Η Γαλλική αεροπορία στον πόλεμο της Αλγερίας (1954 – 1962)

Η Γαλλική αεροπορία στον πόλεμο της Αλγερίας (1954 - 1962)

Ο πόλεμος της Αλγερίας υπήρξε η δεύτερη μεγάλη σύγκρουση στην οποία ενεπλάκησαν οι Γάλλοι μετά τον πόλεμο της Ινδοκίνας. Και σε αυτή την περίπτωση η Γαλλική Αεροπορία είχε καθολική υπεροχή κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και συνέβαλε σημαντικά στην υποστήριξη των επίγειων δυνάμεων. Κύριο χαρακτηριστικό του αεροπορικού πολέμου στην Αλγερία υπήρξε η εκτεταμένη χρησιμοποίηση ελικοπτέρων.

Συμμετέχοντας σε αποστολές αναγνώρισης και μεταφοράς των στρατευμάτων, αλλά και στην καταδίωξη των αντιπάλου, τα ελικόπτερα απέδειξαν κατά τη διάρκεια του πολέμου τις μεγάλες επιχειρησιακές τους δυνατότητες.

Η παρουσία των Γάλλων στην Αλγερία χρονολογείται από το 1830, οπότε τα στρατεύματα που αποβίβασαν εκεί κατέλαβαν την πόλη του Αλγερίου. Στη βορειοαφρικανική χώρα κατοικούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί Αράβων και Βερβέρων. Ο αποικισμός του βόρειου τμήματος της Αλγερίας, το οποίο ήταν και το πιο εύφορο, ξεκίνησε αμέσως μετά την προσάρτησή της.

Οι Γάλλοι σταδιακά επέκτειναν την κυριαρχία τους και στην ενδοχώρα. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα διεύρυναν την επιρροή τους στη βόρεια Αφρική, δημιουργώντας καθεστώς προτεκτοράτου στις γειτονικές προς την Αλγερία χώρες, Τυνησία και Μαρόκο. Στην Αλγερία, η οποία από το 1848 είχε ενσωματωθεί στη μητροπολιτική Γαλλία και θεωρείτο γαλλικό έδαφος, οι Ευρωπαίοι άποικοι, γνωστοί ως Colon ή pied noirs, κυριάρχησαν στον τοπικό πληθυσμό. Απέκτησαν τις καλύτερες εκτάσεις γης, είχαν την πολιτική δύναμη και επέβαλαν το δικό τους εκπαιδευτικό, οικονομικό και διοικητικό σύστημα.

Ο αλγερινός εθνικισμός άρχισε να εμφανίζεται αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι προσπάθειες, όμως, για την απόκτηση ανεξαρτησίας εντάθηκαν μετά τον Β’ ΠΠ. Πολλοί Αλγερινοί που είχαν πολεμήσει ενταγμένοι στον Γαλλικό Στρατό εναντίον των Γερμανών, με την υπόσχεση παραχώρησης ανεξαρτησίας, είδαν τις προσδοκίες τους να διαψεύδονται μετά το τέλος του πολέμου.

Τον Μάρτιο του 1954 ιδρύθηκε στην Αίγυπτο μια επαναστατική επιτροπή που έγινε γνωστή ως «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» (Front de Liberation National – FLN). Από το Κάιρο το FLN κάλεσε όλους τους μουσουλμάνους της Αλγερίας να αγωνιστούν για την επανίδρυση, μέσα στις αρχές του Ισλάμ, ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους. Κυρίαρχη μορφή του FLN ήταν ο Αχμέτ Μπεν Μπελά, πρώην υπαξιωματικός του Γαλλικού Στρατού, ο οποίος είχε πολεμήσει στο Μόντε Κασίνο, στην Ιταλία.

Το στρατιωτικό σκέλος του FLN αποτελούσε ο Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός (Armee de Liberation National – ALN). Τον Νοέμβριο του 1954 και ενώ η ήττα στην Ινδοκίνα έριχνε βαριά τη σκιά της στη Δ’ Γαλλική Δημοκρατία, οπλισμένοι αντάρτες του ΑLN ξεκίνησαν συνδυασμένες επιθέσεις σε δημόσια κτίρια, αστυνομικά και στρατιωτικά φυλάκια, γέφυρες και εγκαταστάσεις επικοινωνιών.

Κατά τη διάρκεια των επιθέσεων βρήκε τον θάνατο και μικρός αριθμός από Γάλλους στρατιώτες και πολίτες. Αυτή η αρχική εξέγερση κατεστάλη γρήγορα από τα γαλλικά στρατεύματα, επειδή οι επιτιθέμενοι είχαν ανεπαρκή εκπαίδευση και οπλισμό. Σηματοδότησε όμως την έναρξη του πολέμου και, καθώς άρχισε να εξαπλώνεται γρήγορα, υποχρέωσε τη γαλλική κυβέρνηση να στείλει στη χώρα μεγαλύτερο αριθμό στρατευμάτων.

Έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων

Από την αρχή της σύγκρουσης οι αρχηγοί του FLN διαίρεσαν την Αλγερία σε έξι αυτόνομες ζώνες, γνωστές ως Wilayas (βιλάγιας – βιλαέτια), από τις οποίες οι αντάρτες εξαπέλυαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις. Η πρώτη Βιλάγια περιελάμβανε την ορεινή περιοχή του Ωρές, η δεύτερη τη Βόρεια Κωνσταντίνη, η τρίτη την Καβυλία, η τέταρτη την πόλη του Αλγερίου, η πέμπτη την περιοχή του Οράν και η έκτη τη νότια Αλγερία, που καταλαμβάνεται από τμήμα της ερήμου Σαχάρας. Προτεραιότητα σε ενισχύσεις και όπλα δόθηκε στη Βιλάγια 1, στα βουνά της ανατολικής Αλγερίας, τα οποία αποτελούσαν ιδανική τοποθεσία για τη συγκρότηση ανταρτικών βάσεων.

Οι γαλλικές δυνάμεις στην Αλγερία αρχικά δεν υπερέβαιναν τις 55.000 άνδρες. Με ενισχύσεις που κατέφθασαν αυτός ο αριθμός ανήλθε στις 105.000 μέχρι τον Ιούλιο του 1955. Η Γαλλική Αεροπορία (Armee de l’ Air) διέθετε αρχικά μικρό αριθμό αεροσκαφών στην περιοχή. Στη δύναμή της περιλαμβάνονταν αεριωθούμενα Mistral της 6ης Πτέρυγας Μάχης (Escadre de Chasse-EC.6) που στάθμευαν στο Οράν και μεταγωγικά αεροσκάφη j-47 και Noratlas Nord 2051.

Η γαλλική Αεροπορία Ναυτικού (Aeronavale) διέθετε στην Αλγερία καταδιωκτικά F4U-7 Corsair του Στολίσκου 12F, τετρακινητήρια βομβαρδιστικά PB4Y-2 (έδρευαν στην Τυνησία) και ένα σμήνος από δικινητήρια αεροσκάφη περιπολίας P2V-6 Neptune του Στολίσκου 22F.

Από τις αρχές του πολέμου οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν αεριωθούμενα αεροσκάφη, τα πιο σύγχρονα που διέθεταν εκείνη την περίοδο. Η Αεροπορία Ναυτικού διέθετε τα μαχητικά Sud-Est SE Aquilon 202, τα οποία έδρασαν με τους Στολίσκους 11F και 16F. Αυτά τα αεροσκάφη ήταν βασισμένα στο βρετανικό Sea Venom FAW.20. Η μέγιστη ταχύτητά τους έφθανε τα 1.030 km/h, ενώ ο οπλισμός τους αποτελείτο από τέσσερα πυροβόλα των 20 mm και ρουκέτες Nord 5103. Τα μαχητικά SE.535 Mistral της Armee de l’ Air αποτελούσαν τη γαλλική έκδοση, κατόπιν αδείας, των βρετανικών de Havilland Vampire FB.Mk.5.

Είχαν μέγιστη ταχύτητα 925 km/h και στο ρύγχος έφεραν τέσσερα πυροβόλα των 20 mm. Το οπλικό τους φορτίο αποτελείτο από βόμβες των 250 ή 500 kg και τέσσερις ρουκέτες κάτω από κάθε πτέρυγα. Η ευελιξία τους, όμως, δεν ήταν επαρκής και η συντήρησή τους αποδείχθηκε δύσκολη στο περιβάλλον της βόρειας Αφρικής. Επιπλέον, σημαντικό μειονέκτημα των αεριωθουμένων αποδείχθηκε η μεγάλη τους ταχύτητα, διότι ήταν σχεδόν αδύνατο να εντοπίσουν μικρές ομάδες ανταρτών.

