Η μάχη για το ωράριο

Το «μίνι μάρκετ» της γειτονιάς μου έχει πάντα κεσάτια τις βραδινές ώρες. Το μικρό μαγαζί (εξομοιωμένο στην πράξη… με καθεστώς περιπτέρου) μοιάζει με κοινοβούλιο της περιοχής. Εκεί γίνονται τυχαίες συναντήσεις, συζητιούνται τα πάντα, διοχετεύονται πληροφορίες, αποφασίζεται η βραδινή έξοδος και… φυσικά εκεί αγοράζουμε αυτά που δεν προλάβαμε ή ξεχάσαμε να πάρουμε τρέχοντας αλαφιασμένοι να προλάβουμε τα ψώνια του Σαββάτου.

Τελευταία, πάντως, το γενικότερο κλίμα του «χαβαλέ» έχει διαδεχθεί ο έντονος σκεπτικισμός του ιδιοκτήτη και μοναδικού εργαζόμενου.

Αιτία, η αναμενόμενη «απελευθέρωση του ωραρίου για τους άλλους», η οποία σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη, θα μειώσει σημαντικά το τζίρο του μαγαζιού.

Ανάλογη ανησυχία υπάρχει στους εργαζόμενους του «σούπερ μάρκετ» που συνήθως ψωνίζω το Σάββατο, αφού οι περισσότεροι θεωρούν δεδομένο ότι θα τους ζητήσουν παράταση του εργασιακού τους ωραρίου.

Τα μηνύματα από τα μικρομάγαζα της πρώην γειτονιάς μου στη Θεσσαλονίκη είναι το ίδιο ανησυχητικά.

Καταργείται στην πράξη και η μεσημεριανή «σιέστα» επιπλέον…

Τελικά, μόνον το συμφέρον των καταναλωτών εξυπηρετείται με αυτήν την «απελευθέρωση»;

Πρώτον, δεν πρόκειται για απελευθέρωση του ωραρίου, όπως εκείνη του 1992, αλλά για εφαρμογή «ενιαίου» ωραρίου σε όλη τη χώρα, με επέκταση μίας (1) ώρας τις καθημερινές και δύο το Σάββατο, ενώ οι κατά τόπους νομάρχες μπορούν μόνο να αυξήσουν, κι όχι να μειώσουν όπως έκαναν κατά κόρον μέχρι σήμερα, τις ώρες λειτουργίας.

Δεύτερον, όσον αφορά την απασχόληση: από το 1992 (έτος απελευθέρωσης του ωραρίου), η απασχόληση ενισχύθηκε σημαντικά σχεδόν κατ, αποκλειστικότητα στο λιανικό εμπόριο (όχι στο χονδρικό ή ,γενικό,), από τους 580,000 στους 660,000 περίπου, μέχρι όμως το 1997-98, όταν τέθηκαν σε εφαρμογή οι περιοριστικές ρυθμίσεις του σημερινού, ισχύοντος καθεστώτος.

Έκτοτε, υπάρχει μια μικρή αύξηση της απασχόλησης που σήμερα φτάνει τους 698,000 απασχολούμενους (βλ. ΕΣΕΕ, Ετήσια Έκθεση 2003).

Η απελευθέρωση του 1992 δεν έπληξε λοιπόν την απασχόληση, αντιθέτως την ανέπτυξε έντονα.

Και η εμπειρία από άλλες χώρες;

Όλη η έρευνα που υπάρχει διαθέσιμη (Breedbeld, Kajalo, Jacobsen και Kooreman, Goos) δείχνει ότι, όταν απομονώνονται όλοι οι άλλοι παράγοντες, διαπιστώνεται αλλού περισσότερη αλλού λιγότερη, ισόποση περίπου, αύξηση τόσο της μερικής όσο και της πλήρους απασχόλησης (ΗΠΑ, Γερμανία, Ολλανδία, Φιλανδία, Αυστραλία, Καναδάς κ.τ.λ), κυρίως σε μεγάλα καταστήματα, με τις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ να πλησιάζουν τα επίπεδα απασχόλησης στο (λιαν)εμπόριο των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας.

Από την άλλη, ισχύει κι εδώ ο νόμος της οικονομίας.

Περισσότερη απασχόληση στις απελευθερωμένες Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ, φέρνει χαμηλότερους μισθούς (70% του μέσου εθνικού μισθού), ενώ αντίθετα, στις ισχυρά ρυθμισμένες Γερμανία και Βέλγιο ο μισθός στο λιανεμπόριο είναι γύρω στο 90% του μέσου εθνικού μισθού (βλέπε M. Burda, CESifo).

Η απελευθέρωση συμπιέζει τα κέρδη και τους μισθούς όπου ήταν προηγουμένως αδικαιολόγητα υψηλοί λόγω συνθηκών ολιγοπωλίου.

Τέρμα, λοιπόν, το ακριβό αυτοκίνητο για τον ιδιοκτήτη του νυχτερινού μίνι μάρκετ στη γειτονιά μου;

Μάλλον ναι, και για έναν επιπρόσθετο λόγο.

