Η κατάληψη της Πύλου από τους Αθηναίους (425 π.Χ)

Η κατάληψη της Πύλου από τους Αθηναίους (425 π.Χ)

Οι δύο αντίπαλοι συνασπισμοί κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, με ηγέτιδες δυνάμεις την Αθήνα και τη Σπάρτη, ενεπλάκησαν επιδιώκοντας την επικράτηση επί του αντιπάλου με στρατηγικά σχέδια που βασίζονταν στη διαφορετικής προέλευσης στρατιωτική τους υπεροχή. Στην Αθήνα εφαρμόστηκε τα πρώτα χρόνια του πολέμου η στρατηγική που εισηγήθηκε ο Περικλής, ο οποίος κυριαρχούσε τότε στα πολιτικά πράγματα της πόλης.

Σύμφωνα με αυτήν η Αθήνα θα έπρεπε να αποφύγει οποιαδήποτε σύγκρουση με τον στρατό της πελοποννησιακής συμμαχίας στην ξηρά είτε αμυνόμενη, αν ο στρατός της πελοποννησιακής συμμαχίας πραγματοποιούσε επίθεση στην Αττική, είτε επιτιθέμενη αναλαμβάνοντας χερσαίες εκστρατείες εναντίον των συμμάχων της Σπάρτης.

Ο Περικλής αναγνώριζε την ποσοτική και ποιοτική ανωτερότητα των χερσαίων δυνάμεων της Σπάρτης και των συμμάχων της σε σύγκριση με τους Αθηναίους οπλίτες. Ο προηγούμενος πόλεμος εναντίον της Σπάρτης, μετά τον οποίο η Αθήνα εξαναγκάστηκε να συνομολογήσει την τριαντάχρονη ειρήνη (446) και να εγκαταλείψει τις βλέψεις της στην ηπειρωτική Ελλάδα, τον είχε διδάξει και έτσι ήταν αποφασισμένος να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος.

Η Αθήνα θα στηριζόταν στον στόλο της, ο οποίος υπερείχε κατά πολύ έναντι του στόλου των Πελοποννησίων, και με αυτόν θα επέδραμε στις παράλιες περιοχές των αντιπάλων της. Παράλληλα ο πληθυσμός της Αττικής θα έπρεπε να εγκαταλείψει την ύπαιθρο και να συγκεντρωθεί εντός των Μακρών Τειχών της Αθήνας, όπου θα ανεφοδιαζόταν και θα συντηρείτο από προϊόντα που θα εισάγονταν από άλλες περιοχές, αφού η παρουσία του αθηναϊκού στόλου αποτελούσε εγγύηση ότι οι θαλάσσιοι δρόμοι θα έμεναν ανοικτοί για τον ανεφοδιασμό της Αθήνας.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, το σχέδιο αυτό ήταν καθαρά αμυντικό. Δεν προέβλεπε την εξόντωση του αντιπάλου με αποφασιστικά κτυπήματα αλλά αποσκοπούσε στη φθορά του, που θα τον εξανάγκαζε να συνάψει μία ειρήνη βασισμένη στο καθεστώς πριν από τον πόλεμο.

Από την άλλη πλευρά οι Πελοποννήσιοι πίστευαν ότι με συνεχείς εισβολές στην Αττική σε δύο η τρία χρόνια θα οδηγούσαν τον αντίπαλο σε συντριβή και συνθηκολόγηση. Με αυτές ήλπιζαν να εξαναγκάσουν την Αθήνα να δώσει μάχη στην ξηρά, όπου το πιθανότερο θα ήταν να ηττηθεί. Ταυτόχρονα από την έναρξη του πολέμου η Σπάρτη επιχείρησε να κερδίσει τις εντυπώσεις σε ιδεολογικό επίπεδο, εμφανιζόμενη ως ελευθερώτρια των ελληνικών πόλεων από την καταπίεση της αθηναϊκής κυριαρχίας. Με τον τρόπο αυτό επεδίωκε να προσεταιριστεί τις ουδέτερες ελληνικές πόλεις και να υποκινήσει σε αποστασία τους συμμάχους των Αθηναίων.

Τον πρώτο χρόνο του πολέμου (431 π.Χ.) οι Πελοποννήσιοι εισέβαλαν στην Αττική υπό τον βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμο και τη λεηλάτησαν. Οι Αθηναίοι δεν τους αντιμετώπισαν με τον στρατό τους αλλά με τα πλοία τους διενήργησαν επιθέσεις αντιπερισπασμού σε παράλιες πόλεις της Πελοποννήσου. Η ίδια τακτική επαναλήφθηκε και τον επόμενο χρόνο. Τότε ξέσπασε στην Αθήνα λοιμός και αφάνισε το 1/3 του πληθυσμού θέτοντας σε δοκιμασία την πολιτική του Περικλή, ο οποίος αφού αρχικά τέθηκε στο πολιτικό περιθώριο στη συνέχεια, κτυπημένος και ο ίδιος από την ασθένεια, πέθανε (φθινόπωρο του 429 π.Χ.).

Παρά τις ταλαιπωρίες τους οι Αθηναίοι κατόρθωσαν το 429 να καταστείλουν την αποστασία της Ποτίδαιας και να νικήσουν τον στόλο των Πελοποννησίων σε δύο διαδοχικές ναυμαχίες στον Πατραϊκό υπό την καθοδήγηση του Φορμίωνα. Ο θάνατος του Περικλή, ο οποίος κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή της πόλης για περισσότερα από είκοσι χρόνια, έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθεί μία νέα ομάδα πολιτικών που δεν είχαν ευγενική καταγωγή, ούτε στρατιωτικές ικανότητες και εμπειρία από πολεμικές επιχειρήσεις, στήριζαν δε την επιτυχία τους στη δύναμη του λόγου στη λαϊκή συνέλευση.

Αυτοί υποστήριζαν μία πιο δραστήρια εξωτερική πολιτική που θα περιελάμβανε ευρύτερες πολεμικές επιχειρήσεις από πλευράς Αθήνας και στενότερο έλεγχο των συμμαχικών πόλεων. Εξέχουσα προσωπικότητα ανάμεσά τους ήταν ο Κλέωνας του Κλεαινέτου. Τις ίδιες απόψεις με αυτόν είχαν, μεταξύ άλλων, και οι Ευκράτης, Λυσικλής, Κλεώνυμος και Υπέρβολος.

Η αλλαγή στην εσωτερική κατάσταση της Αθήνας φάνηκε πολύ νωρίς, μετά την καταστολή της, ιδιαίτερα σημαντικής για τη συνοχή της αθηναϊκής ηγεμονίας, αποστασίας της Μυτιλήνης. Ο Κλέωνας πρότεινε τη θανάτωση όλων των ανδρών της πόλης και την υποδούλωση του υπόλοιπου πληθυσμού. Τη σκληρότατη αυτή πρόταση την αποδέχθηκε αρχικά η αθηναϊκή εκκλησία του δήμου, στη συνέχεια όμως την καταψήφισε.

Στο ίδιο πλαίσιο της δυναμικής εξωτερικής πολιτικής που εφάρμοσε η φιλοπόλεμη μερίδα εντάσσονται η επέμβαση στον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα σε βοήθεια των δημοκρατικών του νησιού (428), η πρώτη ανάμιξη της Αθήνας στα πράγματα της Σικελίας (427) υπέρ του Ρηγίου των Λεοντίνων και των άλλων χαλκιδικών πόλεων οι οποίες μάχονταν εναντίον των Συρακουσών και των δωρικών πόλεων της Σικελίας, καθώς και η επιτυχημένη εκστρατεία του Δημοσθένη στη δυτική Ελλάδα (426).

Ενδεχομένως την ίδια χρονιά έγιναν προτάσεις από τη Σπάρτη για ειρήνη (αυτό συνάγεται από τους «Αχαρνείς» του Αριστοφάνη, αν και μερικοί νεώτεροι ερευνητές απορρίπτουν το ενδεχόμενο αυτό), τις οποίες οι Αθηναίοι απέρριψαν.

Η οχύρωση της Πύλου από τον Δημοσθένη και η αντίδραση των Λακεδαιμονίων

Οι πολεμικές επιχειρήσεις του 425 άρχισαν την άνοιξη, με την εισβολή του πελοποννησιακού στρατού στην Αττική (την πέμπτη από την έναρξη του πολέμου) υπό την ηγεσία του βασιλιά της Σπάρτης Αγη, γιού του Αρχίδαμου.

Την ίδια περίοδο οι Αθηναίοι από την πλευρά τους είχαν ετοιμάσει στόλο από 40 πλοία με αρχηγούς τον Ευρυμέδοντα και τον Σοφοκλή, για να τα στείλουν σε βοήθεια των συμμάχων τους στη Σικελία. Οταν όμως πληροφορήθηκαν ότι οι δημοκρατικοί της Κέρκυρας πιέζονταν από τους αντιπάλους τους και ότι 60 πελοποννησιακά πλοία κατευθύνονταν προς την Κέρκυρα προκειμένου να την καταλάβουν, οι στρατηγοί διατάχθηκαν να κατευθυνθούν άμεσα στο νησί, να διευθετήσουν τα πράγματα σύμφωνα με τα αθηναϊκά συμφέροντα και στη συνέχεια να πλεύσουν προς τη Σικελία.

Μαζί με τον αθηναϊκό στόλο είχε σταλεί και ο Δημοσθένης ως απλός ιδιώτης (είχε εκλεγεί στρατηγός για το επόμενο αθηναϊκό έτος, που άρχιζε στα μέσα Ιουλίου), ύστερα από αποδοχή του αιτήματός του να χρησιμοποιήσει τα πλοία αυτά σε επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Στην πραγματικότητα ο Δημοσθένης σχεδίαζε να οχυρώσει μία στρατηγική θέση στη Μεσσηνία, από όπου θα μπορούσε να παρενοχλεί την ύπαιθρο και να δημιουργεί μόνιμα προβλήματα στους Σπαρτιάτες βοηθούμενος και από τους Μεσσήνιους είλωτες της περιοχής. Καταλληλότερο τόπο για μία τέτοια επιχείρηση αποτελούσε μια περιοχή της Πύλου (οι Σπαρτιάτες την ονόμαζαν Κορυφάσιο).

Την καταλληλότητα της περιοχής είχε παρατηρήσει ο Δημοσθένης κατά την εκστρατεία του στη δυτική Ελλάδα την προηγούμενη χρονιά και ασφαλώς θα του είχε επισημανθεί και από τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, με τους οποίους είχε συνεργαστεί στις επιχειρήσεις που διεξήγαγε στην Αιτωλία και στην Ακαρνανία. Η περιοχή διέθετε τα υλικά (πέτρες και ξύλα) για την οχύρωση της τοποθεσίας και η Σπάρτη βρισκόταν σχετικά μακριά (80 χιλιόμετρα περίπου) για να αντιδράσει πριν προλάβουν οι Αθηναίοι να οχυρωθούν. Παράλληλα διέθετε και λιμάνι, που σήμαινε ότι θα μπορούσε να διευκολύνει τον αθηναϊκό στόλο.

Όταν ο αθηναϊκός στόλος έφθασε κοντά στην Πύλο, ο Δημοσθένης αποκάλυψε το σχέδιό του στους στρατηγούς. Ο Σοφοκλής και ο Ευρυμέδων δεν συμφώνησαν μαζί του διότι βιάζονταν να φθάσουν στην Κέρκυρα πριν αυτή πέσει στα χέρια των εχθρών και γνώριζαν ότι ο πελοποννησιακός στόλος προπορευόταν. Μια τρικυμία ανάγκασε τελικά τον αθηναϊκό στόλο να προσορμισθεί στην Πύλο. Τότε ο Δημοσθένης ζήτησε πάλι επίμονα από τους στρατηγούς να οχυρώσουν την περιοχή. Μέσω των αξιωματικών γνωστοποίησε το αίτημά του και στους στρατιώτες, χωρίς να καταφέρει οτιδήποτε.

Επειδή η κακοκαιρία δεν επέτρεψε επί μέρες τον απόπλου, οι στρατιώτες, ενοχλημένοι από την απραξία, αποφάσισαν να αρχίσουν την οχύρωση της περιοχής. Μέσα σε έξι μόνο ημέρες κατάφεραν να τελειώσουν τις εργασίες, καθώς η τοποθεσία ήταν από τη φύση της οχυρή. Οι Αθηναίοι στρατηγοί άφησαν τον Δημοσθένη στην Πύλο με πέντε πλοία και με τα υπόλοιπα κατευθύνθηκαν προς την Κέρκυρα.

Οι Σπαρτιάτες πληροφορήθηκαν τις ενέργειες των Αθηναίων αλλά δεν αντέδρασαν πιστεύοντας ότι θα κατελάμβαναν με ευκολία το οχύρωμα. Ο βασιλιάς Αγης όμως, όταν πληροφορήθηκε την κατάληψη της Πύλου, θορυβήθηκε ιδιαίτερα και επέστρεψε με τον πελοποννησιακό στρατό από την Αττική. Ακολούθως με τον στρατό των Λακεδαιμονίων κατευθύνθηκε άμεσα στην Πύλο και ταυτόχρονα ζήτησε από όλους τους συμμάχους στην Πελοπόννησο να στείλουν ενισχύσεις.

Παράλληλα ζήτησε την ανάκληση του πελοποννησιακού στόλου από την Κέρκυρα. Αυτός έπλευσε άμεσα προς την Πύλο χωρίς να περάσει από τον πορθμό της Λευκάδας και γίνει αντιληπτός από τον αθηναϊκό στόλο, ο οποίος βρισκόταν στη Ζάκυνθο. Ο Δημοσθένης με τη σειρά του πρόλαβε και έστειλε δύο πλοία να ειδοποιήσουν τον στόλο των Αθηναίων, που κατευθυνόταν προς την Κέρκυρα, ότι είχε περικυκλωθεί από τους αντιπάλους και χρειαζόταν βοήθεια πριν ο εχθρικός στόλος φθάσει στην Πύλο και τον αποκλείσει και από τη θάλασσα.

Η ανακρίβεια της διήγησης του Θουκυδίδη για την τοπογραφία της περιοχής και οι αλλαγές που έχουν συντελεσθεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα στην παραλία, δεν μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε με σιγουριά το θέατρο των επιχειρήσεων. Οι Αθηναίοι είχαν οχυρώσει τη ΒΑ πλευρά της χερσονήσου η οποία επικοινωνεί με την ξηρά, καθώς και τη νότια προκειμένου να αποκρούουν τις επιθέσεις από τη θάλασσα, ενώ το υπόλοιπο μέρος της χερσονήσου είχε μείνει ακάλυπτο διότι ήταν από τη φύση του οχυρό.

Οι Σπαρτιάτες από την πλευρά τους σχεδίαζαν να πραγματοποιήσουν συνδυασμένη επίθεση στο οχύρωμα των Αθηναίων από ξηρά και θάλασσα και πίστευαν ότι θα το κατελάμβαναν γρήγορα επειδή δεν είχε κτισθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια. Παράλληλα, για την περίπτωση που δεν θα κατόρθωναν να καταλάβουν άμεσα το οχυρό, σχεδίαζαν να κλείσουν τις εισόδους του λιμανιού (σημερινού κόλπου του Ναβαρίνου) με πλοία, τόσο τη μικρή της βόρειας πλευράς μεταξύ της χερσονήσου της Πύλου και της νήσου Σφακτηρίας, όσο και την πιο μεγάλη νότια, μεταξύ της Σφακτηρίας και της περιοχής όπου βρίσκεται η σημερινή Πύλος.

Με αυτό τον τρόπο και με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν λιμάνια στη δυτική ακτή της χερσονήσου, θα εμπόδιζαν τον αθηναϊκό στόλο να καταλάβει τον κόλπο και να τον χρησιμοποιήσει αρχικά για τον ελλιμενισμό του και αργότερα ως βάση από όπου θα μπορούσε να βοηθήσει τον Δημοσθένη και τους στρατιώτες του. Ταυτόχρονα αποβίβασαν στη νήσο Σφακτηρία οπλίτες, για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να πέσει στα χέρια των Αθηναίων, τοποθέτησαν δε στρατεύματα και στην ξηρά απέναντι από το νησί.

Ο Δημοσθένης, βλέποντας ότι οι Σπαρτιάτες ετοιμάζονταν να επιτεθούν από ξηρά και θάλασσα, ετοιμάστηκε και αυτός με τη σειρά του να τους αντιμετωπίσει. Αφού δέχθηκε ενισχύσεις από δύο μεσσηνιακά πλοία σε οπλισμό και άνδρες (40 οπλίτες), διέταξε να συρθούν στην ξηρά τα τρία αθηναϊκά πλοία για να μη πέσουν στα χέρια του εχθρού. Με τις ενισχύσεις από τους Μεσσήνιους το στράτευμά του δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 700 άνδρες. Από αυτούς οι 600 ήταν ναυτικά πληρώματα και επειδή δεν ήταν εξοπλισμένοι για μάχη στην ξηρά τούς όπλισε με ξύλινες, πρόχειρα κατασκευασμένες ασπίδες.

Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού το παρέταξε στη ΒΑ πλευρά, από όπου θα επιτίθετο το σπαρτιατικό πεζικό. Ο ίδιος με 60 οπλίτες και μερικούς τοξότες έλαβε θέση στο νότιο τείχος, που έβλεπε προς τη θάλασσα, το οποίο ήταν πιο αδύναμο και από εκεί περίμενε αποβατική επιχείρηση των Σπαρτιατών.

Οι τελευταίοι επιτέθηκαν από ξηρά και θάλασσα στα σημεία ακριβώς που υπολόγιζε ο Δημοσθένης. Οι Αθηναίοι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και κατόρθωσαν να διατηρήσουν τις θέσεις τους. Η πιο σκληρή μάχη δόθηκε στη νότια πλευρά του οχυρώματος, όπου οι Σπαρτιάτες με τα πλοία τους προσπαθούσαν να αποβιβάσουν τα στρατεύματα στην ξηρά. Οι ελιγμοί τους γίνονταν ακόμα δυσκολότεροι λόγω της στενότητας του χώρου, γι’ αυτό χώρισαν τα 60 πλοία που διέθεταν σε ομάδες και διενεργούσαν επιθέσεις διαδοχικά.

Στις τελευταίες διακρίθηκε ο Σπαρτιάτης Βρασίδας (την επόμενη χρονιά απείλησε σοβαρά τη συνοχή της αθηναϊκής ηγεμονίας με την εκστρατεία του στη Χαλκιδική), ο οποίος στην προσπάθειά του να αποβιβαστεί στην ξηρά τραυματίστηκε και έχασε την ασπίδα του. Οι σπαρτιατικές επιθέσεις συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό επί δύο ημέρες δίχως να αποφέρουν αποτελέσματα. Την τρίτη ημέρα οι Σπαρτιάτες δεν επιτέθηκαν. Εστειλαν όμως πλοία για να προμηθευτούν κατάλληλη ξυλεία ώστε να κατασκευάσουν πολιορκητικές μηχανές και να εξαπολύσουν πιο αποτελεσματική επίθεση ιδιαίτερα στο νότιο, παραλιακό τείχος.

Νίκη των Αθηναίων στη θάλασσα και αποκλεισμός των Λακεδαιμονίων στη Σφακτηρία

Τότε έφθασε και ο αθηναϊκός στόλος από τη Ζάκυνθο, ο οποίος αριθμούσε 50 περίπου πλοία έχοντας ενισχυθεί με πλοία από τη Ναύπακτο και τη Χίο. Οι Αθηναίοι αφού είδαν τη συγκέντρωση των σπαρτιατικών στρατευμάτων, μη γνωρίζοντας πού να προσεγγίσουν, κατέφυγαν σε ένα διπλανό ερημονήσι και πέρασαν τη νύκτα. Την επομένη ο αθηναϊκός στόλος ετοιμάστηκε για ναυμαχία. Οι Σπαρτιάτες παρέμειναν αδρανείς και άφησαν στους Αθηναίους την πλήρη πρωτοβουλία των κινήσεων.

Επιπλέον δεν φρόντισαν να φράξουν τις εισόδους του λιμανιού (αν και η νότια είσοδος, με μήκος μεγαλύτερο από ένα χιλιόμετρο, θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να κλειστεί με τον αριθμό των πλοίων που διέθεταν), δίνοντας τη δυνατότητα στους Αθηναίους να εισέλθουν με ευκολία. Οι Σπαρτιάτες μόλις είχαν προφθάσει να παρατάξουν τα πλοία τους όταν δέχθηκαν ορμητική επίθεση από τους Αθηναίους. Υστερα από μάχη με τα ανώτερα και πιο έμπειρα αθηναϊκά πληρώματα υποχώρησαν προς την ξηρά. Οι Αθηναίοι τους κατεδίωξαν, κατέστρεψαν αρκετά πλοία, αιχμαλώτισαν πέντε (το ένα με το πλήρωμά του) και στη συνέχεια επιτέθηκαν στα πλοία που βρίσκονταν στην παραλία.

Η ναυμαχία εξελίχθηκε σε πεζομαχία, με τους Αθηναίους να πολεμούν από τα καταστρώματα των πλοίων τους και τους Σπαρτιάτες να προσπαθούν να σώσουν τα υπόλοιπα δικά τους γνωρίζοντας ότι χωρίς στόλο οι άνδρες τους στη Σφακτηρία θα αποκλείονταν. Στο τέλος οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να σώσουν το μεγαλύτερο μέρος των πλοίων τους, εκτός από αυτά τα οποία είχαν ρυμουλκήσει στην αρχή της επίθεσής τους οι Αθηναίοι. Ωστόσο είχαν υποστεί μεγάλες απώλειες, με αποτέλεσμα οι Αθηναίοι να στήσουν τρόπαιο και να αρχίσουν να περιπολούν γύρω από τη Σφακτηρία, όπου βρίσκονταν αποκλεισμένοι πια 420 Λακεδαιμόνιοι με αρχηγό τον Επιτάδα, μαζί με τους είλωτες συνοδούς τους.

Σύναψη ανακωχής και διαπραγματεύσεις για ειρήνη

Οι αρχές στη Σπάρτη συνειδητοποίησαν άμεσα την κρισιμότητα της κατάστασης και έσπευσαν στο σπαρτιατικό στρατόπεδο για να πραγματοποιήσουν καλύτερες εκτιμήσεις και να λάβουν αποφάσεις. Οταν αντιλήφθηκαν ότι δεν υπήρχε τρόπος να σωθούν οι αποκλεισμένοι στη Σφακτηρία, ζήτησαν την άμεση σύναψη ανακωχής με σκοπό να στείλουν πρέσβεις στην Αθήνα για να διαπραγματευτούν ειρήνη.

Οι Αθηναίοι δέχθηκαν να συνάψουν ανακωχή αλλά απαίτησαν και πέτυχαν προηγουμένως την παράδοση, ως εγγύηση, του υπόλοιπου πελοποννησιακού στόλου μέχρι την επιστροφή των Σπαρτιατών πρέσβεων, τους οποίους θα μετέφεραν στην Αθήνα με δικό τους πλοίο. Συμφωνήθηκε επίσης να μη γίνουν επιθέσεις τόσο στην οχύρωση των Αθηναίων στην Πύλο, όσο και εναντίον των αποκλεισμένων στη Σφακτηρία. Οι τελευταίοι θα τροφοδοτούντο με καθορισμένες ποσότητες τροφίμων υπό αθηναϊκή επίβλεψη.

Ο πανικός των σπαρτιατικών αρχών, που έσπευσαν να διαπραγματευτούν ειρήνη (σε έναν πόλεμο τον οποίο η Σπάρτη είχε ξεκινήσει) μόνο και μόνο για να σώσουν 420 οπλίτες, δεν θα πρέπει να μας ξενίζει. Οι οπλίτες αυτοί αποτελούσαν το 1/10 του σπαρτιατικού στρατού και ένα μέρος τους ανήκε στις σπουδαιότερες σπαρτιατικές οικογένειες. Παράλληλα η Σπάρτη αντιμετώπιζε έντονο δημογραφικό πρόβλημα το οποίο είχε κυρίως ως αφετηρία τον καταστροφικό σεισμό του 464, και δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να αντέξει επιπλέον απώλειες στο έμψυχο δυναμικό της.

Ακόμα περισσότερο από τον θάνατο των στρατιωτών οι σπαρτιατικές αρχές επεδίωκαν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο της παράδοσης, με τις συνακόλουθες συνέπειές της για το γόητρο της Σπάρτης. Οι Σπαρτιάτες πρέσβεις στην Αθήνα πρότειναν όχι μόνο σύναψη ειρήνης, αλλά και συμμαχία μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης προκειμένου να πάρουν πίσω τους άνδρες τους, ήλπιζαν δε ότι οι Αθηναίοι θα αποδέχονταν. Οι προσδοκίες τους όμως διαψεύσθηκαν διότι η λαϊκή συνέλευση τελούσε υπό την επιρροή του Κλέωνα και της ριζοσπαστικής, φιλοπόλεμης μερίδας του δημοκρατικού κόμματος.

Ο Κλέωνας ζήτησε από τους Σπαρτιάτες πρέσβεις αρχικά την παράδοση των ανδρών που βρίσκονταν στη Σφακτηρία μαζί με τον οπλισμό τους και στη συνέχεια τη μεταφορά τους στην Αθήνα, όπου θα τους ελευθέρωναν. Τότε θα άρχιζαν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη ειρήνης με την προϋπόθεση ότι οι Σπαρτιάτες θα απέδιδαν τη Νίσαια και τις Πηγές (τα δύο μεγαρικά λιμάνια), καθώς και την Αχαϊα και την Τροιζήνα, περιοχές τις οποίες οι Αθηναίοι είχαν αναγκαστεί να παραχωρήσουν στη Σπάρτη κατά τη σύναψη της τριακονταετούς ειρήνης του 446.

Οι Σπαρτιάτες πρέσβεις παρόλο που οι όροι ήταν ιδιαίτερα σκληροί, συμφώνησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους ίδιους και σε μία αθηναϊκή αντιπροσωπεία για όλα τα θέματα με σκοπό να καταλήξουν σε συμφωνία. Ο Κλέωνας όμως αντέδρασε άμεσα και τους ζήτησε να καταθέσουν φανερά μπροστά στην εκκλησία του δήμου τις προτάσεις τους.

Η αντίδραση αυτή οδήγησε τις διαπραγματεύσεις σε ναυάγιο, αφού ήταν αδύνατο για τους Σπαρτιάτες να λάβουν μέρος σε μία δημόσια συζήτηση διαπραγματευόμενοι την τύχη και ενδεχομένως την παράδοση συμμάχων τους όπως ήταν τα Μέγαρα και η Τροιζήνα. Υπήρχε κίνδυνος να εκτεθούν στα μάτια όχι μόνο των συμμάχων τους αλλά και όλων των Ελλήνων, στους οποίους παρουσιάζονταν ως ελευθερωτές.

Αναμφίβολα μεγάλο μέρος του αθηναϊκού λαού επιθυμούσε τη σύναψη ειρήνης με τη Σπάρτη (ανάμεσά τους και ο Θουκυδίδης) και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι η πρόταση του Κλέωνα χρειάστηκε τρεις ψηφοφορίες για να υιοθετηθεί από την εκκλησία του δήμου. Οι ειρηνόφιλοι ενδεχομένως θεωρούσαν ότι υπήρχε η δυνατότητα να επιτευχθεί μία συμφωνία η οποία μπορούσε να διαρκέσει. Στη πραγματικότητα όμως η Σπάρτη δεν προσέφερε καμία εγγύηση για τη διατήρηση της ειρήνης, δεδομένου ότι μετά την παραλαβή των ανδρών της θα μπορούσε με μία εύλογη αφορμή και σε σύντομο ακόμα διάστημα να επαναλάβει τις εχθροπραξίες.

Επανέναρξη των εχθροπραξιών και δυσχέρειες των Αθηναίων στην Πύλο

Μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων οι πρέσβεις επέστρεψαν στη Σπάρτη. Οι Αθηναίοι, προφασιζόμενοι ότι οι Σπαρτιάτες είχαν παραβιάσει τους όρους της ανακωχής με επίθεση εναντίον του αθηναϊκού οχυρώματος στην Πύλο, αρνήθηκαν να τους επιστρέψουν τα πλοία που κρατούσαν ως εγγύηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μέχρι τη σύναψη της Νικιείου ειρήνης (421) και το τέλος της πρώτης φάσης του πολέμου οι Πελοποννήσιοι να μη χρησιμοποιήσουν σε καμία στρατιωτική επιχείρηση στόλο.

Οι Σπαρτιάτες εξοργίστηκαν με τη συμπεριφορά των Αθηναίων και άρχισαν αμέσως τις εχθροπραξίες. Οι συγκρούσεις επικεντρώθηκαν στον χώρο γύρω από το οχύρωμα των Αθηναίων, το οποίο οι Σπαρτιάτες επιχειρούσαν να καταλάβουν ενώ παράλληλα καραδοκούσαν για την κατάλληλη ευκαιρία να σώσουν τους αποκλεισμένους άνδρες τους. Οι Αθηναίοι με τη σειρά τους απέκρουαν τις σπαρτιατικές επιθέσεις στην Πύλο και με τον στόλο τους (ο οποίος είχε ενισχυθεί με άλλα 20 πλοία και αριθμούσε συνολικά 70) περιπολούσαν συνεχώς γύρω από τη Σφακτηρία.

Καθώς ο χρόνος περνούσε και ο αποκλεισμός των Σπαρτιατών συνεχιζόταν χωρίς οι Αθηναίοι να έχουν κάποια πρόοδο προς την κατεύθυνση της αιχμαλώτισης ή της εξόντωσής τους, οι δυσχέρειες για τους τελευταίους αυξάνονταν. Αντιμετώπιζαν ελλείψεις σε τρόφιμα και σε νερό – στην Πύλο υπήρχε μόνο μία μικρή πηγή που έπρεπε να εξυπηρετήσει 15.000 περίπου άντρες.

Επίσης δεν υπήρχε χώρος για να δεχθεί το σύνολο του αθηναϊκού στόλου, με αποτέλεσμα οι ναύτες να φθάνουν κατά ομάδες στην ξηρά για να γευματίσουν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Παράλληλα το ηθικό του στρατού είχε πέσει κατακόρυφα διότι οι άνδρες έβλεπαν τους Σπαρτιάτες στη Σφακτηρία να αντέχουν ενώ οι δικές τους συνθήκες παραμονής χειροτέρευαν.

Επιπρόσθετα οι αρχές στη Σπάρτη είχαν διακηρύξει ότι θα ελευθέρωναν κάθε είλωτα που θα κατάφερνε να παραδώσει εφόδια στους άνδρες οι οποίοι βρίσκονταν στη Σφακτηρία, με αποτέλεσμα πολλοί είλωτες να μηχανεύονται διάφορους τρόπους και τελικά να κατορθώνουν να μεταφέρουν τρόφιμα στους αποκλεισμένους στο νησί ξεφεύγοντας από τις αθηναϊκές περιπόλους.

Το σπουδαιότερο από όλα όμως ήταν το ότι πλησίαζε ο χειμώνας και ο ανεφοδιασμός των Αθηναίων στην Πύλο θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολος, ενδεχομένως και αδύνατος, δεδομένου ότι οι βάσεις τους βρίσκονταν μακριά, στην Αττική. Τα αθηναϊκά πλοία θα ήταν αδύνατο τον χειμώνα να εφοδιάζουν κανονικά το αθηναϊκό στράτευμα και έτσι οι Αθηναίοι θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την περιοχή.

Αντιθέτως οι Σπαρτιάτες, με πολύ μικρότερες γραμμές ανεφοδιασμού και έλεγχο της παραλίας στον κόλπο του Ναβαρίνου με τις χερσαίες τους δυνάμεις (το μοναδικό σημείο τόσο κοντά στη Σφακτηρία όπου θα μπορούσε να αγκυροβολήσει μεγάλος αριθμός πλοίων), θα μπορούσαν εύκολα να αναστρέψουν την κατάσταση εκμεταλλευόμενοι τις δυσκολίες των Αθηναίων.

Εξάλλου η κακοκαιρία τον χειμώνα θα χαλάρωνε την επιτήρηση των ανδρών στη Σφακτηρία από τον αθηναϊκό στόλο, με αποτέλεσμα αυτοί να μπορούν να προμηθεύονται τρόφιμα, ακόμα και να δραπετεύουν.

Αποστολή Αθηναϊκών ενισχύσεων υπό τον Κλέωνα

Όταν οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν πώς είχε η κατάσταση, δημιουργήθηκε προβληματισμός μεταξύ των πολιτών και πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν μετανιώσει για την απόρριψη των σπαρτιατικών προτάσεων για ειρήνη. Οι ανησυχίες τους αυξάνονταν από το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες είχαν σταματήσει να στέλνουν πρέσβεις για διαπραγματεύσεις, σαν να έδειχναν ότι ήταν σίγουροι για τη σωτηρία των ανδρών τους.

Στην αθηναϊκή εκκλησία του δήμου έγινε συζήτηση (η περιγραφή της γίνεται με παραστατικό τρόπο από τον Θουκυδίδη) για το πώς έπρεπε να αντιδράσουν οι Αθηναίοι και ποιες αποφάσεις να λάβουν. Ο Κλέωνας, τον οποίο βάρυναν περισσότερο οι ευθύνες για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με τη Σπάρτη, αρχικά προσπάθησε να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση στην Πύλο και τη Σφακτηρία. Όταν οι Αθηναίοι τον επέλεξαν για να μεταβεί στην περιοχή και να δει πώς έχει η κατάσταση, επειδή θα αναγκαζόταν να επιβεβαιώσει όσα αμφισβητούσε, αντιπρότεινε να μη σταλούν εξεταστές και, εφόσον οι Αθηναίοι πίστευαν ότι οι ειδήσεις ήταν αληθινές, να στείλουν άμεσα ενισχύσεις.

Πραγματοποιώντας μάλιστα υπαινιγμό στον αρχηγό των ειρηνόφιλων Νικία, ο οποίος ήταν και στρατηγός, σημείωνε ότι αν οι στρατηγοί ήταν πραγματικά ικανοί, με την κατάλληλη προετοιμασία θα μπορούσαν να αιχμαλωτίσουν τους Σπαρτιάτες, εγχείρημα το οποίο ο ίδιος θα κατόρθωνε αν ήταν στρατηγός. Ο Νικίας για να αποκρούσει τις κατηγορίες του Κλέωνα του παραχώρησε τη θέση του ως στρατηγός και του πρότεινε να ηγηθεί εκείνος των δυνάμεων που θα στέλνονταν στη Σφακτηρία.

Ο Κλέωνας στην αρχή, επειδή νόμιζε ότι ο Νικίας δεν θα του παραχωρούσε πραγματικά τη στρατηγία, ήταν έτοιμος να δεχθεί, όταν όμως αντιλήφθηκε ότι ο Νικίας εννοούσε όσα έλεγε προσπάθησε να αποφύγει τη στρατηγία. Υπό τις πιέσεις του αθηναϊκού λαού στην εκκλησία του δήμου όμως αναγκάστηκε να δεχθεί. Δήλωσε μάλιστα ότι χωρίς να πάρει μαζί του ούτε έναν Αθηναίο στρατιώτη, παρά μόνο οπλίτες από τις αθηναϊκές κληρουχίες της Ιμβρου και της Λήμνου, μερικούς ελαφρά οπλισμένους από τη Θράκη, 400 τοξότες και τη δύναμη που ήδη βρισκόταν στην Πύλο, θα αιχμαλώτιζε ή θα σκότωνε μέσα σε είκοσι μέρες τους Σπαρτιάτες της Σφακτηρίας.

Παρά τη διήγηση του Θουκυδίδη φαίνεται αρκετά πιθανό ο Κλέωνας να μην αναγκάστηκε να αναλάβει την αρχηγία της εκστρατείας αλλά να την επεδίωξε. Προφανώς βρισκόταν σε επικοινωνία με τον Δημοσθένη, τον οποίο άλλωστε επέλεξε και ως συστράτηγό του και με τον οποίο ενστερνίζονταν σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες ιδέες σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα η επιλογή των ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών (πελταστών και τοξοτών) που πραγματοποίησε ο Κλέωνας, ίσως έγινε κατά παραγγελία του Δημοσθένη, ο οποίος είχε διαπιστώσει τη χρησιμότητά τους εναντίον των οπλιτών σε ανώμαλο έδαφος κατά την εκστρατεία του στην Αιτωλία το προηγούμενο έτος.

Στο μεταξύ ένα τυχαίο γεγονός στη Σφακτηρία αύξησε τις πιθανότητες επιτυχίας του αθηναϊκού σχεδίου. Η ύπαρξη ενός δάσους στο νησί εμπόδιζε τον Δημοσθένη να εξακριβώσει τις θέσεις και το μέγεθος της εκεί σπαρτιατικής δύναμης. Παράλληλα φοβόταν ότι αν επιχειρούσε απόβαση, ακόμα και αν διέθετε πολύ μεγαλύτερο στράτευμα, κινδύνευε να ηττηθεί διότι οι εχθροί θα τον πολεμούσαν από μέρη που δεν θα μπορούσε να δει.

Επίσης αν εισερχόταν στο δάσος μη γνωρίζοντας τα κατατόπια, ο στρατός του θα μπορούσε να γίνει εύκολη λεία στους Σπαρτιάτες που τα γνώριζαν. Το δάσος αυτό κάηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από μία φωτιά που άναψαν κατά λάθος μερικοί Αθηναίοι στρατιώτες, οι οποίοι εξαιτίας της στενότητας του χώρου στην Πύλο είχαν αποβιβαστεί σε μία απόμερη παραλία του νησιού για να γευματίσουν πιο άνετα, με αποτέλεσμα να εξουδετερωθεί το πλεονέκτημα για τους Λακεδαιμόνιους. Επιπλέον ο Δημοσθένης είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι οι Σπαρτιάτες στο νησί ήταν περισσότεροι από όσους νόμιζε και σχεδίασε ανάλογα.

Οι Αθηναίοι αιχμαλωτίζουν τους Λακεδαιμόνιους στη Σφακτηρία

Ο Δημοσθένης άρχισε αμέσως να εκπονεί το σχέδιο αποβίβασης στο νησί διατάσσοντας τους στρατιώτες του να ετοιμαστούν και ζητώντας ενισχύσεις από τους Μεσσήνιους της περιοχής. Οταν έφθασε ο Κλέωνας και οι δύο στρατοί ενώθηκαν, οι Αθηναίοι πρότειναν στους Σπαρτιάτες του νησιού να παραδοθούν με τα όπλα τους με την υπόσχεση ότι θα τύγχαναν ήπιας μεταχείρισης έως ότου επιτευχθεί κάποια γενικότερη συμφωνία μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης. Εκείνοι αρνήθηκαν και οι Αθηναίοι δύο μέρες αργότερα έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο επίθεσής τους.

Οι σπαρτιατικές δυνάμεις είχαν χωριστεί σε τρία μέρη και είχαν καταλάβει καίρια σημεία. Στο νότιο μέρος του νησιού, κοντά στην παραλία, βρισκόταν σπαρτιατικό φυλάκιο με δύναμη 30 ανδρών. Το κύριο σώμα των σπαρτιατικών δυνάμεων παρατάχθηκε στο κέντρο του νησιού, όπου φύλασσε και τις προμήθειες νερού. Μικρή δύναμη υπήρχε και στο βόρειο μέρος του νησιού, απέναντι από την Πύλο. Η τελευταία τοποθεσία ήταν απόκρημνη από την πλευρά της θάλασσας και δύσκολα προσπελάσιμη και από την ξηρά, δηλαδή από τη φύση της οχυρή. Μάλιστα υπήρχε εκεί και ένα πρόχειρα κατασκευασμένο μικρό οχυρό, στο οποίο οι Σπαρτιάτες σκόπευαν να αντισταθούν σε περίπτωση που αναγκάζονταν να υποχωρήσουν.

Ο Δημοσθένης κατά τη διάρκεια της νύκτας τοποθέτησε το σύνολο των οπλιτών του (800) σε πλοία. Λίγο πριν ξημερώσει αυτοί αποβιβάστηκαν στο νησί και από το ανοικτό πέλαγος και από την πλευρά του κόλπου του Ναβαρίνου και όρμησαν εναντίον του νότιου σπαρτιατικού φυλακίου. Εξόντωσαν όλους τους Σπαρτιάτες που βρίσκονταν εκεί με ευκολία, καθώς οι περισσότεροι αυτών δεν πρόλαβαν ούτε να οπλιστούν – είχαν δει τα αθηναϊκά πλοία αλλά δεν περίμεναν ότι θα γίνει αποβίβαση, θεωρώντας ότι έπλεαν για τη συνηθισμένη νυκτερινή περιπολία.

Μόλις ξημέρωσε αποβιβάστηκαν στο νησί και οι υπόλοιπες αθηναϊκές δυνάμεις: 8.000 κωπηλάτες, 800 τοξότες και περίπου 2.000 ελαφρά οπλισμένοι – συμπεριλαμβανομένων και των Μεσσηνίων – και με τους 800 οπλίτες που είχαν αποβιβαστεί νωρίτερα κατευθύνθηκαν προς το κέντρο του νησιού, όπου βρισκόταν η κύρια δύναμη των Σπαρτιατών (350 περίπου οπλίτες).

Οι τελευταίοι παρατάχθηκαν σε φάλαγγα για να τους αντιμετωπίσουν και ετοιμάστηκαν να επιτεθούν στους Αθηναίους οπλίτες που βρίσκονταν απέναντί τους. Ο Δημοσθένης χώρισε τον υπόλοιπο στρατό του (εκτός από τους οπλίτες) σε τμήματα των 200 ανδρών και τους διέταξε να καταλάβουν όλα τα υψώματα και να κυκλώσουν τους Σπαρτιάτες ώστε να μπορούν να πλήξουν τη σπαρτιατική φάλαγγα από κάθε πλευρά.

Όταν οι Σπαρτιάτες επιτέθηκαν στους παρατεταγμένους απέναντί τους Αθηναίους οπλίτες, άρχισαν να δέχονται βέλη, ακόντια και πέτρες από τις πλευρές, ενώ οι Αθηναίοι οπλίτες δεν έκαναν καμία κίνηση προς τα εμπρός ώστε να έλθουν σε επαφή με τους αντιπάλους τους. Κάθε φορά που οι Σπαρτιάτες επιχειρούσαν να επιτεθούν προς τους ελαφρά οπλισμένους, εκείνοι υποχωρούσαν, αλλά ανασυντάσσονταν αμέσως επειδή οι Σπαρτιάτες οπλίτες, εξαιτίας του βαρέος οπλισμού τους και του δύσβατου εδάφους, αδυνατούσαν να τους προλάβουν.

Οι Αθηναίοι βλέποντας τους Σπαρτιάτες να εξαντλούνται και τη δική τους αριθμητική υπεροχή αναθάρρησαν και εξαπέλυσαν ολομέτωπη επίθεση με βροχή από βέλη, ακόντια, πέτρες και ο,τιδήποτε άλλο μπορούσαν. Οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι σε αυτού του είδους τις επιθέσεις (η χρήση ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών εναντίον οπλιτών, που τότε αποτελούσε καινοτομία, εντατικοποιήθηκε και τελειοποιήθηκε κατά τον 4ο αιώνα), με τα μικρά δόρατα και τα βέλη που είχαν δεχθεί να μένουν καρφωμένα στις ασπίδες και στους θώρακές τους, χωρίς να μπορούν να ακούσουν τα προστάγματα των αξιωματικών τους εξαιτίας των κραυγών των αντιπάλων τους, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με μεγάλη δυσκολία και απώλειες προς το οχυρό τους στη βόρεια άκρη του νησιού.

Εκεί έλαβαν θέσεις μπροστά από κάθε σημείο από όπου θα μπορούσαν να επιτεθούν οι Αθηναίοι. Αυτή τη φορά το πλεονέκτημα το είχαν οι ίδιοι, καθώς υπήρχε η δυνατότητα να δέχονται επιθέσεις μόνο κατά μέτωπο, τις οποίες παρά τη συντριπτική υπεροχή των αντιπάλων τους απέκρουαν με αυτοθυσία.

Η επίθεση των Αθηναίων συνεχίστηκε επί ώρες χωρίς αποτέλεσμα και οι δύο στρατοί ταλαιπωρούντο από τον ήλιο και τη δίψα. Τότε ο αρχηγός των Μεσσηνίων ζήτησε από τον Δημοσθένη και τον Κλέωνα να του διαθέσουν ένα τμήμα από τοξότες και πελταστές για να επιχειρήσει να βρει ένα μονοπάτι από την πίσω πλευρά του απότομου βράχου και να βρεθεί στα νώτα των Σπαρτιατών.

Οι Αθηναίοι στρατηγοί συμφώνησαν. Το τμήμα αυτό κατόρθωσε μέσα από τους γκρεμούς με μεγάλη δυσκολία να βρει πέρασμα και να φθάσει στην κορυφή του λόφου πίσω από τους Σπαρτιάτες. Οι τελευταίοι είχαν παραμελήσει τη φύλαξη αυτής της περιοχής διότι τη θεωρούσαν από τη φύση της οχυρή και δεν περίμεναν ο εχθρός να εμφανισθεί από εκεί. Μόλις είδαν τους αντιπάλους στα νώτα τους αιφνιδιάστηκαν.

Τότε ο υπόλοιπος αθηναϊκός στρατός έλαβε θάρρος και εξαπέλυσε επίθεση αναγκάζοντας τους Σπαρτιάτες, που βρίσκονταν πια περικυκλωμένοι (όπως ακριβώς και στις Θερμοπύλες, για να συγκρίνουμε τα μικρά με τα μεγάλα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Θουκυδίδης), να υποχωρήσουν.

Ο Κλέωνας και ο Δημοσθένης βλέποντας ότι ο αγώνας είχε κριθεί και επειδή ήθελαν να συλλάβουν τους Λακεδαιμόνιους ζωντανούς, διέταξαν το στράτευμά τους να σταματήσει την επίθεση και με κήρυκα ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες να παραδοθούν άνευ όρων. Εκείνοι αρνήθηκαν. Στη συνέχεια έγινε ανακωχή και άρχισαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Στύφωνα (τρίτο στην ιεραρχία μεταξύ των Σπαρτιατών – οι άλλοι δύο είχαν σκοτωθεί) και στους Αθηναίους στρατηγούς.

Ο Στύφωνας ζήτησε από τους Αθηναίους να συμβουλευτεί πρώτα τις αρχές της πόλης του και εκείνοι επέτρεψαν την άφιξη απεσταλμένων από τη Σπάρτη στο νησί. Οι Σπαρτιάτες ιθύνοντες αρνήθηκαν να αναλάβουν την ευθύνη για την τύχη των ανδρών και η απάντησή τους προς αυτούς ήταν η εξής: «Οι Λακεδαιμόνιοι σας διατάζουν να αποφασίσετε οι ίδιοι για τους εαυτούς σας χωρίς να κάνετε κάτι που θα επιφέρει ντροπή». Εκείνοι, αφού συσκέφθηκαν για λίγο, αποφάσισαν να παραδοθούν.

Ο αποκλεισμός των Σπαρτιατών στη Σφακτηρία διήρκεσε 72 μέρες, από τις οποίες τις είκοσι της ανακωχής τροφοδοτούντο κανονικά. Από τους 420 άνδρες συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι και μεταφέρθηκαν στην Αθήνα 292. Από αυτούς 180 ήταν Σπαρτιάτες (οι υπόλοιποι ήταν κάτοικοι των περιοικίδων πόλεων).

Οι συνέπειες της Αθηναϊκής επιτυχίας

Ο Κλέωνας είχε τηρήσει την υπόσχεσή του και σε λιγότερες από είκοσι ημέρες κατόρθωσε να οδηγήσει τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους στην Αθήνα. Το κύρος του στην πόλη αυξήθηκε κατακόρυφα. Οι Αθηναίοι τον τίμησαν αναλόγως ψηφίζοντας γι’ αυτόν ισόβια σίτιση στο Πρυτανείο και το προνόμιο να έχει την πρώτη θέση στους θεατρικούς αγώνες (προεδρία).

Ο ίδιος έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος στην εκκλησία του δήμου μέχρι τον θάνατό του, τρία χρόνια αργότερα. Κανένας Αθηναίος πολιτικός μετά τον Περικλή δεν κατόρθωσε να αποκτήσει τέτοιο κύρος και δύναμη όπως ο Κλέωνας. Σε αυτόν οφείλεται η αναπροσαρμογή (για την οποία τόσο ο Αριστοφάνης, όσο και ο Θουκυδίδης δεν αναφέρουν τίποτα, τη γνωρίζουμε όμως από την ύπαρξη επιγραφής) του συνολικού ποσού που έπρεπε να πληρώνουν οι συμμαχικές πόλεις στην Αθήνα από 460 σε 1.460 τάλαντα.

Επιπλέον οι συμμαχικές πόλεις υποχρεώνονταν στο εξής να μεταφέρουν στη γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, που γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια, μία αγελάδα και μία πανοπλία, ως ένδειξη αναγνώρισης ότι η Αθήνα αποτελούσε μητρόπολή τους. Ο Κλέωνας αύξησε επίσης τον μισθό των δικαστών από δύο σε τρεις οβολούς, κερδίζοντας ακόμα περισσότερο την εύνοια των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων της αθηναϊκής κοινωνίας.

Για την Αθήνα η παράδοση των Σπαρτιατών, εκτός από μία σπουδαία στρατιωτική επιτυχία, αποτελούσε και εγγύηση ότι θα τερματίζονταν οι εισβολές στην Αττική (οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στην Αττική πάλι το 413), διότι σε αντίθετη περίπτωση θα εκτελούσαν τους ομήρους. Για τη Σπάρτη η αιχμαλωσία των ανδρών της αποτέλεσε μεγάλη συμφορά, διότι έχασε μέρος του στρατού της και κυρίως επειδή καταρρακώθηκε το γόητρό της ανάμεσα στους Ελληνες.

Όλοι θεωρούσαν ότι οι Σπαρτιάτες δεν θα παραδίδονταν ποτέ, όσο δυσμενείς και αν ήταν γι’ αυτούς οι συνθήκες, και θα προτιμούσαν να πεθάνουν πολεμώντας. Παράλληλα, με την Πύλο οχυρωμένη από αθηναϊκή φρουρά και με ενισχύσεις από Μεσσήνιους η περιοχή ήταν εκτεθειμένη σε συνεχείς ληστρικές επιδρομές, στις οποίες οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήταν συνηθισμένοι.

Οι είλωτες της περιοχής δραπέτευαν και ζητούσαν καταφύγιο στο αθηναϊκό οχυρό, αυξάνοντας την ανησυχία για μία πιο γενικευμένη εξέγερσή τους, κάτι που αποτελούσε τη μεγαλύτερη από όλες τις απειλές για το σπαρτιατικό κράτος. Οι συνεχείς πρεσβείες προς την Αθήνα με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας για την επιστροφή των αιχμαλώτων δεν έφερναν αποτέλεσμα, επειδή οι Αθηναίοι προέβαλλαν μεγαλύτερες αξιώσεις.

Η πλάστιγγα του πολέμου φαινόταν ότι είχε γείρει προς την πλευρά της Αθήνας. Ο Κλέωνας και η ριζοσπαστική μερίδα του δημοκρατικού κόμματος ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον πόλεμο με όλες τις δυνάμεις τους μέχρι την τελική επικράτηση της Αθήνας. Οι Αθηναίοι την ίδια και την επόμενη χρονιά σημείωσαν και άλλες επιτυχίες, όπως ήταν η νίκη τους στη Σολύγεια της Κορινθίας, η κατάληψη των Μεθάνων και των Κυθήρων και οι λεηλασίες των παράλιων πόλεων της Λακωνίας.

Η εκστρατεία του Βρασίδα στη Χαλκιδική (καλοκαίρι 424) και η ήττα των Αθηναίων από τους Θηβαίους στο Δήλιο (φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς), άλλαξαν τους συσχετισμούς δυνάμεων και την εξέλιξη του πολέμου. Ο θάνατος του Κλέωνα στη Χαλκιδική (422) και οι αποτυχίες της Αθήνας, έδωσαν την ευκαιρία να δημιουργηθεί στην πόλη ένα φιλειρηνικό κλίμα, το οποίο εκμεταλλεύθηκαν οι ειρηνόφιλοι δημοκράτες, με κύριο εκφραστή τους τον Νικία, και οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν στη σύναψη της Νικιείου ειρήνης (421) και στον τερματισμό της πρώτης φάσης του πολέμου.

Με την ειρήνη εκείνη απελευθερώθηκαν οι Λακεδαιμόνιοι αιχμάλωτοι. Οι Αθηναίοι εκδιώχθηκαν από την Πύλο μόλις το 409 π.Χ.