Τα καταδιωκτικά P-47D Thunderbolt, που χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτό τον σκοπό, ήταν πιο αποτελεσματικά, αλλά ήταν πια απαρχαιωμένα και η εξεύρεση ανταλλακτικών γι’ αυτά καθόλου εύκολη. Ετσι σύντομα οι τοπικοί Γάλλοι διοικητές, για να έχουν πιο ουσιαστικά αποτελέσματα κατά την καταδίωξη των ανταρτών από τον αέρα, άρχισαν να τοποθετούν οπλισμό σε ελαφρά μεταφορικά και εκπαιδευτικά ελικοφόρα αεροσκάφη.

Τον Ιούνιο του 1955 συγκροτήθηκαν τα πρώτα Σμήνη Ελαφράς Αεροπορικής Υποστήριξης (Escadrilles d’ Aviation Legere d’ Appui -EALA), που διέθεταν τα γαλλικής κατασκευής MS.733 Alcyon και τα SIPA S.11 και S.12. Τα τελευταία αποτελούσαν τη γαλλική έκδοση του γερμανικού εκπαιδευτικού αεροσκάφους Arado Ar396, που είχε κατασκευαστεί κατά τον Β’ ΠΠ. Ηταν εξοπλισμένα με πολυβόλα και ρουκέτες των 37 mm. Μπορούσαν εύκολα να εντοπίσουν στόχους και ο ελαφρύς οπλισμός τους δεν αποτελούσε μειονέκτημα, διότι οι αντάρτες δεν διέθεταν εξελιγμένα οπλικά συστήματα.

Η Γαλλική Αεροπορία χρησιμοποίησε σε επιχειρήσεις, από την αρχή του πολέμου, τα δικινητήρια μεταφορικά αεροσκάφη Marcel-Dassault Flamant, που έδρασαν σε τρεις εκδόσεις. Το MD-311 είχε γυάλινο ρύγχος και χρησιμοποιήθηκε σε βομβαρδισμούς και φωτο-αναγνωριστικές αποστολές. Το MD-315 ήταν εξοπλισμένο με δύο πολυβόλα στο ρύγχος και έφερε βόμβες και ρουκέτες τοποθετημένες κάτω από τις πτέρυγες. Η έκδοση MD-312 δεν έφερε οπλισμό και χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την παροχή υπηρεσιών συνδέσμου και τη μεταφορά επισήμων.

Την ίδια περίοδο τα γαλλικά αεροπορικά τμήματα επιχειρούσαν ενταγμένα σε τρεις Τακτικές Αεροπορικές Ομάδες (Groupes Aeriennes Tactiques – GATAC). H GATAC 1 βρισκόταν στην Κωνσταντίνη και κάλυπτε τις Βιλάγια 1 και 2, η GATAC 2 βρισκόταν στο Οράν και κάλυπτε τη Βιλάγια 5 και η GATAC 3 στάθμευε στο Αλγέρι και κάλυπτε τις Βιλάγια 3, 4 και 6.

Τον Αύγουστο του 1955 συνέβησαν δραματικά γεγονότα στην πόλη Φιλιπβίλ, που οδήγησαν στη γενίκευση του πολέμου. Μέχρι εκείνη την περίοδο πολιτική του FLN ήταν η επίθεση μόνο εναντίον κυβερνητικών και στρατιωτικών στόχων. Ο διοικητής, όμως, των ανταρτών στη Βιλάγια 2, της Κωνσταντίνης, αποφάσισε τη λήψη πιο δραστικών μέτρων, τόσο εναντίον των Ευρωπαίων αποίκων, όσο και κατά των μουσουλμάνων που συνεργάζονταν με τους Γάλλους.

Στις 20 Αυγούστου, ύστερα από επίθεση ανταρτών στη Φιλιπβίλ, βρήκαν τον θάνατο 123 πολίτες, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά. Οι Γάλλοι αποφάσισαν να σκληρύνουν τη στάση τους και προχώρησαν σε αντίποινα τα οποία οδήγησαν στον θάνατο 1.273 ανταρτών. Σύμφωνα με πηγές του FLN, 12.000 μουσουλμάνοι ήταν τα θύματα από ένα όργιο σφαγών που εξαπέλυσαν ο στρατός, η αστυνομία και εξαγριωμένες ομάδες αποίκων.

Καθώς ο πόλεμος κλιμακωνόταν και οι αντάρτες του ALN βελτίωναν τον εξοπλισμό τους, οι Γάλλοι αποφάσισαν να ενισχυθούν με πιο αποτελεσματικά αεροσκάφη. Τα οπλισμένα εκπαιδευτικά που διέθεταν, ιδιαίτερα τα SIPA, αποδείχθηκαν προσωρινή λύση, επειδή ήταν πολύ ελαφρά και ευάλωτα για να έχουν μακροχρόνια δράση.

Έτσι η Γαλλική Αεροπορία παρέλαβε το 1956 700 περίπου εκπαιδευτικά North American Τ-6G Texan, αμερικανικής κατασκευής, από τα οποία τα πρώτα 300 στάλθηκαν στην Αλγερία για να ενισχύσουν τα σμήνη ελαφράς αεροπορικής υποστήριξης. Τα T-6G αποδείχθηκαν στιβαρά. Η συντήρησή τους ήταν πιο εύκολη από ό,τι στα άλλα αεροσκάφη και η χρησιμοποίησή τους για αναγνώριση και για την εγγύς υποστήριξη των επίγειων δυνάμεων απέδειξε την αποτελεσματικότητά τους στις επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών. Ηταν εξοπλισμένα με δίδυμα πολυβόλα MAC των 7,5 mm και μπορούσαν να μεταφέρουν βόμβες διασποράς, βόμβες ναπάλμ ή έξι ρουκέτες T-10.

Τον ίδιο χρόνο η Γαλλική Αεροπορία στην Αλγερία ενισχύθηκε και με βομβαρδιστικά Β-26 Invader. Αυτά τα δικινητήρια αεροσκάφη είχαν αποδειχθεί αρκετά αποτελεσματικά κατά τον πόλεμο της Ινδοκίνας. Οσα όμως διέθεταν οι Γάλλοι εκεί, μετά το τέλος των εχθροπραξιών τα επέστρεψαν στους Αμερικανούς. Τα Β-26 που προορίζονταν για την Αλγερία παρελήφθησαν από τις ΗΠΑ μέσω του Προγράμματος Αμοιβαίας Αμυντικής Βοήθειας (Mutual Defense Aid Program-MDAP).

Τα πρώτα έφθασαν στο Οράν τον Αύγουστο του 1956. Μέχρι και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου η Γαλλική Αεροπορία διέθετε 50 Invader. Η έκδοση Β-26Β Straffer ήταν εξοπλισμένη με 14-18 πολυβόλα των 0,50 in. Τα B-26C Leader, που διέθεταν γυάλινο ρύγχος, ήταν βομβαρδιστικά και έφεραν έξι πολυβόλα των 0,50 in. Το μέγιστο οπλικό φορτίο τους ανερχόταν σε 2.271 kg βομβών. Τα Β-26 εξόπλισαν τις Σμηναρχίες Βομβαρδισμού (Groupe de Bombardement – GB) 1/91 «Gascogne» και GB 2/91 «Guyenne». Μία αναγνωριστική μοίρα, η ERP 1/32 «Armagnac», παρέλαβε τη φωτο-αναγνωριστική έκδοση RB-26.

Τα ελικόπτερα έδειξαν, ήδη από τους πρώτους μήνες του πολέμου, ότι θα διεδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις. Η Γαλλική Αεροπορία είχε χρησιμοποιήσει περιορισμένο αριθμό ελικοπτέρων, για πρώτη φορά, κατά τον πόλεμο της Ινδοκίνας. Ο ρόλος τους είχε περιοριστεί κυρίως στη μεταφορά τραυματιών και στην αναγνώριση, επειδή οι δυνατότητές τους δεν επέτρεπαν κάτι περισσότερο.

Κατά την έναρξη του πολέμου στην Αλγερία η Γαλλική Αεροπορία διέθετε 10 ελαφρά ελικόπτερα Bell 47G και οκτώ μεταφορικά Sikorsky H-19D (S-55), αμερικανικής κατασκευής. Τα διθέσια Bell (πρώτη πτήση το 1945) είχαν χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά κατά τον πόλεμο της Κορέας, σε αποστολές αναγνώρισης και μεταφοράς τραυματιών. Τα Η-19 (πρώτη πτήση το 1949), τα οποία χρησιμοποιήθηκαν επίσης για πρώτη φορά με τον Αμερικανικό Στρατό στην Κορέα, είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν οκτώ άνδρες με τον εξοπλισμό τους.

Τον Απρίλιο του 1955 με αυτά τα ελικόπτερα εξοπλίστηκε το Σμήνος Ελαφρών Ελικοπτέρων 57 (Escadrille d’ Helicopters Legers 57-ΕΗ 57). Σύντομα ακολούθησε η νεοσυσταθείσα Αεροπορία Στρατού (Aviation Legere de l’ Armee de Terre – ALAT), που συγκρότησε την Ομάδα Ελικοπτέρων Νο 2 (Groupe d’ Helicopters No 2-GH 2). Στα τέλη Ιουνίου του 1955 αφίχθησαν στην Αλγερία και τα πρώτα Η- 19 της Αεροπορίας του Ναυτικού. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους η EH 57 αναδιοργανώθηκε και προέκυψε η Μικτή Ομάδα Ελικοπτέρων (Groupe Mixte d’ Helicopters 57-GMH57).

Οι Γάλλοι ήδη από το 1955 άρχισαν να τοποθετούν οπλισμό στα ελικόπτερά τους, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν την πιο αποτελεσματική προστασία τους αλλά και την εγγύς υποστήριξη των στρατευμάτων τους. Τα Η-19 ήταν από τα πρώτα ελικόπτερα στα οποία τοποθετήθηκε οπλισμός. Εξοπλίστηκαν με ένα πυροβόλο των 20 mm, δύο εκτοξευτές ρουκετών, δύο πολυβόλα των 0,50 in και ένα ελαφρύ πολυβόλο των 7,5 mm που έβαλλε από το παράθυρο της καμπίνας. Το βάρος, όμως, του οπλισμού ήταν πολύ μεγαλύτερο από όσο μπορούσε να δεχθεί το Η-19.

Επιπλέον η φύση του πολέμου στην Αλγερία απαιτούσε την απόκτηση ισχυρότερων και βαρύτερων ελικοπτέρων, τα οποία θα εξασφάλιζαν τη μεταφορά μεγαλύτερου αριθμού στρατιωτών και θα είχαν τη δυνατότητα να δεχθούν βαρύτερο οπλισμό. Ετσι στις αρχές του 1956 αποφασίστηκε η παραλαβή των αμερικανικής κατασκευής μεταφορικών ελικοπτέρων Η-34 (Sikorsky S-58) και των Vertol-Piasecki H-21C, που ήταν γνωστά ως «ιπτάμενες μπανάνες» λόγω του σχήματός τους.

Τα τελευταία (πρώτη πτήση το 1952) διέθεταν από ένα στροφείο στο εμπρόσθιο και στο οπίσθιο τμήμα τους και είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν 20 άνδρες με τον εξοπλισμό τους. Μερικές από τις «ιπτάμενες μπανάνες» εξοπλίστηκαν με πυροβόλα των 20 mm για να παρέχουν εγγύς υποστήριξη στα αερομεταφερόμενα στρατεύματα. Τα Η-34, που εκτέλεσαν την πρώτη τους πτήση το 1954, μπορούσαν να μεταφέρουν 12 άνδρες με τον εξοπλισμό τους.

Εκείνα στα οποία τοποθετήθηκε οπλισμός έγιναν γνωστά ως «Πειρατές» και διέθεταν ένα πυροβόλο των 20 mm, το MG 151 (γερμανικής σχεδίασης – έβαλλε από την πόρτα της καμπίνας), δύο πολυβόλα των 12,7 mm και εκτοξευτές ρουκετών των 37 ή 68 mm. Οι «ιπτάμενες μπανάνες» και τα H-34 κατά τη διάρκεια του πολέμου παρείχαν συχνά την πιο αποτελεσματική υποστήριξη στις επίγειες δυνάμεις.

Τα Η-21 της Αεροπορίας Στρατού ενσωματώθηκαν στην GH 2. H αναδιοργάνωση της Αεροπορίας Ναυτικού οδήγησε στα τέλη του 1957 στη συγκρότηση της Ομάδας Ελικοπτέρων Αεροπορίας Ναυτικού Νο 1 (Groupe d’ Helicopters de l’ Aeronautique Navale No 1-GHAN1), που στάθμευε κοντά στο Οράν. Η GHAN1 περιέλαβε στη δύναμή της τους Στολίσκους 31F, 32F και 33F.

Ο Στολίσκος 31F είχε συγκροτηθεί ήδη από τον Ιούλιο του 1956 και εξοπλίστηκε με Η-21. Τον Ιούνιο του 1957 συγκροτήθηκε ο Στολίσκος 33F, με Η- 19. Τον Ιανουάριο του 1958 συγκροτήθηκε ο Στολίσκος 32F, εξοπλισμένος με τη ναυτική έκδοση του Η- 34, το HSS-1. Ολα τα ελικόπτερα των παραπάνω στολίσκων έδρασαν στα νότια του Οράν και στα σύνορα με το Μαρόκο, με την Ομάδα των Καταδρομέων του Ναυτικού.

Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο απέδειξε την αξία των ελικοπτέρων από τις αρχές του πολέμου, σημειώθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1956, όταν οι άνδρες του συνταγματάρχη Μαρσέλ Μπιζάρ, διοικητή του 3ου Αποικιακού Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών (3e Regiment de Parachutistes Coloniaux-RPC), συγκρούστηκαν με μια δύναμη ανταρτών του ALN. Οι αλεξιπτωτιστές με την υποστήριξη των ελικοπτέρων κατάφεραν σοβαρό πλήγμα στους αντάρτες, οι οποίοι άφησαν πίσω τους 42 νεκρούς, 96 αιχμαλώτους και σημαντικό αριθμό όπλων. Οι απώλειες των Γάλλων ανήλθαν σε τέσσερις νεκρούς και οκτώ τραυματίες.

Συγκρούσεις στη «Γραμμή Μωρίς»

Ο πόλεμος στην Αλγερία έλαβε νέα τροπή τον Μάρτιο του 1956, όταν το Μαρόκο και η Τυνησία απέκτησαν την ανεξαρτησία τους από τη Γαλλία. Οι Γάλλοι εξακολουθούσαν να διαθέτουν μόνο έναν μικρό θύλακα στην Τυνησία. Οι πρώην αποικίες αμέσως εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να στηρίξουν το FLN στα ανατολικά και στα δυτικά της Αλγερίας. Αυτό το γεγονός επέτρεψε στους αντάρτες να συγκροτήσουν τον «Στρατό των Συνόρων», μια δύναμη (θα έφτανε περίπου τους 35.000 άνδρες το 1962) καλά οργανωμένη και τουλάχιστον καλύτερα εξοπλισμένη από τους αντάρτες που δρούσαν εντός του αλγερινού εδάφους.

Οι τελευταίοι ήταν εξοπλισμένοι κυρίως με τυφέκια και υποπολυβόλα που χρονολογούντο από τον Β’ ΠΠ, καθώς και περιορισμένο αριθμό βαρέων πολυβόλων και όλμων. Ο «Στρατός των Συνόρων», έχοντας εξασφαλίσει βάσεις στο έδαφος της Τυνησίας και του Μαρόκου, είχε τη δυνατότητα να επιχειρεί και μέσα στην Αλγερία.

Στα μέσα του 1956 οι έξι Βιλάγιας διαιρέθηκαν σε επιμέρους ζώνες, οι οποίες με τη σειρά τους χωρίστηκαν σε περιοχές και τομείς. Επιπλέον ο ALN έλαβε τη μορφή τακτικού στρατού. Συγκρότησε τακτικά τμήματα, τα μεγαλύτερα από τα οποία έφθαναν στο επίπεδο τάγματος, με δύναμη 350 ανδρών. Κάθε τάγμα (φαϊλέκ) αποτελείτο από τρεις λόχους (κατίμπα), δύναμης από 80 ως 110 άνδρες ο καθένας. Κάθε λόχος υποδιαιρείτο σε τρεις διμοιρίες με δύναμη 35 περίπου ανδρών. Η δύναμη ακόμα μικρότερων ομάδων ανερχόταν σε 10 άνδρες.

Εκείνη την περίοδο η «τακτική» δύναμη του ALN που δρούσε μέσα στην Αλγερία κυμαινόταν από 15.000 ως 20.000 άνδρες. Οι Γάλλοι, από την πλευρά τους, μέσα στο 1956 ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους στην Αλγερία. Μέχρι το τέλος εκείνου του έτους ανήλθαν στους 400.000 άνδρες. Από αυτούς οι 170.000 περίπου ήταν Αλγερινοί μουσουλμάνοι που υπηρετούσαν στον Γαλλικό Στρατό.

Οι Γάλλοι προχώρησαν επίσης στη στρατολόγηση εκπαιδευμένων ομάδων από άτακτους μουσουλμάνους, πιστούς στη γαλλική κυβέρνηση και γνωστούς ως χαρκίς. Οι τελευταίοι, οπλισμένοι με καραμπίνες και εφαρμόζοντας τακτικές μάχης παρόμοιες με αυτές του ALN, αποδείχθηκαν αρκετά αποτελεσματικοί στον πόλεμο εναντίον των ανταρτών. Στόχος των ανταρτών ήταν οι ενέδρες εναντίον των γαλλικών στρατευμάτων, αλλά και η υποστήριξη ομάδων που θα προέβαιναν σε βομβιστικές επιθέσεις κυρίως μέσα στην πόλη του Αλγερίου.

Στις 20 Μαϊου 1956 είκοσι άνδρες του 9e RIC (Regiment d’ Infanterie Coloniaux) έπεσαν σε ενέδρα και σκοτώθηκαν κοντά στο Παλέστρο. Αυτό το γεγονός οδήγησε στη σκλήρυνση της γαλλικής στάσης έναντι των ανταρτών αλλά και του τοπικού πληθυσμού. Οι Γάλλοι επέφεραν ένα σημαντικό πλήγμα στο FLN όταν, τον Οκτώβριο του 1956, προχώρησαν στην απαγωγή σημαντικών ηγετών του, ανάμεσά τους και του Μπεν Μπελά, οι οποίοι ταξίδευαν αεροπορικώς από το Μαρόκο με προορισμό την Τυνησία.

Εξάλλου, τα σκληρά αντίποινα σε βάρος του τοπικού πληθυσμού και οι επιχειρήσεις της 10ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών (10e Division Parachutiste), του στρατηγού Ζακ Μασύ, οδήγησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1957 στην εξουδετέρωση των ανταρτικών πυρήνων μέσα στην πόλη του Αλγερίου.

Στο μεταξύ, η απάντηση των Γάλλων στην υποστήριξη που παρείχαν η Τυνησία και το Μαρόκο στους Αλγερινούς αντάρτες εκδηλώθηκε στις αρχές του 1957, με την κατασκευή μιας σειράς φυλακίων και παρατηρητηρίων σε όλο το μήκος των συνόρων της Αλγερίας με το Μαρόκο. Επιπλέον προχώρησαν κατά μήκος των συνόρων με την Τυνησία στην κατασκευή μιας ισχυρά οχυρωμένης γραμμής, που ήταν γνωστή ως «Γραμμή Μωρίς» (από το όνομα του Γάλλου υπουργού Αμυνας στην κυβέρνηση του Γκυ Μολέ) και εκτεινόταν από τη Μεσόγειο μέχρι τις παρυφές της ερήμου Σαχάρας.

Η «Γραμμή Μωρίς» είχε μήκος 460 χιλιομέτρων και αποτελείτο από έναν ηλεκτροφόρο φράκτη ύψους 2,5 μέτρων, από τον οποίο διερχόταν ρεύμα τάσης 5.000 Volt. Στις δύο πλευρές του φράκτη υπήρχαν ναρκοπέδια πλάτους 45 μέτρων. Πίσω από το ναρκοπέδια, στο αλγερινό έδαφος, υπήρχαν συρματοπλέγματα και ένας διάδρομος, τα οποία ελέγχονταν νυχθημερόν από τις γαλλικές περιπόλους. Αν κάποιος άγγιζε τον ηλεκτροφόρο φράκτη σήμαινε συναγερμός και οι γαλλικές δυνάμεις ήταν έτοιμες να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε απόπειρα εισόδου των ανταρτών. Η κατασκευή της γραμμής ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1957 και για τη φρούρησή της διατέθηκαν 80.000 Γάλλοι στρατιώτες.

Σημαντική αναστάτωση στη γαλλική στρατιωτική διοίκηση προκάλεσε, τον Οκτώβριο του 1957, η ανταρσία μουσουλμάνων στρατιωτών που είχαν τη βάση τους στην περιοχή Εργκ της δυτικής Σαχάρας. Οι στασιαστές σκότωσαν τους Γάλλους αξιωματικούς τους και αυτομόλησαν στον ALN. Οι Γάλλοι αποφάσισαν να τιμωρήσουν τους στασιαστές. Η αποστολή εντοπισμού και εξουδετέρωσής τους ανατέθηκε στο 3ο RPC. Η γαλλική δύναμη είχε στη διάθεσή της μαχητικά, μεταγωγικά και αναγνωριστικά αεροπλάνα και 34 ελικόπτερα Η-34.

Ύστερα από μερικές εβδομάδες ένα αναγνωριστικό αεροσκάφος εντόπισε τους στασιαστές μέσα στην έρημο. Η γρήγορη μεταφορά και ανάπτυξη των αλεξιπτωτιστών με τα ελικόπτερα είχε ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των αντιπάλων σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η ένταση των επιχειρήσεων, όμως, και οι κλιματολογικές συνθήκες περιόρισαν τη δύναμη των ελικοπτέρων σε επτά μόλις επιχειρησιακά Η-34.

Στα τέλη του 1957 ανέλαβε τη διοίκηση του Γαλλικού Στρατού στην Αλγερία ο στρατηγός Ραούλ Σαλάν. Ο τελευταίος διαίρεσε τη χώρα σε τομείς, στους οποίους μόνιμα εγκατεστημένες φρουρές ανέλαβαν να εξουδετερώσουν τους ανταρτικούς πυρήνες που δρούσαν στην περιοχή της αρμοδιότητάς τους. Αυτή η μέθοδος δεν υπήρξε αποτελεσματική απέναντι στις ευκίνητες ομάδες των ανταρτών και καθήλωσε μεγάλο αριθμό στρατευμάτων σε στατική άμυνα. Επιπλέον η γαλλική στρατιωτική διοίκηση καθιέρωσε την αρχή της συλλογικής ευθύνης στα χωριά που θεωρούντο ύποπτα για συνεργασία με τους αντάρτες.

Όσα από αυτά δεν μπορούσαν να τα προσεγγίσουν οι επίγειες δυνάμεις, υπόκειντο σε αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Ενα άλλο μέτρο το οποίο υιοθετήθηκε ήταν η συγκέντρωση μεγάλων τμημάτων του αγροτικού πληθυσμού σε στρατόπεδα, υπό την επιτήρηση του στρατού. Στόχος ήταν να αποτραπεί η παροχή βοήθειας του τοπικού πληθυσμού προς τους αντάρτες ή να εξασφαλιστεί η προστασία του από τον ALN (το τελευταίο σύμφωνα με τη γαλλική άποψη).

Από το 1957 μέχρι το 1960, όσο διήρκεσε το συγκεκριμένο πρόγραμμα, πάνω από 2.000.000 Αλγερινοί μετακινήθηκαν από τα χωριά τους (κυρίως στις ορεινές περιοχές) και εγκαταστάθηκαν στις πεδιάδες. Οι συνέπειες ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για την οικονομική και κοινωνική υποδομή αυτών των ομάδων.

Στο πεδίο της μάχης οι Γάλλοι καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα 1957-1958 ήλθαν αντιμέτωποι με τους αντάρτες, που προσπάθησαν πολλές φορές να διασπάσουν τη «Γραμμή Μωρίς». Οι τελευταίοι χρησιμοποίησαν τορπίλες τύπου «Μπανγκαλόρ», κατασκεύασαν σήραγγες και παράλληλα προσπαθούσαν με επιθέσεις αντιπερισπασμού να εστιάσουν την προσοχή των Γάλλων σε άλλα σημεία.

Όλες οι προσπάθειες απέτυχαν. Στην απόκρουση των ανταρτών είχε σημαντικό ρόλο η Γαλλική Αεροπορία. Μία τυπική μάχη της περιόδου σημειώθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1958, όταν ένα γαλλικό απόσπασμα κινήθηκε προς το χωριό Κιμπερίτ, όπου σύμφωνα με πληροφορίες αντάρτες περίμεναν για να υποστηρίξουν μια διείσδυση από την Τυνησία. Οταν οι Γάλλοι προσέγγισαν το χωριό δέχθηκαν επίθεση από δύναμη 150 ανταρτών, οι οποίοι είχαν περάσει στο έδαφος της Αλγερίας την προηγούμενη νύκτα.

Ο επικεφαλής της γαλλικής δύναμης ζήτησε αεροπορική υποστήριξη από δύο Τ-6 τα οποία, αφού εντόπισαν στόχους, ζήτησαν τη συνδρομή ενισχύσεων. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οι Γάλλοι επιτέθηκαν με δύο λόχους και ύστερα από καταδίωξη εξουδετέρωσαν τις θέσεις των ανταρτών. Οι τελευταίοι είχαν 19 νεκρούς και απώλεσαν σημαντικό αριθμό πολυβόλων και πυρομαχικών. Οι Γάλλοι είχαν μόνο τέσσερις τραυματίες, ένα κατεστραμμένο ημι-ερπυστριοφόρο Μ3 και ένα Τ-6G με ζημιές.

Οι συγκρούσεις στα σύνορα με την Τυνησία επαναλήφθηκαν μερικές ημέρες αργότερα και οδήγησαν σε ένα ατυχές, για τη Γαλλική Αεροπορία, περιστατικό. Στις 11 Ιανουαρίου 1958 μια γαλλική περίπολος έπεσε σε ενέδρα ενός τάγματος του ALN το οποίο είχε περάσει τη γραμμή κοντά στο τυνησιακό χωριό Σακιέτ Σίντι Γιουσέφ.

Αργότερα, κατά τη διάρκεια μαχών στην περιοχή, κατερρίφθη ένα γαλλικό T-6 που εκτελούσε αναγνωριστική πτήση. Στις 30 Ιανουαρίου άλλο ένα Τ-6 υπέστη ζημιές όταν δέχθηκε πυρά από το Σακιέτ. Στις 8 Φεβρουαρίου ένα MD-315 υπέστη σοβαρές ζημιές και συνετρίβη στο έδαφος της Τυνησίας. Οι Γάλλοι τότε αποφάσισαν να απαντήσουν στέλνοντας 11 Β-26, έξι Corsair του Στολίσκου 12F και οκτώ Mistral, που προχώρησαν σε σφοδρό βομβαρδισμό του Σακιέτ και της στρατιωτικής φρουράς η οποία υπήρχε εκεί.

Τα γαλλικά αεροσκάφη είχαν ως στόχο αντιαεροπορικά των Τυνήσιων και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όμως ανάμεσα σε αυτά υπήρχαν ένα σχολείο και ένα νοσοκομείο. Το αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος 80 περίπου πολιτών, πολλοί από τους οποίους ήταν γυναίκες και παιδιά.

Το γεγονός προκάλεσε την έντονη αντίδραση του προέδρου της Τυνησίας, Μπουργκίμπα, ο οποίος απαίτησε από τους Γάλλους να αποσύρουν όσα στρατεύματα διατηρούσαν στο έδαφος της Τυνησίας. Επιπλέον σημειώθηκε γενική κατακραυγή στο εσωτερικό της Γαλλίας και στο εξωτερικό, που κλόνισε σημαντικά τη σταθερότητα της γαλλικής κυβένησης.

Σύμφωνα με τους γαλλικούς ισχυρισμούς, οι απώλειες των ανταρτών από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 1958 κυμάνθηκαν από το 35% μέχρι το εντυπωσιακό 85%. Το τελευταίο ποσοστό αφορούσε μια μεγάλη επίθεση των ανταρτών, στις 27 Απριλίου, ανατολικά των λόφων του Σούκ Αχράς, στα σύνορα με την Τυνησία. Εκείνη την ημέρα περίπου 1.300 αντάρτες από δύο τάγματα του ALN επιχείρησαν να διεισδύσουν στη «Γραμμή Μωρίς», βόρεια και νότια του Σούκ Αχράς, για να ενισχύσουν τις Βιλάγια 2 και 3.

Ένα τμήμα από 800 περίπου αντάρτες κατόρθωσε να εισχωρήσει σε ένα σημείο της γραμμής. Σχεδόν άμεσα όμως περικυκλώθηκε από Γάλλους αλεξιπτωτιστές που είχαν ισχυρή υποστήριξη από την Αεροπορία. Οι μάχες διήρκεσαν μία εβδομάδα, με αποτέλεσμα η δύναμη των ανταρτών να υποστεί βαριές απώλειες, οι οποίες ανήλθαν σε 600 νεκρούς και αιχμαλώτους. Το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα βαρύ για τον ALN και από εκείνη την περίοδο ως το τέλος του πολέμου δεν επιχειρήθηκε καμμιά διείσδυση στη «Γραμμή Μωρίς».

Στις αρχές του 1958 φαινόταν ότι τα γαλλικά στρατεύματα είχαν αρχίσει να κερδίζουν τον πόλεμο, χωρίς όμως να διαφαίνεται η προοπτική μιας ολοκληρωτικής επικράτησης. Στις δυνάμεις, ιδιαίτερα τις επίλεκτες, επικρατούσε αναβρασμός για το ενδεχόμενο να χαθεί οριστικά η γαλλική Αλγερία. Στα τέλη Μαϊου αποφασίστηκε η επάνοδος του στρατηγού Σαρλ ντε Γκωλ για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, που θα εγκαθίδρυε την Ε’ Γαλλική Δημοκρατία.

Ο ντε Γκωλ, σύμβολο της γαλλικής αντίστασης εναντίον των Γερμανών κατά τον Β’ ΠΠ, είχε αποσυρθεί από τα πολιτικά δρώμενα της χώρας του το 1946 και με την επιστροφή του αναμενόταν να συμβάλει στη διατήρηση της γαλλικής Αλγερίας. Σε αυτές τις εξελίξεις το FLN απάντησε με τον σχηματισμό της προσωρινής κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Αλγερίας, που είχε την έδρα της στην Τυνησία, και ζήτησε βοήθεια από τις κομμουνιστικές χώρες. Οι Αλγερινοί, εξάλλου, προχώρησαν σε τρομοκρατικές ενέργειες και εντός του γαλλικού εδάφους, σε μια προσπάθεια να πείσουν τη γαλλική κοινή γνώμη ότι ο πόλεμος στην Αλγερία ήταν χαμένος.

Ο ALN όμως είχε υποστεί σημαντικές ήττες κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Τους πρώτους επτά μήνες του 1958 οι απώλειές του υπολογίστηκαν σε 25.000 άνδρες. Επιπλέον οι Γάλλοι επέφεραν σημαντικά πλήγματα και στη διοίκηση του ALN. Τον Νοέμβριο του 1958 συνέλαβαν τον υπαρχηγό της Βιλάγια 4, Ζεράρι Ραμπάχ.

Η ομάδα του Ραμπάχ εντοπίστηκε από τους αλεξιπτωτιστές του 3ου RPC κοντά στο Μπένι Μισρά και στη συνέχεια δέχθηκε επίθεση από αεροσκάφη Τ-6, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει. Οι απώλειες των ανταρτών ανήλθαν σε 100 περίπου άνδρες, ωστόσο ο Ραμπάχ κατόρθωσε να διαφύγει. Μερικές ημέρες αργότερα νότια του Παλέστρο μια γαλλική δύναμη 15.000 περίπου ανδρών, με την υποστήριξη πυροβολικού και αρμάτων μάχης, κατάφερε να αιφνιδιάσει τον Ραμπάχ, που ετοιμαζόταν να συναντηθεί με έναν άλλο διοικητή του ALN.

Τον εντοπισμό του στρατοπέδου των ανταρτών, από ένα αναγνωριστικό αεροσκάφος Piper L-21, ακολούθησαν σφοδρά πυρά πυροβολικού και επιδρομές από τα Τ-6. Οταν ολοκληρώθηκε ο βομβαρδισμός ακολούθησε η ανάπτυξη των Γάλλων πεζοναυτών, οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα πέτυχαν να συλλάβουν τραυματισμένο τον Ραμπάχ.

