Η μακραίωνη ελληνική παράδοση θέλει τους διττούς λόγους να επιτρέπουν την…

Η μακραίωνη ελληνική παράδοση θέλει τους “διττούς” λόγους να επιτρέπουν την ολόπλευρη θέαση ενός θέματος δίχως παράσιτα και παρεμβολές. Ο Νίκος Ζίας, αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας, κατεύθυνση Ιστορίας της Τέχνης), επιχειρεί να φωτίσει αμφισημίες της σκέψης μας για τους δεσμούς Τέχνης και Τεχνολογίας αλλά και να υποδείξει το βάθος της “Ρίζας του Ιεσσαί” που λέγεται τέχνη με αναγωγές που ίσως εκπλήξουν. Η συνέντευξη δόθηκε στην Καλλιόπη Κουντούρη.

Ερώτηση: Αποτελεί συχνό φαινόμενο η απόπειρα σφετερισμού του όρου “πρωτοποριακός” από τις μορφές τέχνης που ενσωματώνουν στη δημιουργική διαδικασία τεχνολογικά μέσα (computer, video κ.α.) Πότε, κατά τη γνώμη σας, νομιμοποιείται ένα έργο τέχνης να λογίζεται “πρωτοποριακό”; Μπορούμε να προσβλέπουμε σε νέες πρωτοπορίες του καμβά;

Νίκος Ζίας: O όρος “πρωτοπορία” και “πρωτοποριακό” έργο άσκησε στο δεύτερο μισό του 20ου αι. και εξακολουθεί να ασκεί στις αρχές του 21ου αι. εξαιρετική γοητεία. Έχοντας, πλέον, την εμπειρία της πρωτοπορίας σε διεθνές και εθνικό επίπεδο μπορούμε σήμερα να σταθούμε και νηφάλια να ξανακοιτάξουμε το περιεχόμενο του όρου. Πιστεύω, κατ’ αρχάς, ότι εκείνο που κυρίως προσδιορίζει την αξία του έργου τέχνης είναι το τι ουσιαστικά προσφέρει το έργο με μορφή που είναι προσεγγίσιμη από τον αποδέκτη και όχι από μια απολυτοποιημένη νεωτερικότητα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Ούτε από μόνη της αποτελεί η “πρωτοπορία” ένα απόλυτο αξιολογικό στοιχείο του έργου τέχνης. Δικαιώνεται, εφόσον το ουσιαστικό που προσφέρει ο δημιουργός εκφράζεται αμεσότερα με τις νέες τεχνικές (computer, video κ.ά.), οι οποίες αναμφισβήτητα είναι οικειότερες στη νέα γενιά. Τότε ένα έργο είναι αληθινά πρωτοποριακό, όταν η χρήση των μέσων αυτών ανοίγει ευκολότερο το δρόμο μετοχής του δέκτη αλλά και τον προβληματίζει πάνω στον κίνδυνο δεσποτείας του “μέσου”. Συνέπεια των όσων λέχθηκαν είναι ότι ο καμβάς μπορεί να δώσει νέες πρωτοπορίες, εφόσον αυτό κρίνεται προσφορότερο από το δημιουργό. Φυσικά, αν κρίνει κανείς ποσοτικά, οι πιθανότητες για τη ζωγραφική του καμβά περιορίζονται αλλά υπάρχει σε αντιστάθμισμα η δοκιμασμένη και επιτυχής χρήση αυτού του υλικού.

Λέγεται ότι, για πρώτη φορά από τον πλατωνικό αφορισμό, η τεχνική χειραφετείται και νομιμοποιείται να ανυψωθεί στο επίπεδο της Τέχνης, ισότιμος εταίρος. Σας βρίσκει σύμφωνο αυτή η προσέγγιση;

Η τεχνική και η τέχνη στην ελληνική γλώσσα έχουν μεγάλη συγγένεια. Ο λαός “τέχνη” ονομάζει και τη δεξιότητα για εξυπηρέτηση πρακτικών αναγκών. Έτσι η ανύψωση της τεχνικής σε τέχνη, που πραγματοποιείται σήμερα, δε με ξενίζει ιδιαίτερα. Με ανησυχεί μόνο η αυτονόμηση της τεχνικής και η επαπειλούμενη κυριαρχία της.