Στην Ελλάδα, η αυτοαπασχόληση στο λιανεμπόριο είναι 60% της συνολικής (!) ενώ στην Ευρώπη 27%!

,Αρα, εκεί που υπάρχει υπερκέρδος, λόγω του ότι στην ανάγκη είναι κανείς διατεθειμένος να πληρώσει παραπάνω αφού δεν έχει δυνατότητα επιλογής στο πιο φθηνό και παραγωγικό σούπερ μάρκετ, εφόσον επιβληθεί ανταγωνιστική αγορά το κέρδος και οι τιμές για τα ίδια αγαθά θα πρέπει να είναι σχεδόν παντού το ίδιο.

,Αρα, η αμοιβή του αυτοαπασχολούμενου θα περιοριστεί σε ορθολογικά πλαίσια ανταγωνιστικής αγοράς.

Στα μικρά όμως, υποκατάστατα των μεγάλων, εμπορικά μαγαζιά «κανονικού» ωραρίου, μια κανονική απελευθέρωση θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας πλέον.

Όσο ανοίγει η βεντάλια του ωραρίου, τόσο αυτοί θα δυσκολεύονται να συνεχίσουν τη λειτουργία τους.

Πόσο μάλλον όταν υπάρχει μια άλλη ελληνική ιδιαιτερότητα που δεν έχει επισημανθεί έως τώρα.

Στην Ευρώπη και στις πιο φιλελεύθερες δυτικές χώρες, τα μικρά μαγαζιά είναι σύγχρονα, συμπληρωματικά των μεγάλων σούπερ μάρκετ καταστημάτων (βιολογικά μπακάλικα, εξειδικευμένα στον τοπικό πελάτη, μαγαζιά με προϊόντα «ετικέτας» κ.τ.λ), ενώ στην Ελλάδα είναι κυρίως υποκατάστατα των μεγάλων, με αδιαφοροποίητο χαρακτήρα προϊόντων.

Επιβιώνουν μέσα από την αδυναμία του πελάτη να βρει διαθέσιμο χρόνο ώστε να προλάβει να ψωνίσει στη βάση του καλύτερου συνδυασμού τιμής και ποιότητας στην αγορά, αφού οι «ωφέλιμες» ώρες αγοράς γι’ αυτόν είναι πολύ λίγες και δεν βρίσκει χρόνο να ψωνίζει «αποδοτικά».

Επομένως, ίσως μια πλήρη απελευθέρωση του ωραρίου θα έκλεινε πολλά μικρά μαγαζιά, εις όφελος μεν του καταναλωτή, αλλά εις βάρος των περισσότερων αυτοαπασχολούμενων με μικρά εμπορικά μαγαζιά που βασίζουν το εισόδημά τους σε «απαγορευτικές ρυθμίσεις ωραρίου».

Γι, αυτό και αντιδρούν οι περισσότεροι.

Σε διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μια πραγματική απελευθέρωση (κι όχι απλώς «ενιαίο» ωράριο όπως το προτεινόμενο) με πρόσληψη μερικής απασχόλησης, η οποία στην Ελλάδα είναι μόλις 4% στο εμπόριο (!) ενώ στην ΕΕ είναι 30%!

Αν ο χαρακτήρας του (μικρο) εμπορίου ήταν πιο σύγχρονος, έστω αυτή η προτεινόμενη περιορισμένη επιμήκυνση του ωραρίου θα εσήμαινε επιμερισμό του παγίου κόστους σε περισσότερες ώρες, πράγμα που σε κανονικές συνθήκες κανονικά ενισχύει το κέρδος της επιχείρισης.

Από την άλλη, μια πλήρη απελευθέρωση θα μείωνε το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και με έναν άλλο τρόπο: ο κάθε «μαγαζάτορας» θα επέλεγε αντιστρόφως να ανοίγει τις ώρες που έχει πραγματικά αρκετή δουλειά και δεν θα ξόδευε πάγιες δαπάνες και μισθούς, μένοντας ανοικτός σε ώρες που ελάχιστοι ψωνίζουν!

Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα του ιδιοκτήτη να προσαρμόσει στις ανάγκες του τις ώρες λειτουργίας θα κατέληγε λογικά σε πιο αποδοτικό επιμερισμό του σταθερού κόστους και περισσότερο κέρδος.

Μερικοί διακινούν την άποψη ότι αφού η ζήτηση (αγοραστική δύναμη) είναι δεδομένη, η όποια απελευθέρωση απλώς θα ανακατανείμει την πίτα.

Λάθος!

Η οικονομική παιδεία διδάσκει ότι το υπερκέρδος που θα αφαιρεθεί από τον «μαγαζάτορα», καθώς και γενικότερα η υψηλότερη αποδοτικότητα στο συνολικό εμπόριο, θα ενισχύσει τη διαθέσιμη αγοραστική δύναμη για προϊόντα σχετικά βασικών αναγκών, αλλά και θα ανακατανείμει τους πόρους σε πιο αποδοτικές απασχολήσεις στο σύστημα, με αποτέλεσμα περισσότερες θέσεις εργασίας, περισσότερο τζίρο και χαμηλότερες τιμές.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας