Η ερωμένη του έλληνα φαντάρου

Η ερωμένη του έλληνα φαντάρου

Άρθρο της θέτιδας Παπαδοπούλου.

Σε ένα πάρτι μού σύστησαν τον Μάνο. «Είμαι 28 ετών και μόλις τελείωσα τα μεταπτυχιακά μου στο περιβαλλοντικό δίκαιο στις Βρυξέλλες. Γύρισα στην Ελλάδα μόλις λίγες ημέρες πριν, για να ανοίξω δικό μου γραφείο». Τώρα πες μου, μετά από αυτό μπορείς να φανταστείς πως 28 χρόνων μαντράχαλος δεν έχει κάνει ακόμα στρατιωτικό; Oύτε εγώ, γι’ αυτό και δε ρώτησα.

Μία εβδομάδα αργότερα, και ενώ είχαμε εξασσκήσει όλο το Κάμα Σούτρα και είχαμε ανταλλάξει όρκους αιώνιας αγάπης και αφοσίωσης και αισθανόμουν η πιο τυχερή γυναίκα του κόσμου που βρήκα έναν άντρα α) να μου αρέσει, β) να είναι ώριμος και γ) να θέλει να κάνει σχέση μαζί μου, μου έσκασε το παραμύθι: “Σε ένα μήνα με παίρνει η μητέρα πατρίδα”.

O Μάνος λοιπόν, καθότι σπούδαζε μέχρι τα 28 του στο εξωτερικό και έπαιρνε τη μία αναβολή μετά την άλλη, δεν είχε περάσει ακόμα από το στρατό να κάνει τη θητεία του και έπρεπε να παρουσιαστεί σε ένα μήνα στην αεροπορία, κι αυτό γιατί είχε βύσμα και δεν τον έστειλαν π.χ. στο μηχανικό.

Έκανα μισή ώρα να αναπνεύσω από τη σύγχυση. Με φανταζόμουν με μια μαύρη μαντίλα στο κεφάλι να πλέκω κάλτσες για τον καλό μου, ενώ εκείνος περπατούσε και περπατούσε ταλαιπωρημένος και βαρυφορτωμένος δίπλα στο μουλάρι του, στις κακοτράχαλες και χιονισμένες κορυφές της Πίνδου παθαίνοντας κρυοπαγήματα.

(Είδες τι σου κάνουν 12 χρόνια σχολείου και η γεροντική άνοια της γιαγιάς, που την τελευταία εικοσαετία μάς επαναλάμβανε τρις ημερησίως ιστορίες από το ηρωικό έπος του ’40;) Εκείνος ο μήνας πέρασε πολύ γρήγορα, μ’ εμένα να αδυνατώ να χωνέψω το γεγονός πως, πάνω που βρήκα γκόμενο, μου τον παίρνει η αεροπορία.

Και από τη μια είχα πάθει υστερία και ρωτούσα όλες τις γνωστές και τις φίλες μου αν έχουν κάνει με φαντάρο και πώς είναι. Να μην τον χωρίσω όσο κάνει στρατό, μου έλεγαν όλες, θα τον σκοτώσει. Από την άλλη προσπαθούσα να δείχνω ψύχραιμη στον Μάνο, για να μην του προσθέσω κι άλλο άγχος. Που ο Μάνος είχε πάθει και μία εμμονή πως στην ιατρική εξέταση τους βάζουν και σκύβουν για να τους κοιτάξουν τον πρωκτό.

Το τελευταίο βράδυ, κι ενώ ο Μάνος τακτοποιούσε τις κάλτσες και τα σώβρακά του στο σακίδιο, εμφανίστηκα στο σπίτι του κρατώντας ένα κίτρινο ταγέρ Chanel, φούστα-σακάκι, με γαλάζιο σιρίτι στα μανίκια και ασορτί κουμπιά, ένα ζευγάρι μπλε γόβες και ασορτί τσάντα, αυτή με τη χρυσή αλυσίδα.

“Λες, άμα εμφανιστείς έτσι στη στρατολογία, να σε στείλουν σπίτι;” ρώτησα δίνοντάς του και ένα περιοδικό να κρατάει παραμάσχαλα. Το απέκλεισε. Κραδαίνοντας ένα ψαλίδι τού πρότεινα μια λύση απελπισίας: “Έχω ακούσει πως αν είσαι μονάρχιδος σε βγάζουν Γιώτα Τέσσερα” (Ι4: δε σου δίνουν όπλο και σε απαλλάσσουν από τις βαριές δουλειές, για να μαθαίνεις.)

Τον αποχαιρέτησα ένα δειλινό με δάκρυα στα μάτια. Θα τον ξανάβλεπα μετά από 40 ολόκληρες ημέρες, αφού τόσο διαρκεί η βασική εκπαίδευση στο στρατό.Έφυγε λοιπόν, για να παρουσιαστεί στην Τρίπολη.

Η φανέλα του φαντάρου

Δύο εβδομάδες αργότερα, οι οποίες πέρασαν πάρα πολύ αργά, πήρα το ειδικό λεωφορείο για τις “Εκδρομές στο στρατόπεδο της Τρίπολης για τους συγγενείς” από τον Κηφισό και 9.30 το πρωί εκείνης της Κυριακής, κρατώντας δύο τάπερ ανά χείρας -το ένα είχε κοκκινιστό με τηγανητές πατάτες και το άλλο αγκινάρες αλά πολίτα-, πέρασα τις πύλες του στρατοπέδου. Βρήκα τον Μάνο κρεμασμένο από το φράκτη της εισόδου να με περιμένει.Είχε χάσει πολλά κιλά, η στολή δεν του πήγαινε καθόλου και επιπλέον του έπλεε, τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους. Τότε γνώρισα και τη μαμά του.

Γαμώτο, εκείνη του είχε φέρει μουσακά. O Μάνος στις λίγες ώρες που κράτησε το επισκεπτήριο μας διηγιόταν μπουκωμένος τη νέα του καθημερινότητα: το απαίσιο φαγητό στο εστιατόριο και το τρίψιμο των ταψιών, τον καραβίσιο καφέ στο καψιμί (καντίνα), τα “γερμανικά νούμερα” στη σκοπιά (βάρβαρες νυχτερινές ώρες), το φόβο μη βγούνε “σέντρα στο θείο” (αναφορά στο διοικητή), το καθάρισμα της “Καλλιόπης”, τη φρίκη να δουλεύεις στο “πλοίο της Αγάπης” (σκουπιδιάρα), τους βλάχους που ροχαλίζουν και αερίζονται στο διπλανό κρεβάτι, τη βρόμα από τις αρβύλες, τα ποντίκια στο θάλαμο.

Μου χάλασε και τη φαντασίωση που είχα πως μπαίνω γυμνή σε ένα τάγμα λοκατζήδων και… τέλος πάντων ξενέρωσα. Φεύγοντας μάζεψα τις γόπες μου από το γρασίδι, καθώς και τις γόπες της διπλανής παρέας, αφού ο Μάνος μου την επαύριον είχε υπηρεσία για “γόπινγκ” (περισυλλογή γοπών από το στρατόπεδο).

Όταν το 40ήμερο της “λοχίας” -εκ του λόχου και ουχί εκ του λεχώνα- τελείωσε, ο Μάνος ήρθε σπίτι για δυο τρεις μέρες. Η αλήθεια είναι πως η περηφάνια του για το ότι είχε επιζήσει της εκπαίδευσης τον έκανε να δείχνει λιγότερο “ψαρούκλα” (νεοσύλλεκτος). Κάναμε έρωτα με το που μπήκε στο σπίτι και τότε κατάλαβα τι εννοούν λέγοντας “ο έρωτας του φυλακισμένου”.

Εκείνο το πρώτο βράδυ μπορεί να κοιμηθήκαμε μια χαρά, αλλά όταν χτύπησε το ξυπνητήρι για να πάω στη δουλειά, ο Μάνος πετάχτηκε πάνω, βάρεσε μια προσοχή κι ανέφερε ευπειθώς πως “ο Κώστας είναι που πρέπει να με αλλάξει στη σκοπιά”. Αυτά τα ωραία συνέβησαν στην πρώτη του άδεια. Και η ζωή μας κύλησε κάπως έτσι τους επόμενους έξι μήνες. O Μάνος υπηρετούσε στην Τρίπολη κι ερχόταν να με δει όταν έπαιρνε άδεια.

Εγώ δούλευα κι όταν μπορούσα πήγαινα στην Τρίπολη να τον δω. Σύντομα γνωρίστηκα και με άλλες κυρίες μέσα στο πούλμαν “Αθήνα-Τρίπολη ” και ανταλλάσσαμε τις απόψεις μας περί εκσυχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και τι κάνουν στα αγοράκια μας εκεί μέσα. Να μη λέμε και ψέματα, άντρες τα κάνουνε, και μάλιστα τους μαθαίνουν και πώς να στρώσουν ένα κρεβάτι ή να τρίψουν ένα ταψί, αλλά άντε τώρα να το εξηγήσεις αυτό στην Ελληνίδα μάνα.

Εντυπωσιάστηκα πάντως και με τον εαυτό μου, από εκεί που γύρναγα από πάρτι σε πάρτι και ήμουν μέσα στα κομμωτήρια και τα αρώματα, να βρίσκομαι εδώ κρατώντας ταπεράκια και να κάνω μια τέτοια συζήτηση με την κυρία Νίτσα, τη μαμά του Σταύρου, που υπηρετούσε κι αυτός στην Τρίπολη – “το κουράζουν το καημένο”. Ανταλλάξαμε και τηλέφωνα. Θεέ μου, τι μιζέρια! Φαντάσου δηλαδή πώς έπρεπε να αισθάνεται ο Μάνος.

Υπολοχαγός Νατάσα

O Μάνος, που από τις Βρυξέλλες και τα Παρίσια βρέθηκε να κοιμάται χειμωνιάτικα σε ένα θάλαμο με σπασμένα παράθυρα με άλλους πενήντα, να πλένεται με παγωμένο νερό στις 5.30 το πρωί και να πηγαίνει σε τουαλέτα πολυχρησιμοποιημένη, ακαθάριστη και χωρίς πόρτες. Που, από τα κρουασάν ο σοκολά, τις σουπ ντε ονιόν και τις σαλάτες με προσούτο και παρμεζάνα, έτρωγε κατεψυγμένο βοδινό με σφραγίδα σφαγής το 1962, πριν καν γεννηθεί.

Και, από συζητήσεις για εκθέσεις ζωγραφικής, κινηματογραφικές ταινίες και νέους δίσκους, έκανε πλέον συζητήσεις για γκόμενες, γκόμενες και γκόμενες.

Που, από δικηγόρος με μεταπτυχιακά και σταζ στην Κοινότητα, βρέθηκε να υπακούει στις διαταγές “πέσε και πάρε πέντε” (πουσάπς) δεκαεννιάχρονων πρώην κτηνοτρόφων και νυν καραβανάδων θαλαμο-dogs. Στην αρχή ο Μάνος παρατήρησε μια αυξημένη απώλεια μαλλιών. Από το στρατιωτικό τζόκεϊ, ισχυριζόταν προσπαθώντας να φανεί άνετος. Από το στρες και το άγχος, αποφάνθηκε ο δερματολόγος, όταν η απώλεια έγινε εμφανώς αισθητή. Μετά άρχισε να ξεφλουδίζει το πρόσωπό του.

Από το κρύο, τα κακά σαπούνια και το άγχος. Κι αυτά ήταν μόνο οι αισθητικές αλλαγές. O Μάνος κατέπεσε ψυχολογικά. Στο στρατό τού κόπηκε ο τσαμπουκάς και αισθανόταν ένας ακόμη μέσα στη μάζα, πράγμα που είναι και ο αντικειμενικός σκοπός κάθε εκπαιδευτή ανά την υφήλιο: να σε κάνει υπάκουο στρατιωτάκι, χωρίς βούληση και προσωπικότητα.

Δε χαμογελούσε και όταν είχε άδεια ήθελε να κοιμάται συνέχεια, βρισκόταν δηλαδή στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Κάπου εκεί μου έστειλε και δύο δακρύβρεχτα γράμματα από το στρατόπεδο. Φοβήθηκα μήπως κάνει κανένα απονενοημένο διάβημα. “Μη!”, του τηλεφώνησα, “η αυτοκτονία απαγορεύεται από τον κανονισμό του στρατού, θα φας φυλακή!”.

Στο μεταξύ εγώ είχα τα δικά μου προβλήματα, αλλά ούτε που τολμούσα να τα μοιραστώ μαζί του. Όταν συναντιόμασταν έπρεπε να είμαι “ξεκούραστη”, δηλαδή κοντά μου να ξεκουράζεται από το πήξιμο του στρατοπέδου. Σκοπός του στρατού είναι να ρίξει την αντρική αυτοπεποίθηση. Δικός μου ρόλος ήταν να την ανεβάσω. Και καθώς σ’ αυτή τη σχέση τον πρωταγωνιστικό ρόλο πήρε εκ των πραγμάτων εκείνος, εγώ άρχισα να αισθάνομαι πολύ μόνη. Παραδόξως πώς, δεν τον κεράτωσα.

Από ενοχές, νομίζω. Και πέρα από αυτό, δε μου φτάνει που εγώ με άλλον τα έφτιαξα και με άλλον τα είχα -τόσο πολύ είχε αλλάξει στο μεταξύ ο Μάνος-, δε φτάνει που άκουγα φανταρίστικα ανέκδοτα και ιστορίες του στρατού, που έπρεπε να θυσιάζω τις εξόδους μας για επίσκεψη με φοντανάκια στο λοχαγό του, τον οποίο “έγλειφε” για να πάρει καμιά άδεια, ή σε υπέροχες βραδιές σε μπουζούκια με τους νέους συναδέλφους – στρατιώτες -“σειρά” τούς λένε στο στρατό-, εκεί πάνω στο εξάμηνο μου το πέταξε: “Δε σε αντέχω πια, χωρίζουμε. Είσαι πολύ άσχημη και απεριποίητη, πολύ αντιερωτική, δεν έχεις προσωπικότητα και δε σε βρίσκω πλέον σεξουαλική”.

Δεν ήξερα από πού μου ήρθε. Δεν κατάλαβα η ηλίθια πως όλο αυτό δεν ήταν παρά μια επίδειξη του ανδρισμού του, μια μετάθεση του προβλήματός του: “Αφού οι ανώτεροι με μειώνουν, πρέπει κι εγώ να μειώσω κάποιον”. Και μου είπε όλα όσα φοβόταν ότι έχει γίνει εκείνος. Κι ενώ είμαστε χωρισμένοι, του έδωσαν μια αναρρωτική άδεια 10 ημερών και μου πρότεινε να πάμε διακοπές στη Σαντορίνη, για να τα ξαναβρούμε.

Πήγαμε. Στη Σαντορίνη, κάτι το ηφαίστειο και τα κύματα ενέργειας που εκπέμπει το έδαφος, κάτι ο Μάνος που ήθελε το χρόνο του να χαλαρώσει και να αρχίσει να αισθάνεται και πάλι άνθρωπος και άντρας, τρέχαμε κάθε μέρα στο λιμάνι. Τη μία να τρέχω εγώ μπροστά σιχτιρίζοντας, με τα ρούχα μου να περισσεύουν από τις μισάνοιχτες βαλίτσες και με τον Μάνο πίσω μου να με προλάβει, πριν μπω στο καράβι, και τούμπαλιν.

Τελικά, κανείς δεν μπήκε στο καράβι να φύγει, μείναμε και τις δέκα μέρες στη Σαντορίνη, τα ξαναβρήκαμε. Τον επόμενο ενάμιση χρόνο, όσο δηλαδή διήρκεσε η θητεία, η σχέση μας κύλησε κανονικά, με την εξαίρεση μικροκαβγάδων και μικρονεύρων και από τους δύο. Εκείνος για τους γνωστούς λόγους, εγώ γιατί ένιωθα και παραμελημένη και να κυλούν οι μήνες μέσα σε μια σχέση που ναι μεν άξιζε στην ουσία της, αλλά το περιτύλιγμα, οι συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτυσσόταν, ήταν μίζερες.

Ευτυχώς, με τον καιρό ο Μάνος ξεψάρωσε, άρχισε να παλιώνει, πήρε τα πάνω του ψυχολογικά, αφού αντί να λαμβάνει μόνο διαταγές έδινε κιόλας, έμαθε να λουφάρει, να παίρνει αναρρωτικές και τιμητικές άδειες ή άδειες από τη σημαία.

Εγώ έμαθα κι άλλα ανέκδοτα κι άλλες ιστορίες της “παλιοσειράς”, όλους τους στίχους των τραγουδιών του Καρρά και του Χριστοδουλόπουλου, ανέπτυξα και το λεξιλόγιό μου με λέξεις όπως “αρντάν”, “τσάπινγκ”, “αυτοτρεχούμενος”, “Π.Σ.Κ.” Συγχρόνως, η ζωή μου καθοριζόταν από τις άδειές του. Ήθελα να πάω διακοπές;

Να δω πότε θα δώσουν άδεια στον Μάνο. Είχα κανονίσει να βγω με φίλες; Ματαιώνεται τελευταία στιγμή, γιατί ο Μάνος πήρε εκτάκτως άδεια, δηλαδή φόρτωσε τη σκοπιά του σε κάποιον πιο νέο και το έσκασε από το φράκτη για να με δει. Εδώ πρέπει να θίξω ένα ακόμη θέμα, όσο κι αν ακούγεται ποταπό. O Μάνος δε δούλευε, εγώ όμως ναι. Εκείνος δεν είχε καθόλου λεφτά, εγώ κέρδιζα κάποια. Άρα, όλα τα έξοδα του ζευγαριού είχαν πέσει επάνω μου. Το στρατιωτικό του Μάνου με τσάκισε και ψυχολογικά και οικονομικά.

Το απολυτήριο

Την ημέρα που απολύθηκε, αισθάνθηκα σαν να απολυόμουν κι εγώ μαζί του. Επιτέλους, θα μπορέσουμε να κάνουμε όνειρα για το Σαββατοκύριακό μας, τις διακοπές μας, τη ζωή μας. O Μάνος από παιδί είχε μάθει πως η ζωή ενός άντρα ξεκινάει μετά το στρατό. Πάντα αντιμετώπιζε τη θητεία του σαν ένα υποχρεωτικό εμπόδιο που στεκόταν στη μέση της καριέρας του. Και έτσι, όταν απολύθηκε, για πρώτη φορά αισθάνθηκε πως από εδώ και πέρα, για την υπόλοιπη ζωή του, μπορεί να ονειρευτεί και να κάνει ό,τι θέλει.

Ενώ λοιπόν εγώ έκανα όνειρα για τη ζωή “μας”, εκείνος ήταν πολύ απασχολημένος κάνοντας όνειρα για τη ζωή “του”. Ήθελε να αρχίσει να δουλεύει, να στήσει το γραφείο του, να δει πόσο αξίζει ως επαγγελματίας, να βγάλει μόνος του λεφτά. Κι από εμένα ζητούσε για άλλη μια φορά να του σταθώ. Μόλις τέλειωσε το ένα στρατιωτικό, πάνω που νόμιζα πως θα αρχίσουμε να έχουμε μια κανονική σχέση, άρχιζε το δεύτερο; Τον χώρισα χωρίς καμία τύψη.

Τον επόμενο γκόμενο τον γνώρισα επίσης σε ένα πάρτι. “Δημήτρης, 38 ετών” μου συστήθηκε. “Στρατό έχεις κάνει;” ρώτησα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις κι εγώ δεν την ξαναπατάω.

Έλα στην παρέα μας, φαντάρε

Τέσσερα μέλη του Texnologia.Net καταθέτουν τη δική τους μαρτυρία για τη “θητεία τους” στο στρατό.

Είχα σχέση με ένα φαντάρο, όταν ήμουν περίπου 18 χρόνων. Υπηρετούσε στη Χίο και θυμάμαι πως σε διάστημα ενάμιση χρόνου τον είχα δει το πολύ πέντε φορές, καθώς ούτε εγώ μπορούσα να ταξιδεύω συχνά για να τον συναντήσω. Όπως ήταν φυσικό, το αίσθημα άρχισε να εξατμίζεται και από κάποιο σημείο και μετά εμείς οι δύο ήμασταν σαν ξένοι. Έτσι, λίγο καιρό αφού πήρε το απολυτήριο, του ζήτησα να χωρίσουμε.

  • Φωτεινή, 26, κοινωνιολόγος

Έπεσες στην περίπτωση.O αγαπημένος μου υπηρετεί αυτή τη στιγμή το στρατιωτικό του στην Κω. Σίγουρα η απόσταση είναι ένα σημαντικό πρόβλημα, αλλά βοηθάει να φουντώσει περισσότερο ο πόθος και να μη βαλτώσει η σχέση εξαιτίας της ρουτίνας. Πάντως, πρέπει να εξομολογηθώ πως τώρα που είμαι μόνη μου, είναι πολλοί οι πειρασμοί γύρω μου. Δεν τον έχω απατήσει ακόμα, αλλά δεν ξέρω πόσο θα κρατηθώ.

  • Αλεξάνδρα, 30, καθηγήτρια πληροφορικής

Έχω σχέση εδώ και πέντε χρόνια με τον ίδιο άντρα (με τον οποίο συζώ πλέον). Πριν από δύο χρόνια υπηρέτησε τη θητεία του. Για μένα έγινε στην ιδανική στιγμή, πάνω που είχα αρχίσει να ψιλοβαριέμαι. Όχι μόνο βελτιώθηκε η σχέση και η σεξουαλική μας ζωή, χάρη στην απόσταση, αλλά είχα και όλο το περιθώριο για να κάνω μια μικρή απιστία, που πολύ ευχαριστήθηκα. Σήμερα είμαι μαζί με το “φαντάρο” μου και σκεφτόμαστε να παντρευτούμε.

  • Ελένη, 27, ιδιωτική υπάλληλος

Eίχα σχέση με φαντάρο και ήταν η πικρή μικρή μου αγάπη! Ενώ γενικώς το έπαιζε άνετος, τα είχε βρει πολύ δύσκολα στο στρατό. Θυμάμαι μάλιστα μία φορά που μου είχε τηλεφωνήσει κλαίγοντας. Βέβαια, όσο καιρό ήταν μακριά, ο πειρασμός της απιστίας ήταν μεγάλος. Μια φορά μάλιστα υπέκυψα, αν και δεν ήταν κάτι σημαντικό. Σήμερα έχω χωρίσει μαζί του, για λόγους άσχετους με τη θητεία του.

  • Δέσποινα, 24, γραφίστρια

Διαβάστε επίσης:

Ομιλία σε κοινό (ακροατήριο), πως παρουσιάζουμε τον λόγο μας.

Προηγούμενο άρθροΓυναίκα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Αναζήτηση συντρόφου
Επόμενο άρθροMoto Guzzi V7 Café Classic
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας