Ισως το χειρότερο επεισόδιο συνέβη στις 8 Σεπτεμβρίου, όταν P.11 της Dyon III/2 που κατεδίωκαν έναν σχηματισμό He 111 δέχθηκαν φίλια πυρά. Τέσσερα αεροσκάφη έπεσαν, δύο πιλότοι σκοτώθηκαν – μεταξύ τους και ο διοικητής της 121 Μοίρας – και ένας τραυματίσθηκε.

Όμως πιο συχνές ήταν οι περιπτώσεις κατάρριψης πολωνικών αεροσκαφών στρατιωτικής συνεργασίας και αναγνώρισης, τα οποία, λόγω της γερμανικής κυριαρχίας στον αέρα, συνήθως πετούσαν σε χαμηλό ύψος και γίνονταν στόχοι πολυβόλων ή μικρότερων όπλων των ομοεθνών τους.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στατιστικό στοιχείο είναι ο αριθμός των καταρρίψεων που κατάφεραν τα πληρώματα των πολωνικών βομβαρδιστικών και αναγνωριστικών: 14 γερμανικά καταδιωκτικά κατέπεσαν από τα πυρά των Πολωνών, σε σύγκριση με τα 31 πολωνικά αεροσκάφη αυτών των τύπων που έπεσαν θύματα των γερμανικών καταδιωκτικών.

Καθώς τα πολωνικά βομβαρδιστικά είχαν σχετικά ελαφρύ αμυντικό εξοπλισμό (τρία πολυβόλα διαμετρήματος 7,92 mm) και καμία θωράκιση, ακόμα και αν οι πολυβολητές τους θεωρηθούν άριστοι σκοπευτές γίνεται φανερή η απειρία των Γερμανών πιλότων στην αρχή του πολέμου. Για σύγκριση αναφέρεται ότι η Ταξιαρχία Δίωξης ανέφερε 38 καταρρίψεις γερμανικών βομβαρδιστικών και έχασε μόνο τέσσερα αεροσκάφη από τον αμυντικό οπλισμό τους.

Σύνοψη

Αν και η χώρα υπέκυψε στη γερμανική προέλαση και στη σοβιετική εισβολή, μεγάλος αριθμός ιπταμένων και πληρωμάτων εδάφους πέρασε τα σύνορα με τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Εκεί κρατήθηκαν υπό περιορισμό. Με τη βοήθεια των πολωνικών πρεσβειών και προξενείων, που προμήθευσαν πλαστά έγγραφα και χρήματα προς εξαγορά υπαλλήλων, οι περισσότεροι κατάφεραν να διαφύγουν προς τις ακτές της Μεσογείου και από εκεί στη Γαλλία και στη Βρετανία (5).

Η Πολωνική Αεροπορία αναδημιουργήθηκε στη Γαλλία και τον Ιούνιο του 1940 αριθμούσε 7.000 άνδρες. Πολωνοί πιλότοι έλαβαν μέρος στη Μάχη της Αγγλίας (145 από τους 2.928 πιλότους της RAF ήταν Πολωνοί). Ως το τέλος του πολέμου πολωνικές μοίρες επιχειρούσαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη βόρεια Αφρική, την Ιταλία, τη δυτική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ενωση.

Δυστυχώς, όπως η πλειοψηφία των Πολωνών που πολέμησαν υπό τη συμμαχική διοίκηση, οι άνδρες της Πολωνικής Αεροπορίας δεν επέστρεψαν στη χώρα και μετά από επιμονή του Στάλιν ο Πολωνός στρατιώτης δεν έλαβε μέρος στην παρέλαση της νίκης το 1946. Μετά από 5 χρόνια και 8 μήνες αγώνων η Πολωνία αναδύθηκε ως ο μεγαλύτερος χαμένος από τους νικητές. Οι Πολωνοί βρέθηκαν υπό νέα κατοχή και μέρος της χώρας τους προσαρτημένο από άλλα κράτη.

Ο επίλογος για την Πολωνική Αεροπορία του Σεπτεμβρίου του 1939 γράφηκε περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, όταν με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τον Δεκέμβριο του 1990, οι επιζήσαντες πιλότοι επέστρεψαν ελεύθεροι στη χώρα τους.

Σημειώσεις

  1. Με το πραξικόπημα του 1926 ο στρατηγός Πιλσούντσκι ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και διατήρησε τον έλεγχο ως τον θάνατό του. Το 1935 οι υποστηρικτές του σχημάτισαν ένα «καθεστώς συνταγματαρχών» που κυβέρνησε τη χώρα ως το 1939.
  2. Οι μόνες επιβεβαιωμένες επιτυχίες των εκπαιδευτών του Ούλεζ σημειώθηκαν στις 14 και στις 15 Σεπτεμβρίου, όταν ο σμηναγός Χένρυκ «Χέσιο» Σζέσνυ πετώντας το πρωτότυπο P.11g κατέρριψε δύο He 111.
  3. Ο Σκάλσκι πολέμησε στη Μάχη της Αγγλίας στη βόρεια Αφρική, στην Ιταλία και στη δυτική Ευρώπη. Με 18 καταρρίψεις και τρεις μοιρασμένες με άλλους θεωρείται ο πιο επιτυχημένος Πολωνός πιλότος. Με τη λήξη του πολέμου επέλεξε να επιστρέψει στη χώρα του. Αρχικά υπηρέτησε στην Αεροπορία, αλλά έπειτα φυλακίσθηκε επί οκτώ χρόνια (ως το 1956). Αποφάσισε να παραμείνει στην Πολωνική Αεροπορία και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταξιάρχου τη δεκαετία του 1970. Σήμερα ζει στη Βαρσοβία.
  4. Η μόνη επιθετική επιχείρηση σε γερμανικό έδαφος σημειώθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου, όταν ένα Ρ.23 έριξε οκτώ βόμβες των 50 kg σε σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις στο Νάιντεμπουργκ.
  5. Η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση παρέμεινε στο Λονδίνο ως την αλλαγή του καθεστώτος στην Πολωνία το 1990. Ολα αυτά τα χρόνια λειτουργούσε κανονικά, προκηρύσσοντας εκλογές και διατηρώντας σημαία, σφραγίδα του κράτους, επίσημα έγγραφα κλπ.