Η Ανατολική Ευρώπη έρμαιο της οικονομικής κρίσης

Η φετινή θα έπρεπε κανονικά να είναι μια χρονιά εορταστικών εκδηλώσεων στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Εχουν περάσει 20 χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, το ΝΑΤΟ γιορτάζει τη 10η επέτειο επέκτασης προς ανατολάς και έχει περάσει μια 5ετία από τότε που ξεκίνησε η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην περιοχή: από τη Βαλτική μέχρι και τη Μαύρη Θάλασσα οι χώρες που ξέφυγαν από τη σοβιετική κυριαρχία έχουν πολλά να θυμούνται.

Όμως η παγκόσμια οικονομική κρίση χάλασε το? πάρτι και οι ηγέτες της περιοχής νιώθουν τα θεμέλια των οικονομιών να τρίζουν κάτω από τα πόδια τους. Αν και το πέπλο της χειρότερης ύφεσης από τη δεκαετία του ’30 καλύπτει όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, σε αντίθεση με την πλούσια Δύση, η κεντρική και ανατολική Ευρώπη βρίσκεται στη χειρότερη θέση.

Οι απειλές είναι τόσο μεγάλες ώστε οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε συνάντηση που είχαν στο Βερολίνο συμφώνησαν να συμβάλουν στον διπλασιασμό των πόρων που διαθέτει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στα 500 δισ. δολάρια (391 δισ. ευρώ) με στόχο να στηρίξουν τις χώρες της περιοχής. Σε κίνδυνο, εκτός από την οικονομική ανάπτυξη των ευάλωτων χωρών, τίθεται ωστόσο και η πολιτική τους σταθερότητα. Η οργή του λαού για την ύφεση, την ανεργία και το χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει αναταραχές με απρόβλεπτες συνέπειες.

Όπως και στη δυτική Ευρώπη, έτσι και στις χώρες αυτές θα μπορούσαν να ξεσπάσουν κοινωνικές και εθνικιστικές εντάσεις. Κυβερνήσεις, πολυεθνικές εταιρείες και τράπεζες μπορούν όλες να γίνουν στόχος της δημόσιας διαμαρτυρίας, όταν η επιβίωση των απλών πολιτών απειλείται.

Έχοντας δουλέψει σκληρά για να οδηγήσουν τις χώρες τους στην «αγκαλιά» της παγκοσμιοποιημένης Ευρώπης κάποιοι ηγέτες κρατών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης νιώθουν προδομένοι, ενώ ο λαός αμφισβητεί την ελεύθερη δημοκρατία, τις αγορές και την Ε.Ε. Και τούτο διότι βλέπουν χώρες όπως η Γαλλία να τάσσονται υπέρ των εθνικών λύσεων όταν απαιτούνται διεθνείς κινήσεις αντιμετώπισης της κρίσης.

Όλοι τους, μάλιστα, επικρότησαν την Τσεχία, που έχει την προεδρία της Ε.Ε., όταν προκάλεσε τον Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί λέγοντας ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε για την αυτοκινητοβιομηχανία στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης στη γαλλική αγορά. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι παρά τις ανησυχίες σχετικά με την ενότητα της Ε.Ε. τα νέα κράτη – μέλη παραμένουν προσηλωμένα στη δέσμευσή τους για πλήρη ενσωμάτωση. Η Πολωνία, μάλιστα, επιταχύνει τα σχέδιά της για να ενταχθεί στην Ευρωζώνη.

Διαφορετική κρίση

Κάθε μια από τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης βιώνει την κρίση διαφορετικά. Από τη μία πλευρά υπάρχουν έθνη που υφίστανται τεράστιες οικονομικές πιέσεις όπως η Ουγγαρία, η Λετονία και η Ουκρανία που έχουν ήδη προσφύγει στο ΔΝΤ για δάνειο. Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται η Πολωνία, η Τσεχία και η Σλοβακία, που αποτελούν μία σχετικά σταθερή οικονομική βάση. Τα «μαύρα σύννεφα» έχουν αρχίσει, ωστόσο, να πυκνώνουν ακόμη και πάνω από χώρες που έχουν αποφύγει για την ώρα τα χειρότερα.

Στην Κροατία, ο αριθμός των χειμερινών σκιέρ ανήλθε σε επίπεδα ρεκόρ φέτος τον χειμώνα, οι τιμές των ακινήτων στις ακτές της Αδριατικής παραμένουν υψηλές και η νυχτερινή ζωή στο Ζάγκρεμπ είναι έντονη. Οπως όμως λένε οι ειδικοί: «Η οικονομική κρίση δεν μας έχει ακόμη πλήξει, είναι όμως διάχυτη η αίσθηση ότι κάτι πολύ κακό βρίσκεται καθ’ οδόν».

Ύστερα από σχεδόν μια 10ετία ταχύτατης ανάπτυξης (5% πέρυσι) το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της περιοχής πρόκειται να συρρικνωθεί το 2009 για πρώτη φορά μετά το μετα-κομμουνιστικό χάος στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Οι μετανάστες επιστρέφουν στα σπίτια τους εγκαταλείποντας τις «λαβωμένες» οικονομίες της Δύσης και τη Ρωσία. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις ακυρώνονται.