Όσο εντείνονταν οι επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών, τόσο οι Γάλλοι ισχυροποιούσαν τις αεροπορικές τους δυνάμεις. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 1959 διέθεταν περισσότερα από 700 αεροπλάνα στην Αλγερία. Την ίδια περίοδο ο αριθμός των διαθέσιμων ελικοπτέρων όλων των τύπων υπερέβαινε τα 250. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι Γάλλοι, εκτός από τα Η-19, Η-21 και Η-34, άρχισαν να χρησιμοποιούν τα γαλλικής κατασκευής ελαφρά ελικόπτερα SE.313B Alouette II. Τα Alouette ΙΙ διέθεταν αξονοστροβιλοκινητήρα, σε αντίθεση με τα άλλα ελικόπτερα που διέθεταν εμβολοφόρο.

Είχαν το ίδιο περίπου μέγεθος με τα Bell 47G, αλλά ήταν ισχυρότερα. Αρχικά ο ρόλος τους περιοριζόταν στη μεταφορά τραυματιών και στην αναγνώριση. Σύντομα όμως εξοπλίστηκαν με εκτοξευτές ρουκετών των 37 mm ή τέσσερα κατευθυνόμενα βλήματα SS-11. Αργότερα οι γαλλικές δυνάμεις παρέλαβαν τη νεώτερη έκδοση κατευθυνόμενων βλημάτων AS-11, που είχαν μέγιστο βεληνεκές 3.000 m. Τα πιο σύγχρονα SE.3160 Alouette III εκτός από κατευθυνόμενα βλήματα έφεραν και ένα πυροβόλο MG 151 των 20 mm.

Το σχέδιο Σαλ

Η ενίσχυση των γαλλικών δυνάμεων στην Αλγερία οδήγησε στην υλοποίηση του «Σχεδίου Σαλ». Ο πτέραρχος Μωρίς Σαλ είχε αναλάβει την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση στην Αλγερία τον Δεκέμβριο του 1958, αντικαθιστώντας τον Σαλάν. Από εκείνη την περίοδο οι Γάλλοι εφάρμοσαν την τακτική της χρησιμοποίησης ευκίνητων δυνάμεων που θα ανελάμβαναν μεγάλης κλίμακας αποστολές εντοπισμού και καταστροφής των ανταρτικών ομάδων.

Το γεγονός ότι ο Σαλ προερχόταν από την Αεροπορία συνέβαλε στην εντατικοποίηση του αεροπορικού πολέμου εναντίον των ανταρτών. Στόχος του πτεράρχου ήταν η εξαπόλυση επιθέσεων, με ισχυρή αεροπορική υποστήριξη, σε καθεμία από τις Βιλάγια, για να καταστραφούν οριστικά ο ALN και οι υποδομές του.

Μια τυπική αεροπορική επίθεση της περιόδου βασιζόταν στα στοιχεία του αιφνιδιασμού, της συγκέντρωσης δυνάμεων, της ευελιξίας και της ταχύτητας. Οταν εντοπιζόταν μια δύναμη ανταρτών, οι Γάλλοι επέλεγαν με προσοχή μία κατάλληλη ζώνη προσγείωσης. Η επιχείρηση εξελισσόταν με τη μεταφορά των αλεξιπτωτιστών από ελικόπτερα, αρκετά πριν το ξημέρωμα. Τα Β-26 και τα Τ-6 ανελάμβαναν να εκκαθαρίσουν τη ζώνη προσγείωσης.

Η χρήση των ναπάλμ ήταν εκτεταμένη, ιδιαίτερα σε ορεινές περιοχές, στις οποίες οι συμβατικές βόμβες και οι ρουκέτες δεν ήταν τόσο αποτελεσματικές. Αμέσως μετά τις αεροπορικές επιθέσεις τα οπλισμένα Η-34 άνοιγαν τον δρόμο για τα μεταφορικά ελικόπτερα, που αποβίβαζαν τους αλεξιπτωτιστές. Οι «Πειρατές» συνέχιζαν να επιχειρούν στην περιοχή αναζητώντας στόχους σε τοποθεσίες που ήταν απροσπέλαστες για τα μαχητικά αεροσκάφη.

Ο Σαλ εξαπέλυσε την πρώτη του επιθετική επιχείρηση, με την ονομασία «Oranie», τον Φεβρουάριο του 1959. Στόχος ήταν οι θέσεις των ανταρτών στη Βιλάγια 5. Μέχρι τα τέλη Απριλίου η περιοχή είχε εκκαθαριστεί από τους αντάρτες, των οποίων οι απώλειες ανήλθαν σε 1.600 νεκρούς.

Στις 18 Απριλίου ακολούθησε μια νέα επιχείρηση με την ονομασία «Courroie», στη Βιλάγια 4. Είχε επιτυχή έκβαση για τους Γάλλους, αν και οι απώλειες των ανταρτών ήταν μικρές. Στις αρχές Μαϊου σημειώθηκαν νέες συγκρούσεις στην περιοχή Τζεμπέλ Φορτάσα, ανάμεσα στις γαλλικές δυνάμεις και σε ένα τάγμα του ALN. Το τελευταίο αποτελείτο από πέντε λόχους, ο καθένας από τους οποίους είχε την υποστήριξη οκτώ όλμων.

Από τις 5 ως τις 7 Μαϊου διεξήχθησαν σκληρές μάχες στην περιοχή, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν 50 Β-26 και Τ-6G, ενώ 30 ελικόπτερα εξασφάλισαν τη μεταφορά αλεξιπτωτιστών. Αν και οι αντάρτες κατάφεραν, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, να απαγκιστρωθούν, ήταν φανερό στους Γάλλους ότι η συνεχής πίεση που ασκούσαν είχε αρχίσει να εξαντλεί τον ALN.

Τον Ιούλιο του 1959 οι Γάλλοι εξαπέλυσαν την επιχείρηση «Jumeles». Την επίθεση είχαν αναλάβει δύο μεραρχίες πεζικού με την υποστήριξη αρμάτων μάχης, αεροπλάνων και ελικοπτέρων. Στόχος ήταν η «καρδιά» του ALN, η Βιλάγια 3 – στην Καβυλία, ανατολικά του Αλγερίου. Κατά τη διάρκεια των μαχών στην περιοχή οι Γάλλοι κατάφεραν να καθηλώσουν μια σημαντική δύναμη των ανταρτών στα όρη Χόντνα, ανάμεσα στην Καβυλία και στο Ορές.

Ο Σαλ διοχέτευσε άμεσα τις δυνάμεις του στην περιοχή εξαπολύοντας την επιχείρηση «Itincelle», με αποτέλεσμα να εξοντωθεί η μισή περίπου δύναμη των ανταρτών και να χαθούν οι όποιες ελπίδες διαφυγής τους από τη Βιλάγια 3. Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία τον Οκτώβριο του 1959. Το ίδιο επιτυχημένη ήταν τον Νοέμβριο του ίδιου έτους και η επιχείρηση «Pierres Pricieuses», βόρεια της Κωνσταντίνης.

Oι Γάλλοι μέσα στο 1959 προχώρησαν στην ανανέωση και στην ενίσχυση του αεροπορικού τους στόλου. Τον Ιούλιο παρέλαβαν από τις ΗΠΑ 26 ακόμα Β-26. Ενας μικρός αριθμός από τα Invader, που ανήκαν στην έκδοση Β-26C, υπέστη τροποποιήσεις για να συμμετάσχει σε νυκτερινές επιχειρήσεις.

Οι αλλαγές θα συνέβαλλαν στον εντοπισμό αεροσκαφών τα οποία θα επιχειρούσαν από βάσεις της Τυνησίας για να ανεφοδιάσουν τους αντάρτες του ALN. Τα τροποποιημένα αεροπλάνα, που έλαβαν την ονομασία Β-26Ν, έφεραν στο ρύγχος βρετανικά ραντάρ AI Mk.Χ (ελήφθησαν από το πλεόνασμα των γαλλικών αεροσκαφών Gloster Meteor NF.11).

Επίσης ήταν εξοπλισμένα με δίδυμα πολυβόλα των 0,50 in, δύο κάτω από κάθε πτέρυγα, και δύο υποδοχείς ρουκετών Matra 122, ο καθένας με 19 ρουκέτες SNEB αέρος-αέρος. Τα Β-26Ν κατέστησαν επιχειρησιακά προς το τέλος του πολέμου, γι’ αυτό η δράση τους υπήρξε περιορισμένη.

Η Γαλλική Αεροπορία παράλληλα άρχισε να αντικαθιστά τα αξιόπιστα αλλά καταπονημένα Τ-6G με τα πιο σύγχρονα North American Τ-28D Trojan, αμερικανικής κατασκευής. Στην Αλγερία έδρασε η γαλλική έκδοση των τελευταίων, με την ονομασία Τ-28S Fennec. Αυτά τα διθέσια αεροσκάφη ήταν εξοπλισμένα με δύο πολυβόλα των 12,7 mm και μπορούσαν να μεταφέρουν βόμβες των 440 lb, ναπάλμ και ρουκέτες των 37, 68, 105 ή 120 mm.

Ως το 1961 περισσότερα από 100 Fennec, που διατέθηκαν σε τέσσερις μοίρες της EALA, έλαβαν μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις στην Αλγερία. Μέσα στο 1959 επίσης αποφασίστηκε η ενίσχυση των Τ-28 με τα βαρύτερα ελικοφόρα μαχητικά-βομβαρδιστικά Skyraider. Τα τελευταία είχαν δράσει για πρώτη φορά κατά τον πόλεμο της Κορέας ως νυκτερινά βομβαρδιστικά. Η Γαλλική Αεροπορία παρήγγειλε από τις ΗΠΑ 113 αεροσκάφη, στα οποία περιλαμβάνονταν οι εκδόσεις AD-4 (20 μονάδες), AD- 4N (88 μονάδες) και AD-4NΑ (πέντε μονάδες).

Τα πρώτα που παρελήφθησαν, τέθηκαν σε υπηρεσία με την Πτέρυγα Μάχης (Escadre de Chasse – EC) 20 τον Δεκέμβριο του 1959. Ωστόσο η συμμετοχή των Skyraider σε πολεμικές επιχειρήσεις ξεκίνησε μόλις τον Ιούλιο του 1960, με τη Μοίρα Δίωξης (Escadron de Chasse) 2/20. Στα τέλη του 1960 στην EC 20 προστέθηκαν οι Μοίρες EC 1/20 και EC 3/20. Οι Γάλλοι αφαίρεσαν τον ειδικό εξοπλισμό των Skyraider και τα χρησιμοποίησαν ως συμβατικά αεροσκάφη για την εγγύς υποστήριξη των επίγειων δυνάμεών τους.

Τα γαλλικά Skyraider ήταν συνήθως εξοπλισμένα με τέσσερα πυροβόλα των 20 mm και μπορούσαν να μεταφέρουν βόμβες των 125 και 500 kg, βόμβες ναπάλμ και ρουκέτες HVAR ή T-10. Επίσης διέθεταν μεγάλες εξωτερικές δεξαμενές καυσίμων, για να αυξάνεται ο χρόνος δράσης τους πάνω από μια περιοχή. Παρά το μεγάλο βάρος των φορτίων τους τα Skyraider ήταν πολύ ευέλικτα αεροσκάφη. Η επιχειρησιακή δράση τους, όπως και αυτή των Fennec, ήταν σύντομη, αλλά αποδείχθηκαν από τα πιο αξιόπιστα αεροσκάφη που χρησιμοποίησαν οι Γάλλοι στην Αλγερία.

Στα τέλη του 1959 όλα τα δίκτυα του ALN στην Αλγερία είχαν υποστεί σημαντικά πλήγματα. Επιπλέον οι συνεχείς επιθετικές επιχειρήσεις των Γάλλων απέτρεπαν την ενίσχυση των ανταρτών. Οι Γάλλοι ετοιμάζονταν για ένα τελικό κτύπημα με την επιχείρηση «Trident». Η έναρξή της είχε καθοριστεί για τις αρχές του 1960. Οι πολιτικές εξελίξεις, όμως, θα έδιναν άλλη τροπή στον πόλεμο της Αλγερίας.

Το τέλος του πολέμου στην Αλγερία

Ο ντε Γκωλ ήδη από τις 16 Σεπτεμβρίου 1959 είχε μιλήσει για αυτοδιάθεση της Αλγερίας, η οποία θα είχε μια τυπική σύνδεση με τη Γαλλία. Σε αυτό επέδρασαν πολύ οι διεθνείς πιέσεις, η αντίδραση μεγάλου τμήματος της κοινής γνώμης στη Γαλλία ως προς τη συνέχιση του πολέμου και το γεγονός ότι οι μισές περίπου γαλλικές ένοπλες δυνάμεις είχαν καθηλωθεί στην Αλγερία. Ωστόσο η απόφαση του ντε Γκωλ, σε μια περίοδο κατά την οποία φαινόταν ότι το FLN είχε ηττηθεί στο πεδίο της μάχης, προκάλεσε τη μεγάλη αντίδραση των αποίκων και μέρους του στρατού. Η πρώτη σοβαρή κρίση σημειώθηκε στις αρχές του 1960 και έγινε γνωστή ως «Εβδομάδα των Οδοφραγμάτων».

Στις 24 Ιανουαρίου το λεγόμενο Γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, έχοντας την υποστήριξη 30.000 αποίκων και διαφωνούντων αλεξιπτωτιστών, απείλησε να καταλάβει την εξουσία στο Αλγέρι. Οι διαδηλωτές οχυρώθηκαν πίσω από οδοφράγματα επί μια περίπου εβδομάδα. Τελικά στις 29 Ιανουαρίου, ύστερα από την επέμβαση δυνάμεων πιστών στον ντε Γκωλ, τα οδοφράγματα καταστράφηκαν και οι διαδηλωτές διαλύθηκαν.

Παρά τις αναταραχές, στο πεδίο της μάχης οι συγκρούσεις συνεχίζονταν. Στις 5 Μαϊου 1960 ένα γαλλικό αναγνωριστικό αεροσκάφος εντόπισε ένα τμήμα 270 ανταρτών του ALN, που επιχειρούσαν να διασπάσουν τη γραμμή κοντά στο Αϊν Σεφρά, στα σύνορα με το Μαρόκο. Ενας λόχος λεγεωναρίου του 2ου REI αναπτύχθηκε στην περιοχή. Σύντομα η δύναμή του κρίθηκε ανεπαρκής.

Μεταγωγικά αεροσκάφη και ελικόπτερα της Αεροπορίας του Ναυτικού μετέφεραν στην περιοχή ενισχύσεις που περιελάμβαναν λεγεωνάριους και πεζοναύτες. Ολόκληρη τη νύκτα τα αναγνωριστικά αεροσκάφη παρακολουθούσαν την πορεία των ανταρτών. Το πρωί της 6ης Μαϊου τα ελικόπτερα άρχισαν να αποβιβάζουν τους λεγεωνάριους και τους πεζοναύτες. Τα καταιγιστικά πυρά των ανταρτών είχαν ως αποτέλεσμα η πρώτη ομάδα των λεγεωνάριων να καθηλωθεί και να υποστεί σημαντικές απώλειες.

Η υπόλοιπη γαλλική δύναμη αναπτύχθηκε σε μικρή απόσταση από τους εγκλωβισμένους λεγεωνάριους και ετοιμάστηκε να επιτεθεί. Σημαντική ήταν η συμβολή των Τ-6 της Armee de l’ Air, τα οποία, σφυροκοπώντας ακατάπαυστα τις θέσεις των ανταρτών επί τέσσερις περίπου ώρες, άνοιξαν τον δρόμο για την επίθεση των επίγειων δυνάμεων. Η δύναμη του ALN αναγκάστηκε να επανέλθει στο έδαφος του Μαρόκου αφού υπέστη βαριές απώλειες, οι οποίες έφθασαν τους 74 νεκρούς και τους 23 αιχμαλώτους. Οι πεζοναύτες είχαν τρεις νεκρούς και εννέα τραυματίες, ενώ οι λεγεωνάριοι εννέα νεκρούς και οκτώ τραυματίες.

Παρά τον διαφαινόμενο τερματισμό του πολέμου, η Armee de l’ Air, η Aeronavale και η ALAT συνέχισαν τις επιχειρήσεις τους εναντίον του ALN. Προς το τέλος του πολέμου εντάθηκαν οι αεροπορικές περιπολίες πάνω από τη «Γραμμή Μωρίς», καθώς αυξανόταν ο αριθμός των μεταγωγικών αεροσκαφών (από τη Σοβιετική Ενωση και άλλες χώρες) που μετέφεραν όπλα στην Αλγερία.

Τον Σεπτέμβριο του 1960 γαλλικά μαχητικά Mistral εντόπισαν ένα σοβιετικό δικινητήριο αεροσκάφος Ilyushin Il-14 και το ανάγκασαν να προσγειωθεί (κατ’ άλλους το κατέρριψαν). Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ένα DC-4 προερχόμενο από τον Λίβανο εντοπίστηκε κοντά στο Οράν και αναγκάστηκε να προσγειωθεί. Μέσα στην άτρακτο οι Γάλλοι ανακάλυψαν πέντε τόννους όπλων. Αλλο ένα επεισόδιο με σοβιετικό αεροσκάφος σημειώθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου 1961, όταν ένα Il-14 που μετέφερε τον μελλοντικό ηγέτη της ΕΣΣΔ, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, εντοπίστηκε από γαλλικά Mistral πάνω από τις αλγερινές ακτές. Το αεροσκάφος δέχθηκε πυρά αλλά κατάφερε να διαφύγει και αργότερα να προσγειωθεί με ασφάλεια.

Οι Γάλλοι, για να εντοπίσουν εφοδιοπομπές που μετέφεραν όπλα για τον ALN από την Τυνησία και τη Λιβύη, χρησιμοποίησαν τα αναγνωριστικά RB-26 και RF-84F Thunderflash, που μπορούσαν να επιχειρούν από μεγάλο ύψος. Αυτές οι επιχειρήσεις ήταν μυστικές και εκτελούντο σε βάθος πολλών χιλιομέτρων, ιδιαίτερα πάνω από το έδαφος της Λιβύης.

Παρά την υπεροχή των Γάλλων στο πεδίο της μάχης, ο ντε Γκωλ είχε αποφασίσει να παραχωρήσει ανεξαρτησία στην Αλγερία. Τότε ξεκίνησε ένας νέος γύρος αντιδράσεων από τους αποίκους και ένα τμήμα του στρατού. Αποκορύφωμά τους αποτέλεσε το κίνημα που εκδηλώθηκε στην Αλγερία στις 21 Απριλίου 1961 και του οποίου προϊσταντο οι στρατηγοί Σαλάν, Σαλ, Ζουώ και Ζελέρ. Στόχος τους ήταν να αναλάβει ο Στρατός την εξουσία στην Αλγερία και να προωθήσουν την ενσωμάτωση της χώρας στη Γαλλία.

Το σχέδιό τους απέτυχε, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του Στρατού και το σύνολο της γαλλικής κοινής γνώμης δεν τους ακολούθησαν. Στις 25 Απριλίου ο Σαλ και ο Ζελέρ αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Ο Σαλάν και ο Ζουώ διέφυγαν και ίδρυσαν την Οργάνωση Μυστικού Στρατού (Organization de l’ Armee Secrete – OAS), η οποία εξαπέλυσε ένα κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων στην Αλγερία για να αποτρέψει τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο FLN και στους Γάλλους. Η OAS πραγματοποίησε και αρκετές απόπειρες δολοφονίας εναντίον του ντε Γκωλ.

Οι εξελίξεις, όμως, για την ανεξαρτησία της χώρας είχαν δρομολογηθεί. Τον Ιούλιο του 1962, ύστερα από δημοψήφισμα, η Αλγερία διακήρυξε επισήμως την ανεξαρτησία της, με πρώτο πρόεδρο τον Μπεν Μπελά. Μέσα σε έναν χρόνο από το δημοψήφισμα περίπου 1.400.000 πρόσφυγες, Ευρωπαίοι και ένας αριθμός από γαλλόφιλους μουσουλμάνους, κατέφυγαν στη Γαλλία.

Οι απώλειες του πολέμου ήταν μεγάλες και για τους δύο αντιπάλους. Υπολογίστηκαν σε 155.000 περίπου για τους αντάρτες του FLN και σε 25.000 για τους Γάλλους. Αλγερινές πηγές μιλούν για 1.000.000 Αλγερινούς νεκρούς. Τρεις χιλιάδες περίπου Ευρωπαίοι άποικοι σκοτώθηκαν, ενώ χιλιάδες μουσουλμάνοι, είτε γαλλόφιλοι είτε μη συνεργασθέντες με τους αντάρτες, βρήκαν τον θάνατο από τον ALN τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όσο και μετά το τέλος του.

Η Γαλλική Αεροπορία πλήρωσε σημαντικό τίμημα κατά την περίοδο 1955-62, με την απώλεια 97 αεροσκαφών τα οποία κατερρίφθησαν ή συνετρίβησαν από άλλες αιτίες. Είναι αξιοσημείωτο ότι μόνο το 1958 140 περίπου αεροπλάνα και ελικόπτερα απωλέσθηκαν ή υπέστησαν ζημιές.

Συμπεράσματα

Η σύγκρουση στην Αλγερία υπήρξε ένας σκληρός και για πολλούς «βρώμικος» πόλεμος, στον οποίο οι ακρότητες που σημειώθηκαν και από τους δύο αντιμαχόμενους σε βάρος αμάχων ήταν ένα συχνό φαινόμενο. Οι Γάλλοι σε αντίθεση με τον πόλεμο της Ινδοκίνας, όπου υπέστησαν μια καθαρή ήττα, επικράτησαν στο πεδίο της μάχης. Αυτό όμως δεν στάθηκε αρκετό για να κερδίσουν τον πόλεμο και να διατηρήσουν την αποικιακή τους κτήση.

Οι αεροπορικές επιχειρήσεις των Γάλλων, οι οποίες βασίστηκαν στην Armee de l’ Air, στην Aeronavale και στη νεοσύστατη τότε ALAT, υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία εκείνου του πολέμου. Στη δεύτερη σε έκταση χώρα της Αφρικής, με τους μεγάλους ορεινούς όγκους που αποτελούν ιδεώδη τόπο για τη διεξαγωγή ανταρτοπολέμου και ένα τμήμα της ερήμου Σαχάρας το οποίο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο ποσοστό του εδάφους της, η δράση των αεροσκαφών βοήθησε σε μεγάλο βαθμό τους Γάλλους στην αποτελεσματική διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

Χρησιμοποιώντας ποικιλία αεροσκαφών, από εκπαιδευτικά, που εξοπλίστηκαν κατάλληλα για να παρέχουν εγγύς υποστήριξη στις επίγειες δυνάμεις, μέχρι σύγχρονα αεριωθούμενα για βομβαρδισμούς, περιπολίες και αναχαίτιση αεροσκαφών, οι Γάλλοι πέτυχαν να εξουδετερώσουν τους αντάρτες κατά μήκος των συνόρων και να τους στερήσουν σε πολλές περιπτώσεις την ενίσχυση με οπλισμό και λοιπά εφόδια.

Στον πόλεμο της Αλγερίας κατέχει περίοπτη θέση η επιχειρησιακή δράση των ελικοπτέρων. Τα ελικόπτερα είχαν εμφανιστεί στο πεδίο της μάχης κατά τον πόλεμο της Κορέας, ωστόσο κατά τη σύγκρουση στην Αλγερία αναδείχθηκαν οι μεγάλες επιχειρησιακές τους δυνατότητες.

Εκτός από τις αποστολές αναγνώρισης και μεταφοράς στρατευμάτων, ο επιθετικός τους ρόλος υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις αποφασιστικός για την υποστήριξη των επίγειων δυνάμεων. Εξοπλισμένα με πολυβόλα, πυροβόλα, ακόμα και κατευθυνόμενες ρουκέτες, τα ελικόπτερα παρείχαν αξιόλογο όγκο πυρός στους αλεξιπτωτιστές και στους καταδρομείς που μετέφεραν και τους διευκόλυναν στην εξουδετέρωση των θέσεων του αντιπάλου.

Αν και ήταν περισσότερο ευάλωτα στα πυρά των ανταρτών λόγω του μικρού ύψους στο οποίο πετούσαν, μπορούσαν με μεγαλύτερη άνεση να επιχειρούν πάνω από ορεινούς όγκους που ήταν απροσπέλαστοι για τα αεροπλάνα. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι η δράση των ελικοπτέρων στην Αλγερία αποτέλεσε πρότυπο για τη χρησιμοποίησή τους από τους Αμερικανούς κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ.