Η Ελλάδα λογαριάζει “χωρίς τον ξενοδόχο”…

Και ενώ οι παραβιάσεις στο Αιγαίο έχουν πάρει τη μορφή του φαινομένου της χιονοστιβάδας, οι επιτελείς του υπουργείου Εθνικής Αμυνας ασχολούνται με τα της ελληνικής προεδρίας στην Ε.Ε., αφήνοντας τους στρατιωτικούς να βγάλουν αυτοί το “φίδι από την τρύπα”. Φυσικά αυτή και είναι η αποστολή της πολεμικής αεροπορίας, θα πει κανείς και ορθά.

Oμως, πρέπει να υπάρχει και η απαραίτητη πολιτική βούληση ώστε κάποιοι να συνειδητοποιήσουν ότι η Τουρκία σε αυτή της τη φάση ίσως είναι επικίνδυνη όσο ποτέ, μιας και ξεκάθαρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια εσωτερική σύγκρουση μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας. Και μέχρι στιγμής, άσχετα με το τι συνέβη στην Κοπεγχάγη και την “ημερομηνία για την ημερομηνία” που δόθηκε στην τουρκική πολιτική ηγεσία, η στρατιωτική ελίτ συνεχίζει να έχει τα ηνία.

Αυτή ακριβώς η “άρνηση” των Tούρκων στρατηγών σε ό,τι αφορά την εισδοχή της Τουρκίας στην Ε.Ε. μπορεί κάποιος να την εντοπίσει στον ουρανό, του κατά τα άλλα ευρωπαϊκού εδάφους, του Αιγαίου, και στη σκληρή στάση που τηρεί ο Ραούφ Ντενκτάς παρά τις αντιδράσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό.

Δυστυχώς πέρασαν στα “ψιλά” των εφημερίδων οι επισκέψεις όλων των Tούρκων αρχηγών των γενικών επιτελείων ακόμη και του Α/ΓΕΕΘΑ, στρατηγού Οζγκιόκ, στο νοσοκομείο της Αγκυρας όπου νοσηλευόταν ο “ασθενής” Ντενκτάς, ο οποίος μάλιστα δεν είχε κανένα ενδοιασμό στο να δηλώσει ότι “ο Ραούφ Ντενκτάς είναι ένας άνθρωπος που με εμπνέει με το θάρρος του και τη μαχητικότητά του για τα δίκαια των αδελφών μας στην Κύπρο»”.

Γιατί όμως η τουρκική στρατιωτική ελίτ να θέλει να μπει η χώρα στην Ε.Ε;

Είσοδος στην Ε.E. σημαίνει αυτόματα, μείωση των στρατιωτικών εξοπλισμών, έλεγχος στα οικονομικά της χώρας και στα κονδύλια που προορίζονται για την Αμυνα, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, σεβασμός των μειονοτήτων, ακολουθούμενη στρατηγική με βάση τα συμφέροντα της Ε.Ε. και όχι των ΗΠΑ, το τεράστιο “πλυντήριο” ξεπλύματος μαύρου χρήματος του Ντενκτάς δεν θα υπάρχει πλέον, και πόσοι ακόμα λόγοι που κάνουν τους Tούρκους στρατιωτικούς να ανατριχιάζουν στην ιδέα ότι θα γίνει η Τουρκία μέλος της Ε.Ε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκική Δημοκρατία γεννήθηκε από έναν στρατηγό. Τον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος άφησε ως παρακαταθήκη του την εξής φράση: “Εμείς (ο στρατός) έχουμε το καθήκον να προστατεύσουμε τη συνοχή του τουρκικού έθνους” (Biz, buyuk Turk Milletinin Hizmetndeyiz).

Πώς λοιπόν η ελληνική πλευρά αβίαστα πιστεύει ότι τα προβλήματα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας οδεύουν προς λύση; Πώς μπορούν και αγνοούν τον παράγοντα “στρατιωτικοί”;

Το γεγονός αυτό δείχνει για μια ακόμη φορά ότι η διπλωματία του υπουργείου Εξωτερικών αλλά και η… “στρατιωτική διπλωματία” του υπουργείου Αμυνας δεν έχουν διδαχθεί τίποτε από το παρελθόν και συγκεκριμένα από την περίφημη “συναισθηματική εξωτερική πολιτική” που εδώ και δεκαετίας ασκεί η Ελλάδα απέναντι στους γείτονές της. Το να ασκείς διπλωματία έναντι των άλλων κρατικών οντοτήτων γιατί λυπάσαι ή στεναχωριέσαι ή είσαι μεγαλόψυχος, με μαθηματική ακρίβεια έχεις αποτύχει.

Ιδιαίτερα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η σωστή διπλωματία βασίζεται στη λεγόμενη “real politik”. Ασκείς δηλαδή εξωτερική πολιτική με βάση τα συμφέροντά σου και μέσω ενός μεγαλόπνοου στρατηγικού σχεδίου. Και φυσικά είναι ηλίου φαεινότερον ότι κάτι τέτοιο απουσιάζει από την ελληνική κυβέρνηση.

Μήπως η λεγόμενη “σεισμική διπλωματία” είχε κάποιο απτό αποτέλεσμα, πέρα από τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις που αντάλλασσαν Ελληνες και Τούρκοι πολιτικοί; Καμία. Ο επιστήθιος φίλος του Γ. Παπανδρέου, Ισμαήλ Τζεμ, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στη γείτονα εξαπέλυσε μύδρους κατά των Ελλήνων, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την εισβολή στην Κύπρο “ως ειρηνευτική αποστολή έναντι στον ελληνικό φασισμό”.

Ετσι, λοιπόν, οι παραβιάσεις των τουρκικών αεροσκαφών και πλοίων συνεχίζονταν, συνεχίζονται και θα συνεχίζονται. Και είναι πολύ φυσικό. Διότι στον αντίπαλό σου έχεις δώσει την εντύπωση ότι τον “φοβάσαι”, δίνοντάς του έτσι το δικαίωμα να φέρεται επιθετικά απέναντί σου σε όλους τους τομείς.

Κανένας φυσικά δεν είπε –και ούτε φυσικά εμείς– ότι δεν πρέπει να ενισχύσουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Και πολύ καλά πράττουμε όταν αυτό το στηρίζουμε. Oμως πρέπει πρώτα από όλα να εξεταστεί η στάση των στρατιωτικών. Διότι είναι η δεύτερη φορά που ισλαμιστές αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Την πρώτη φορά ο Ερμπακάν ανατράπηκε από τους στρατιωτικούς με το περίφημο “βελούδινο πραξικόπημα”. Κάτι το οποίο φαίνεται ότι έχει ξεφύγει από τους αναλυτές και τους συμβούλους των δύο υπουργείων.

Eνα δεύτερο παράδειγμα που αφορά την στάση των υπουργείων Εξωτερικών και Αμυνας είναι η πρόσφατη απόφαση για τον ευρωστρατό που ελήφθη στη Σύνοδο Kορυφής στην Κοπεγχάγη.

Αρχικά όλοι πανηγυρίσαμε για την ένταξη της ελεύθερης Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ολοι νιώσαμε ότι τουλάχιστον τώρα θα μπορούμε να βλέπουμε στα μάτια τους Κυπρίους, μιας και την αφορμή της τουρκικής εισβολής στη Mεγαλόνησο τη δώσαμε εμείς. Ολοι μιλήσαμε για τη νίκη της Αθήνας και της Λευκωσίας στην Κοπεγχάγη. Κανένας όμως δεν ασχολήθηκε με την “ήττα” του ευρωστρατού. Η Ελλάδα δέχτηκε τις απαιτήσεις της Τουρκίας και έτσι το περίφημο στρατιωτικό σώμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν θα μπορεί να εμπλακεί σε περίπτωση που υπάρξει κρίση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ή κρίση στην Κύπρο. Ουσιαστικά, δηλαδή, η Αγκυρα κατάφερε να περάσει τις απόψεις της όπως έκανε και στο ΝΑΤΟ σε ένα διεθνή οργανισμό του οποίου καν δεν είναι μέλος, έχοντας και το “πράσινο φως” της Ελλάδας. Η αξία αυτής της πράξης τυπικά μπορεί να έχει ελάχιστες επιπτώσεις, ουσιαστικά όμως έχει πολλές.

Είναι λοιπόν καιρός, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την πολιτική μας απέναντι στην Τουρκία, να υπάρξει ένα στρατηγικό σχέδιο κοινής αποδοχής από όλα τα κόμματα, το οποίο θα αντιμετωπίζει τα πιθανά σενάρια που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον. Eνα σχέδιο που θα τηρείται απαρέγκλιτα από τα υπουργεία Εξωτερικών και Αμυνας, άσχετα το ποια κυβέρνηση θα βρίσκεται στην εξουσία.

Γιατί το αραβικό γνωμικό που λέει: “φίλα το χέρι του αντιπάλου σου και παρακάλεσε τον Θεό να του το κόψει”, στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν έχει καμία εφαρμογή…