Και ακόμη χειρότερα, οι διεθνείς τράπεζες που τροφοδοτούσαν την ανάπτυξη της περιοχής δίνουν μάχη για να χρηματοδοτήσουν τις θυγατρικές τους με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι ανησυχίες ότι ο τραπεζικός κλάδος απειλείται με κατάρρευση. Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών στα τέλη του περασμένου Σεπτεμβρίου τα δάνεια της ανατολικής Ευρώπης από ξένες τράπεζες ιδιαίτερα δυτικοευρωπαϊκές (σε τοπικό και ξένο νόμισμα) ανέρχονταν σε 1,656 τρισ. δολάρια και ήταν τρεις φορές μεγαλύτερα από το 2005. Η αναταραχή στις χρηματαγορές κατά τον τελευταίο μήνα επανέφερε στο προσκήνιο τους κινδύνους.

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανοικοδόμησης και Ανάπτυξης (EBRD) εκτιμά ότι ο τραπεζικός κλάδος χρειάζεται 200 δισ. δολάρια για αναχρηματοδότηση φέτος και 100 με 150 δισ. δολάρια για ανακεφαλαίωση με στόχο την επιβίωση. Το ερώτημα είναι κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ιδιαίτερα δε από τη στιγμή που οι οικονομίες επιβραδύνονται και τα νομίσματα βρίσκονται σε «ελεύθερη πτώση».

Εάν οι τράπεζες καλύψουν το 70% των αναγκών των θυγατρικών τους, διεθνείς οργανισμοί και κυβερνήσεις ενδεχομένως να χρειαστεί τελικά να δαπανήσουν περί τα 100 δισ. δολάρια, ένα ποσό μεγάλο αλλά όχι μεγαλύτερο από τα πακέτα στήριξης που έχουν ανακοινωθεί στη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Ρόμπερτ Ζέλικ, πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο οποίος έχει μιλήσει για ένα μικρότερο νούμερο της τάξης των 40 με 45 δισ. δολαρίων έχει απευθύνει έκκληση στις κυβερνήσεις να στηρίξουν την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ και την EBRD στην προσπάθεια εξεύρεσης πόρων, χαρακτηρίζοντας το θέμα αυτό κρίσιμο για το μέλλον της Ευρώπης. «Θα ήταν μεγάλη τραγωδία εάν η Ευρώπη χωριζόταν στα δύο ξανά», είπε χαρακτηριστικά. Δεν συνωστίζονται πάντως όλες οι χώρες στην ουρά για ένα δάνειο από το ΔΝΤ.

Η Σλοβακία και η Σλοβενία απολαμβάνουν την ασφάλεια που τους παρέχει η Ευρωζώνη. Η Πολωνία και η Τσεχία επιμένουν ότι δεν χρειάζονται στήριξη και λένε ότι όλη αυτή η αναστάτωση στις αγορές οφείλεται στους πανικοβλημένους επενδυτές και στην λανθασμένη άποψη ότι η περιοχή αποτελεί μια ζώνη καταστροφής.

Η κοινωνική και πολιτική επίδραση της κρίσης επίσης διαφέρει. Η κυβέρνηση της Λετονίας κατέρρευσε μετά την εντολή λιτότητας από το ΔΝΤ. Στην Ουκρανία η οικονομική αναταραχή έχει γίνει το τελευταίο πεδίο μάχης ανάμεσα στον πρόεδρο και τον πρωθυπουργό της χώρας. Αντίθετα, στην Πολωνία η κρίση ενίσχυσε τη δημοτικότητα του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τασκ.

Η Βιέννη τρέμει την κατάρρευση

Παρακάτω ακολουθεί η εξομολόγηση του Eric Frey.

Η κατάρρευση του κομμουνισμού στην ανατολική Ευρώπη σηματοδότησε την έναρξη μιας εύφορης περιόδου για την Αυστρία.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 η χώρα εμφάνισε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χάρη στους ισχυρούς δεσμούς που ανέπτυξε με τους γείτονές της.

Μέχρι και φέτος τον Ιανουάριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεπε ότι η Αυστρία θα επηρεαζόταν από την κρίση λιγότερο από τη Γερμανία ή την Ιταλία.

Η Αυστρία έπαψε, όμως, να είναι τυχερή.

Οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας (Bank Austria, Erste Bank, Raifeissen) έχουν τεράστια έκθεση στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη.

Συνολικά, οι αυστριακές τράπεζες έχουν δανείσει σε πελάτες στην περιοχή το ποσό των 210 δισ. ευρώ, το οποίο ισοδυναμεί στο 68% του αυστριακού ΑΕΠ.

Ενδεχόμενη κατάρρευση της οικονομίας της ανατολικής Ευρώπης θα «εξαφάνιζε» τα κεφάλαια των αυστριακών τραπεζών και θα εξωθούσε την κυβέρνηση σε πολύ ακριβά πακέτα στήριξής τους.

Θα πλήγωνε, επίσης, εκατοντάδες βιομηχανικούς ομίλους, λιανέμπορους και άλλες εταιρείες υπηρεσιών που είτε έχουν επενδύσει απευθείας είτε στηρίζονται από τις πωλήσεις στην περιοχή.

Η διαφορά απόδοσης μεταξύ αυστριακών και γερμανικών ομολόγων δεκαετούς ωρίμασης διευρύνθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ η οικονομία της χώρας κινδυνεύει να χάσει την αξιολόγηση ΑΑΑ της πιστοληπτικής της ικανότητας. Ως εκ τούτου, τα αυστριακά τραπεζικά λόμπι πολιορκούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη λήψη ειδικής βοήθειας για τους ομίλους που έχουν εκτεθεί υπερβολικά στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, ενώ ο πρωθυπουργός της χώρας είχε περιοδεία στην περιοχή επιχειρώντας να πείσει για την αναγκαιότητα συντονισμένης προσέγγισης του θέματος.