Αν αποπειραθούμε μία “σύγκριση” ανάμεσα σε ένα ζωγραφικό πίνακα και ένα λ.χ. έργο της Computer Art, σε ποιά σημεία θα αναγνωρίζαμε πιθανό προβάδισμα του καμβά;

Οι συγκρίσεις ενέχουν συχνά, αν όχι πάντα, κινδύνους παρανοήσεων και παρερμηνειών. Είναι όμως και ένα μέσον αξιολόγησης και βοήθειας στην κατανόηση του έργου τέχνης. Με τους περιορισμούς αυτούς, κρίνοντας, θα εντόπιζα το προβάδισμα του καμβά κυρίως στη σταθερότητα του υλικού αυτού και τη διάρκεια (φυσικά με τους περιορισμούς της φθοράς της ύλης). Και επειδή πιστεύω ότι η αναζήτηση τρόπων υπέρβασης της προσωρινότητας -ουσιαστικά, προσπάθειας υπέρβασης του θανάτου – είναι βαθύτατο αίτημα του ανθρώπου όλων των τόπων και των εποχών, νομίζω ότι και η μέσω της μορφικής έκφρασης υπέρβαση – έστω και σχετικά – της μεταβλητότητας και της φθοράς προσδίδουν στο κλασικής τεχνικής έργο τέχνης ένα βασικό πλεονέκτημα.

Θα στέγαζε στο εγγύς μέλλον η Εθνική Πινακοθήκη μια έκθεση έργων ηλεκτρονικής τέχνης και σε ποιό περίγραμμα θα τοποθετούσατε μια τέτοια κίνηση;

Μια έκθεση έργων ηλεκτρονικής τέχνης αναμφισβήτητα θα ταίριαζε καλύτερα σε ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η Εθνική Πινακοθήκη έχει ως κύριο σκοπό να διαφυλάσσει τα έργα, που έχει ήδη δοκιμάσει ο χρόνος. Βέβαια, στον τόπο μας, με τη σχετικά μικρή χρονική διαδρομή της τέχνης, όπως την εννοεί η Δυτική Ευρώπη, η Εθνική Πινακοθήκη συχνά στέγασε σύγχρονες και πρωτοποριακές εκθέσεις με λαμπρό δείγμα την έκθεση του Santiago Calatrava. Και με αυτήν την προοπτική, υπό το αδιαπραγμάτευτο κριτήριο της ποιότητας, θα ήταν δυνατό να δούμε και στην Εθνική μας Πινακοθήκη μια έκθεση ηλεκτρονικής τέχνης.

Πιστεύετε ότι θα έρθει μια μέρα που τα έργα λ.χ. της Τζένης Μαρκέτου θα θεωρούνται “κλασικά”;

Η συζήτηση σχετικά με το ποιό έργο είναι “κλασικό” είναι μακρά και νομίζω ότι δε συμπορεύεται με την υφή της όλης αυτής συζήτησης.

Υπάρχει, και μάλιστα ως κυρίαρχη τάση στη σύγχρονη τέχνη, “όλα να συνδυάζονται με όλα” – media, κείμενα, περιβάλλον, performance κ.α. Η δική σας στάση.

Ο συνδυασμός διαφόρων τρόπων έκφρασης δεν είναι και τόσο καινούριος, όσο φαντάζονται εκείνοι που τον επικαλούνται (για τον Έλληνα Ορθόδοξο Χριστιανό θυμίζω την εμπειρία της Εκκλησιαστικής Τέχνης στη λατρεία, όπου συνδυάζονται Λόγος, Μουσική, Ζωγραφική, Αρχιτεκτονική, Κίνηση, Ακοή και Όσφρηση). Ο συνδυασμός, λοιπόν, είναι θεμιτός. Αρκεί να έχει άξονα και περιεχόμενο και να μην είναι διαφυγή και απόκρυψη της κενότητας. Ίσως, όμως, αυτό να απαιτεί άλλες προϋποθέσεις, που εντοπίζονται πολύ πιο μακριά από τις καλλιτεχνικές και αισθητικές αναζητήσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας