Ναυμαχία της Χίου (201 π.Χ.). Η πτώση της Μακεδονίας

Ναυμαχία της Χίου (201 π.Χ.). Η πτώση της Μακεδονίας

Στα νερά του κεντρικού Αιγαίου, μεταξύ ιωνικής ακτής και νήσου Χίου, συγκρούστηκαν ο μακεδονικός με τους αντίπαλους στόλους, της Περγάμου και της Ρόδου. Η κατάληξη της αιματηρής αυτής ναυμαχίας, στην οποία δεν υπήρξε σίγουρος νικητής, ήταν να ευνοηθούν οι Ρωμαίοι που βρήκαν την Ελλάδα χωρίς ναυτικό ικανό να την υπερασπιστεί…

Κατά τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. στη μητροπολιτική Ελλάδα η πολιτικοκοινωνική κατάσταση ήταν αρκετά περίπλοκη. Η πολιτική διάσπαση εξακολουθούσε να υπάρχει και οι διαμάχες μεταξύ των διαφόρων πολιτειών συνεχίζονταν αμείωτες. Σε αυτές στα μέσα του 3ου αιώνα μάλιστα είχαν προστεθεί και οι έντονες κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις.

Εξαιτίας των δυσμενών οικονομικών συνθηκών οι λαϊκές τάξεις είχαν πολλαπλασιαστεί, ενώ οι τάξεις των πλουσίων, οι οποίες συνήθως κατείχαν την εξουσία, είχαν συρρικνωθεί ως προς τον αριθμό, είχαν όμως περισσότερο πλούτο. Ετσι οι διάφορες πολιτείες, αντιμετωπίζοντας μεγάλα εσωτερικά προβλήματα, προσπαθούσαν να τα επιλύουν με πολέμους, είτε για λόγους διαρπαγής είτε απλά για εκτόνωση.

Η Αιτωλική Συμπολιτεία με ελάχιστους πόρους, επιδιδόταν συστηματικά στο πρώτο ενώ η Αχαϊκή, διαθέτοντας κυρίαρχη τάξη πλουσίων, στο δεύτερο. Η πιο αξιοσημείωτη προσπάθεια ριζικής επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων που έγινε από τον Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένη Γ’, απέτυχε στη Σελασσία το 222 π.Χ. από τη συμμαχία Αχαιών και Μακεδόνων.

Εξάλλου η οικονομική δυσπραγία αποτυπωνόταν και στον τρόπο διεξαγωγής των πολέμων καθώς η έλλειψη πόρων είχε αναγκάσει τα κράτη να περιορίσουν στο ελάχιστο τα πολεμικά σώματα με τις μεγαλύτερες οικονομικές απαιτήσεις, δηλαδή το ιππικό και το ναυτικό. Οι πόλεις οι οποίες κατά παράδοση διέθεταν σημαντική ναυτική δύναμη (π.χ. Αθήνα, Κόρινθος, Χίος, Μυτιλήνη, Σάμος, Μέγαρα, Αίγινα κλπ.) είχαν πλέον εξασθενήσει και δεν μπορούσαν ούτε ήθελαν να αναλάβουν σημαντικές πρωτοβουλίες στη θάλασσα.

Μόνο η ανερχόμενη λόγω του εμπορίου Ρόδος συντηρούσε άξιο λόγου πολεμικό στόλο, όχι όμως τέτοιου μεγέθους όσο διέθεταν οι ισχυρές δυνάμεις του 5ου αιώνα.

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι η συντήρηση ναυτικής δύναμης εκείνη την εποχή κατά την οποία είχαν κατασκευαστεί και κυριαρχούσαν τα μεγάλα πολεμικά πλοία (τετρήρεις, πεντήρεις, επτήρεις και μεγαλύτερα) που χρειάζονταν εγκαταστάσεις ελλιμενισμού και πολυπληθή πληρώματα, απαιτούσε τεράστια έξοδα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια όταν κυριαρχούσαν οι ευέλικτες, σχετικά εύκολες στην κατασκευή και τη συντήρηση τριήρεις.

Μακεδονία

Το Βασίλειο της Μακεδονίας, υπό τον νέο δυναστικό οίκο των Αντιγονιδών, ήταν η ισχυρότερη δύναμη του Ελληνισμού, όμως οι βασιλείς του δεν είχαν πλέον τους πανελλήνιους οραματισμούς ενός Αλεξάνδρου ή ενός Φιλίππου. Ενδιαφέρονταν μόνο να έχουν εξασφαλισμένη την κυρίαρχη θέση τους έναντι των άλλων Ελλήνων και να αντιπαρέρχονται με επιτυχία τον ενδεχόμενο ανταγωνισμό των πλούσιων ελληνιστικών κρατών, δηλαδή της Συρίας, της Αιγύπτου και της Περγάμου.

Κυριαρχούσε και σε αυτούς η στενή λογική των άλλων ελληνικών κρατών, είτε αυτά ήταν παλαιά (π.χ. Αθήνα, Σπάρτη, Θήβα) είτε νέα (π.χ. Ρόδος, συμπολιτείες). Και εδώ έλλειπε η θεώρηση του Ελληνισμού ως συνόλου με ενιαία συμφέροντα και κοινές επιδιώξεις.

Το 223 π.Χ. ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αντίγονος Δώσων (229-221 π.Χ.) ίδρυσε την Κοινή Συμμαχία συμπράττοντας με τους Αχαιούς (που βρίσκονταν υπό την ηγεσία του Αράτου του Συκυώνιου) και με άλλα ελληνικά κράτη, ο σκοπός της όμως ήταν περισσότερο η διατήρηση της μακεδονικής ισχύος και επιρροής και των πολιτικών καθεστώτων που ενισχύονταν από αυτήν, παρά κάποιου είδους εθνική ενότητα.

Η ιδέα αυτή δοκιμάστηκε και άλλη μια φορά όταν τα κράτη της Κοινής Συμμαχίας πολέμησαν με τους Αιτωλούς και τους συμμάχους τους σε έναν ακόμη αδελφοκτόνο πόλεμο ο οποίος ονομάστηκε “Συμμαχικός” (220-217 π.Χ.).

Μόνο κατά το συνέδριο της ειρήνης στη Ναύπακτο, ο διορατικός ηγέτης των Αιτωλών Αγέλαος, προβλέποντας σωστά είπε ότι οι Ελληνες έπρεπε να σταματήσουν τις εμφύλιες διαμάχες και να συσπειρωθούν κατά του κοινού εχθρού που θα ερχόταν σύντομα από τη Δύση (“τα εκ της Εσπερίας νέφη”).

Ατυχώς για τον ελληνισμό οι σοφές παραινέσεις του Αγέλαου δεν έγιναν κατανοητές και οι εμφύλιες διενέξεις συνεχίστηκαν. Σε αυτές συμμετείχαν πλέον δύο νέες ανερχόμενες πολιτείες, η Πέργαμος στη βορειοδυτική μικρασιατική ακτή και η Ρόδος, απέναντι από τα νοτιοδυτικά παράλια της Ιωνίας.

Πέργαμος

Το Βασίλειο της Περγάμου, στα βορειοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας λίγο νοτιότερα από την Τροία, ήταν ένα από τα φιλόδοξα κράτη που είχαν δημιουργήσει οι διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Φιλέταιρος κ.ά.). Η δύναμή του εστιαζόταν στην ευρύτερη περιοχή της ίδιας της πόλης της Περγάμου, η οποία ήταν κτισμένη πάνω σε έναν δυσπρόσιτο λόφο. Η πόλη ήταν όμορφη, με λαμπρά οικοδομήματα και ισχυρά τείχη, τα οποία εξασφάλιζαν την άμυνα της ήδη σημαντικής φυσικής της θέσης.

Η δυναστεία που βασίλευε (οίκος των Ατταλιδών), αποσκοπούσε στην ανάπτυξη του σχετικά μικρού αλλά πολύ πλούσιου κράτους, κάτι που μπορούσε να γίνει με επέκταση είτε προς ανατολάς (εναντίον του πανίσχυρου Βασιλείου των Σελευκιδών) είτε προς την οικεία θάλασσα το Αιγαίο και τις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Ωστόσο η επιλογή της δεύτερης λύσης έθετε την Πέργαμο σε αντίθεση με την ισχυρή δύναμη της μητροπολιτικής Ελλάδας, τη Μακεδονία και είχε προκαλέσει έντονη έχθρα με τον μακεδονικό βασιλικό οίκο.

Ρόδος

Η δημοκρατία της Ρόδου θύμιζε έντονα την εξέλιξη και την πορεία της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. Η ενιαία πόλη, κυρίαρχη σε ολόκληρο το νησί, είχε προέλθει από τη συνένωση των τριών μικρότερων πολιτειών (Κάμιρος, Λίνδος και Ιαλυσσός).

Σε σύντομο διάστημα, χάρη στη μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου με την ελληνιστική Ανατολή κατά τα αλεξανδρινά χρόνια, σε συνδυασμό με την απουσία άλλης αντίστοιχης εμπορικής και ναυτικής δύναμης (η Αθήνα είχε πάψει από τα τέλη του 4ου αιώνα να υπολογίζεται στο ανατολικό Αιγαίο) και την εξαιρετική θέση του νησιού, είχε ισχυροποιηθεί οικονομικά και στρατιωτικά.

Με τον όρο ισχυροποίηση εννοούμε αυτή σε σχέση με τα ελληνικά μέτρα, δηλαδή επρόκειτο για μια πόλη 100-150.000 κατοίκων με τη δυνατότητα επάνδρωσης ενός στόλου 35-40 μεγάλων πολεμικών πλοίων (μεγαλύτερων από τριήρεις) με ενισχυμένα (θωρακισμένα ή κατάφρακτα) καταστρώματα και πλευρά.

Η Ρόδος δημιούργησε σύντομα αξιόλογη ναυτική παράδοση, ανέπτυξε δικές της τεχνικές θαλάσσιας μάχης και δικά της σχέδια πλοίων (όπως την πολύ επιτυχημένη τριημιολία), ενώ ο πολεμικός της στόλος διατηρούσε υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Σε ένα τέτοιο δημιουργικό περιβάλλον ήταν επόμενο να αναδειχθούν ικανοί ναυτικοί διοικητές.

Α’ Μακεδονικός πόλεμος (215-205 π.Χ.)

Οταν το 218 π.Χ. ξέσπασε ο Β’ Καρχηδονιακός Πόλεμος, ο Φίλιππος Ε’ της Μακεδονίας συμμάχησε με τον Καρχηδόνιο στρατηγό Αννίβα, αποσκοπώντας στην εκδίωξη των Ρωμαίων και στην επανάκτηση των παραλιακών περιοχών και πόλεων της Ιλλυρίας, που είχαν καταλάβει αυτοί μια δεκαετία πριν περίπου (227 π.Χ.).

Η συμμαχία των παραδοσιακών εχθρών του Αιτωλών με τους Ρωμαίους (212 π.Χ.) οδήγησε στη σύγκρουση που ονομάστηκε Α’ Μακεδονικός Πόλεμος (από την πλευρά της Ρώμης), ο οποίος μετά από μια σειρά αναποτελεσματικών επιχειρήσεων οι οποίες αποδυνάμωσαν τις ελληνικές πόλεις και την ελληνική ύπαιθρο, ολοκληρώθηκε χωρίς νικητή μερικά χρόνια αργότερα (συνθήκη της Φοινίκης, 205 π.Χ.).

Νέοι πόλεμοι μεταξύ των Ελλήνων

Η αποχώρηση των Ρωμαίων από τον ελληνικό χώρο επέτρεψε στους Ελληνες, έπειτα από μια σύντομη ανάπαυλα, να επαναλάβουν απερίσκεπτα τις εσωτερικές διαμάχες τους. Ο Φίλιππος Ε’, έχοντας καταβάλει μεγάλο τίμημα κατά τον δεκαετή πόλεμο που είχε προηγηθεί, επιδίωξε να επεκτείνει την επικυριαρχία του σε νέες πόλεις προκειμένου να εισπράττει έσοδα.

Οι πολιτείες της ηπειρωτικής Ελλάδας, έχοντας δοκιμαστεί κατά τον Α’ Μακεδονικό Πόλεμο, δεν ήταν πλέον σε θέση να πληρώνουν μεγάλες εισφορές. Στράφηκε συνεπώς προς τις πλουσιότερες πόλεις των ιωνικών παραλίων. Εκεί κυριαρχούσαν κυρίως δύο κράτη, η Πέργαμος στη βορειοδυτική και η Ρόδος στη νοτιοδυτική ακτή. Και τα δύο μαζί πάντως δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τη στρατιωτική ισχύ της Μακεδονίας όσον αφορά κυρίως τις χερσαίες δυνάμεις.

Μία εκστρατεία από την ξηρά όμως ενείχε τον κίνδυνο να δημιουργήσει πρόβλημα σε σχέση με τη μεγάλη δύναμη ολόκληρης της Μικράς Ασίας, το πανίσχυρο τότε Βασίλειο των Σελευκιδών, οι οποίοι κατείχαν ολόκληρο το εσωτερικό της χερσονήσου. Αρκετές πόλεις στα παράλια τελούσαν υπό την επικυριαρχία της πτολεμαϊκής Αιγύπτου, η οποία όμως εκείνη την εποχή, αντιμετωπίζοντας εσωτερικά προβλήματα, ήταν πολύ αποδυναμωμένη.

Στο μεταξύ ο Φίλιππος, επιθυμώντας να μειώσει όσο ήταν δυνατόν τους κινδύνους μιας γενικότερης ανάφλεξης που δεν τον συνέφερε, ήλθε σε μυστική συνεννόηση με τον μεγάλο του αντίπαλο Αντίοχο Γ’ (τον επονομαζόμενο “μεγάλο”) των Σελευκιδών που βασίλευε τότε στη Συρία (203/202 π.Χ.).

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη των ιστορικών, ο Φίλιππος αποκτούσε ελεύθερο πεδίο δράσης στη δυτική Μικρά Ασία και την ανατολική Θράκη, ενώ ο Αντίοχος στις περιοχές της Παλαιστίνης-Φοινίκης-Κιλικίας, ενδεχομένως και στην Κύπρο. Και στις δύο περιπτώσεις οι δύο συνέταιροι εποφθαλμιούσαν περιοχές που αποτελούσαν εξωτερικές κτήσεις του πτολεμαϊκού Βασιλείου της Αιγύπτου.

Με βάση τη συμφωνία τον ίδιο χρόνο (202 π.Χ.) ο Φίλιππος εκστράτευσε από την ξηρά εναντίον της Θράκης και της Προποντίδας και κατέλαβε ορισμένες πόλεις (Πέρινθο, Χαλκηδόνα, Κίο κλπ.) και μάλιστα όχι μόνο εκείνες που ανήκαν στους Πτολεμαίους αλλά και άλλες που ήταν ανεξάρτητες. Αυτό είχε ως συνέπεια να αντιληφθούν τον κίνδυνο οι ηγέτες της Περγάμου και της Ρόδου και η τελευταία, διαθέτοντας συμμάχους στα στενά του Ελλησπόντου (Βυζάντιο, Κύζικο κλπ.) να κηρύξει τον πόλεμο στη Μακεδονία (καλοκαίρι του 202 π.Χ.).

Κατά τον επόμενο χρόνο (201 π.Χ.) ο Φίλιππος, αφού παρέλαβε όλες τις ναυτικές του μονάδες (53 μεγάλα θωρακισμένα-κατάφρακτα πλοία, μερικά μικρά αθωράκιστα και 150 λέμβους, δηλαδή μικρά σκάφη με μια σειρά κουπιά και με δυνατότητα να έχουν έμβολο, στα οποία επέβαιναν 60-70 άνδρες) και ικανό αριθμό στρατιωτών, έπλευσε στην ιωνική παραλία. Καταρχήν προσέβαλε και κατέλαβε τη Σάμο, η οποία ήταν πτολεμαϊκή κτήση, και επίσης αιχμαλώτισε μερικά αιγυπτιακά μεταγωγικά τα οποία ενσωμάτωσε στον στόλο του.

Στη συνέχεια έπλευσε βόρεια, κατέλαβε την Τέω και έφθασε έξω από την ισχυρή Χίο την οποία πολιόρκησε. Ο Μακεδόνας βασιλιάς σκόπευε να κατακτήσει τα πλησιέστερα νησιά προκειμένου να ενισχύσει τη θαλάσσια δύναμή του με τα πλοία που ενδεχομένως θα συνελάμβανε και στη συνέχεια να πλήξει τις δύο πολιτείες που διέθεταν στόλο στην περιοχή, την Πέργαμο (με την οποία είχε συνάψει ειρήνη) και τη Ρόδο (με την οποία βρισκόταν σε πόλεμο), απομονώνοντας τη μία από την άλλη και κατακτώντας αυτές διαδοχικά.

Έχοντας αυτό το στρατηγικό σχέδιο έπλευσε στη Χίο που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο πόλεις έτσι ώστε να τις επιτηρεί ταυτόχρονα παρεμβαλλόμενος μεταξύ αυτών.

Ωστόσο τα σχέδια του Φιλίππου τα είχε προβλέψει ο ικανός Ρόδιος ναύαρχος Θεοφιλίσκος, ο οποίος έδρασε άμεσα προκειμένου να τα ματαιώσει. Καταρχήν αναλαμβάνοντας υπό την ηγεσία του το μεγαλύτερο μέρος του ροδιακού στόλου (30-35 κατάφρακτα πλοία, μερικά άφρακτα και πολλές λέμβους), έπλευσε ταχύτατα στη βορειοδυτική μικρασιατική ακτή και παρουσιάστηκε στην Πέργαμο.

Εκεί ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον βασιλιά Ατταλο Α’ και καθώς αυτός συμφώνησε να λάβει μέρος στον πόλεμο, τον έπεισε να αντιμετωπίσουν τον επερχόμενο ισχυρό εχθρό στο πεδίο όπου είχαν συγκριτικό πλεονέκτημα, δηλαδή στη θάλασσα, ενώνοντας τις ναυτικές δυνάμεις τους.

Η πόλη της Περγάμου με τα πανίσχυρα τείχη της δεν κινδύνευε και αυτό ώθησε τον Άτταλο στο να δοκιμάσει την εναλλακτική πρόταση του Ρόδιου ναυάρχου. Πολύ σύντομα ο ενωμένος στόλος (65 θωρακισμένα πλοία, 12 αθωράκιστα μικρότερα και αρκετές λέμβοι) υπό την κοινή διοίκηση του βασιλιά Ατταλου και του Θεοφιλίσκου, κατέπλευσε στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή της Χίου.

Η Ναυμαχία της Χίου

Ο Φίλιππος με όλες τις ναυτικές και τις σημαντικές χερσαίες δυνάμεις του, συνέχιζε την πολιορκία της πόλης της Χίου. Ενώ όμως οι επιχειρήσεις ήταν σε εξέλιξη έγινε αντιληπτή η παρουσία του εχθρικού στόλου, ο οποίος απειλούσε τις γραμμές συγκοινωνιών των Μακεδόνων.

Ο Φίλιππος αμέσως αποφάσισε να σταματήσει την πολιορκία και έσπευσε προς αντιμετώπισή του. Διέταξε τα πλοία του να αποπλεύσουν και να κατευθυνθούν νότια προς την ανοικτή θάλασσα, έξω από τον στενό χώρο που σχηματίζεται από τη νήσο Χίο, τη χερσόνησο της Ερυθραίας και τα νησιά Οινούσσες.

Εκεί προφανώς θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να πολεμήσουν, αξιοποιώντας τις μεγάλες δυνατότητές τους, δηλαδή το πλήθος των εκηβόλων όπλων που έφεραν και τη συνολική βαριά κατασκευή τους η οποία τούς επέτρεπε να κρατούν ευκολότερα τη γραμμή μάχης.

Ας σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι ο Πολύβιος στις “Ιστορίες” του, παρουσιάζει τον Μακεδόνα βασιλιά αρχικά αναποφάσιστο και μετά να αποφασίζει να πλεύσει προς τη Σάμο. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται πιθανό καθώς ο μακεδονικός στόλος δεν περίμενε κάποιο όφελος με αυτή την αναδίπλωση, ενώ αντίθετα θα υφίστατο πλήγμα το γόητρό του, κάτι που δεν θα ανεχόταν ο αλαζών Φίλιππος Ε’.

Πάντως πλέοντας αρχικά με κατεύθυνση νότια κατά μήκος των ακτών της Χίου, τα μακεδονικά πλοία έδιναν την εντύπωση ότι προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Οι σύμμαχοι, Ρόδιοι και Περγαμηνοί, έσπευσαν γρήγορα από τον βορρά και αναπτύχθηκαν για μάχη πλησιάζοντας τους εχθρούς. Ο Φίλιππος τότε, χωρίς να έχει εξέλθει ακόμα στην ανοικτή θάλασσα, διέταξε την αναστροφή των πλοίων του στέλνοντάς τα να συγκρουστούν με τους επερχόμενους αντιπάλους.

Το αριστερό κέρας του έπλεε παράλληλα προς την ακτή της Χίου ενώ το δεξιό ήταν βορειοανατολικά της ασιατικής ακτής (χερσόνησος Ερυθραίας). Αυτή ήταν η καταλληλότερη θέση για την ανάπτυξη των μακεδονικών πολεμικών αλλά ο Φίλιππος, ως ανώτατος διοικητής-ηγέτης, ήταν ο μόνος που αποφάσιζε.

Στη συνέχεια ο Μακεδόνας βασιλιάς, αφού έδωσε τις εντολές του, δεν παρέμεινε στη ναυαρχίδα του (μια δεκήρη) αλλά αποσύρθηκε σε ένα μεταγωγικό το οποίο έπλεε πίσω από τα μεγάλα πολεμικά μαζί με τα ελαφρύτερα πλοία.

Αργότερα, σε κάποια φάση της σύγκρουσης, μετεπιβιβάστηκε σε πολεμικό σκάφος που μαζί με μερικά άλλα καιροφυλακτούσαν πίσω από το δεξιό κέρας της μακεδονικής παράταξης. Ο Ατταλος αντίθετα, επιβαίνοντας στη δική του πολυτελή ναυαρχίδα, εφόρμησε κατά της μακεδονικής γραμμής, όπως εξάλλου έπραξε και ο Θεοφιλίσκος (ο οποίος ήταν απλός στρατηγός-διοικητής) με τα ροδιακά του πολεμικά.

Πρώτη φάση της ναυμαχίας

Η σύγκρουση των ογκωδών πολεμικών των αντιμαχομένων ήταν τρομακτική. Τα μεγάλα σκάφη μπορούσαν άνετα να βάλλουν το ένα εναντίον του άλλου από μακριά (με διάφορα εκηβόλα όπλα, τόξα, καταπέλτες που εκτόξευαν βέλη, ακόντια ή πέτρες κλπ.) αλλά και να συγκρουστούν πλώρη με πλώρη σαν δύο μανιασμένοι ταύροι!

Τα μικρότερα πλοία ελίσσονταν ανάμεσα στους γίγαντες και επεδίωκαν να βρίσκονται σε τέτοια θέση ώστε να εμβολίζουν τα μεγαλύτερα τα οποία προσπαθούσαν και να προστατεύουν σε περίπτωση που έβλεπαν επερχόμενο εχθρικό έμβολο προς τις πλευρές τους.

Πολύ σύντομα ο αγώνας έγινε ιδιαίτερα οξύς στην πλευρά που μάχονταν οι Περγαμηνοί (δεξιό κέρας των Μακεδόνων-αριστερό των συμμάχων). Εκεί μια ελισσόμενη περγαμηνή τριημιολία εμφάνισε τις πλευρές της στη μακεδονική ναυαρχίδα η οποία δεν έχασε την ευκαιρία και την εμβόλισε με ολόκληρο το τεράστιο βάρος της.

Το έμβολο της βαριάς δεκήρους όμως, με τη μεγάλη πίεση που διείσδυσε στο ελαφρύτερο σκάφος, σφηνώθηκε βαθιά και συγχρόνως χαμηλά (τα δύο πλοία είχαν διαφορά βυθίσματος), ώστε η μεν τριημιολία καταστράφηκε η δε δεκήρης παγιδεύτηκε σε αυτή καθώς δεν μπορούσε να αποκολλήσει το σφηνωμένο βαθιά έμβολο.

Αυτή την ευκαιρία έσπευσαν να εκμεταλλευθούν δύο περγαμηνές πεντήρεις οι οποίες εμβόλισαν με τη σειρά τους την παγιδευμένη ναυαρχίδα, με συνέπεια να τη βυθίσουν αύτανδρη, συμπεριλαμβανομένου και του Μακεδόνα ναυάρχου- διοικητή.

Σε άλλο σημείο της μάχης ένα περγαμηνό πλοίο υπό τον υποναύαρχο του Αττάλου Δεινοκράτη, κατάφερε να εμβολίσει μια μακεδονική οκτήρη αλλά παγιδεύτηκε στα συντρίμμια της πλώρης της. Η αποφασιστική επέμβαση του άλλου υποναυάρχου του Αττάλου Διονυσιόδωρου – αδελφού του Δεινοκράτη – ο οποίος εμβόλισε εκ νέου ωθώντας την οκτήρη μακριά, έσωσε το πρώτο πλοίο από τον θανάσιμο εναγκαλισμό.

Στη συνέχεια, ενώ η μακεδονική οκτήρης έπλεε χωρίς πλήρωμα αφού αυτό την εγκατέλειψε μετά τον δεύτερο εμβολισμό, συνελήφθη από άλλα περγαμηνά πολεμικά που παρακολουθούσαν την εξέλιξη.

Μέσα από τέτοια περιστατικά η σκληρή σύγκρουση φαινόταν να αποβαίνει προς όφελος των Περγαμηνών, οι οποίοι διέθεταν τοπική αριθμητική υπεροχή. Οι Μακεδόνες άρχισαν να συμπτύσσονται με τάξη, κάτι που προέβλεψε ο προνοητικός Θεοφιλίσκος, ο οποίος είχε κρατήσει μερικά πλοία του στην ξηρά ώστε να έχουν όσο το δυνατόν στεγνές καρίνες. Οταν είδε την αναδίπλωση των Μακεδόνων, ο Ρόδιος ναύαρχος διέταξε την άμεση επίθεση των εφεδρικών πολεμικών του.

Τα τελευταία, με τις στεγνές καρίνες και τα ξεκούραστα πληρώματα, αποδείχθηκαν πολύ πιο γρήγορα από τα μακεδονικά, τα οποία είχαν στρίψει και εξέθεταν έτσι τις πλευρές και τις απροστάτευτες πρύμνες τους στους επερχόμενους αιφνιδιαστικά Ροδίτες. Σε αυτές τις δύσκολες για τους Μακεδόνες στιγμές καταστράφηκαν, βυθίστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν τα περισσότερα πλοία τους και χάθηκαν οι περισσότεροι άνδρες.

Παρά την πίεση που υφίσταντο οι Μακεδόνες κυβερνήτες κατάφεραν να ειδοποιήσουν για τον κίνδυνο που διέτρεχαν, οπότε τα προπορευόμενα μακεδονικά πλοία έστριψαν πάλι και ενεπλάκησαν στη μάχη. Ενδεχομένως αυτή τη στιγμή ο Φίλιππος να μετεπιβιβάστηκε σε πολεμικό πλοίο και να τάχθηκε σε τέτοια θέση (πίσω από δύο μικρά νησιά) που να του επιτρέπει ενεργητικότερη συμμετοχή.

Δεύτερη φάση της ναυμαχίας

Καθώς οι δύο στόλοι συγκρούονταν με μεγάλη σφοδρότητα, οι μεν Ροδίτες με τα ελαφρύτερα και ταχύτερα σκάφη τους, προσπαθούσαν να ελιχθούν και να βρίσκονται διαρκώς στις πρύμνες και στα πλάγια των αντιπάλων τους, οι δε Μακεδόνες που όπως φάνηκε γνώριζαν και είχαν εγκαίρως μελετήσει την τακτική των Ροδίων, έριξαν στον αγώνα τα πολυάριθμα μικρά πλοία και τις λέμβους τους.

Με τον τρόπο αυτό οι Μακεδόνες επεδίωξαν, αφενός να προστατέψουν τα μεγάλα πλοία τους παραβάλλοντας τις λέμβους στα πλάγιά τους, αφετέρου να πληρώσουν τους Ροδίους με το ίδιο νόμισμα κτυπώντας με εξίσου ευέλικτα σκάφη τα ροδιακά που ελίσσονταν πίσω από τα μεγάλα μακεδονικά. Εδώ σημειώθηκαν εντυπωσιακά γεγονότα που έχουν διασωθεί από τους ιστορικούς.

Η ροδιακή πεντήρης του Νικόστρατου εμβόλισε ένα εχθρικό πλοίο και εξόντωσε το πλήρωμά του. Το κτυπημένο μακεδονικό πλοίο όμως, καθώς βυθιζόταν, παρέσυρε και το ροδιακό επειδή το έμβολο του τελευταίου δεν μπορούσε να αποκολληθεί από το κατεστραμμένο σκάφος. Ταυτόχρονα άλλα μακεδονικά πλοία περικύκλωσαν το ροδιακό και το βομβάρδισαν με βέλη, πέτρες και ακόντια.

Όλοι οι επιβαίνοντες στρατιώτες της Ρόδου σκοτώθηκαν, μαζί με τον πλοίαρχο Αυτόλυκο που έπεσε πληγωμένος στη θάλασσα. Τη δραματική εκείνη στιγμή όμως έφθασε η μοίρα του ίδιου του Ρόδιου ναυάρχου και με καίρια επέμβαση, εμβολίζοντας τα σκάφη και σκοτώνοντας τους επιβάτες δύο εχθρικών πολεμικών, διέσωσε τους κωπηλάτες του ροδιακού.

Η επιτυχία όμως αποδείχθηκε πρόσκαιρη αφού σύντομα κατέφθασαν άλλα κατάφρακτα μακεδονικά, τα οποία κατάφεραν τρεις εμβολισμούς στην πεντήρη του Θεοφιλίσκου.

Το μεγάλο πλοίο άντεξε έως ότου ήλθε μια άλλη ροδιακή πεντήρης με κυβερνήτη τον Φιλόστρατο και την έσωσε. Οι περισσότεροι ναύτες της όμως μαζί με τον ίδιο τον τραυματισμένο ναύαρχό τους δεν άντεξαν…

Τελικά μετά από αρκετή ώρα σκληρής μάχης, οι Μακεδόνες είχαν καταφέρει να αποτρέψουν τα σχέδια των Ροδίων, όμως αυτό το πέτυχαν χάνοντας μεγάλο αριθμό τόσο μεγάλων όσο και μικρών σκαφών τους.

Τρίτη φάση της ναυμαχίας

Τη στιγμή κατά την οποία η πίεση των Ροδίων είχε αντιμετωπιστεί με επιτυχία, οι Μακεδόνες βρέθηκαν με διασπασμένη τη γραμμή τους και ένα σημαντικό κενό μεταξύ των πλοίων τους. Ο Ατταλος που καιροφυλακτούσε, το παρατήρησε και διέταξε γενική επίθεση των πλοίων του, ώστε να το εκμεταλλευθεί. Σύντομα τα περγαμηνά πλοία ανέτρεψαν τα διασκορπισμένα μακεδονικά και εισέδυσαν βαθιά στο στενό μεταξύ Χίου και Ερυθραίας δίνοντας μια νέα τροπή στη σύγκρουση.

Τα μακεδονικά πλοία του δεξιού κέρατος ανέστρεψαν και οπισθοχώρησαν προς την ασιατική ακτή, ακολουθώντας μάλλον διαταγές του βασιλιά τους. Ο ίδιος ο Ατταλος με τη ναυαρχίδα του και δύο τετρήρεις προπορεύονταν καταδιώκοντας τον εχθρό, έχοντας προφανώς ενθουσιαστεί από την ευνοϊκή γι’ αυτούς εξέλιξη. Λίγο πριν από την ασιατική ακτή, πίσω από δύο μικρά νησιά, ενέδρευε ο ίδιος ο Φίλιππος επικεφαλής μιας μοίρας αποτελούμενης από 4 πεντήρεις, 3 ημιολίες και μερικές λέμβους.

Ο Μακεδόνας βασιλιάς αναγνώρισε τον εχθρό του και μη αφήνοντας την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη τον προσέβαλε, οι δε Περγαμηνοί αιφνιδιάστηκαν και ταχύτατα μετατράπηκαν από κυνηγοί σε θηράματα.

Ο Άτταλος προτίμησε να μην ανταποκριθεί στην άνιση πάλη και κατευθύνθηκε προς την ακτή, όπου προσάραξε τα πλοία του και τα εγκατέλειψε διαφεύγοντας προς το εσωτερικό. Οι Μακεδόνες κατέφθασαν και, αφού λεηλάτησαν το πολυτελές σκάφος, το έδεσαν στα δικά τους και το πήραν μαζί τους ως πολύτιμο λάφυρο. Διέδοσαν μάλιστα ότι είχαν σκοτώσει και τον ίδιο τον Ατταλο, κάτι όμως που αποδείχθηκε σύντομα αναληθές.

Εκείνη τη δύσκολη για τους Περγαμηνούς στιγμή ο υποναύαρχός τους Διονυσιόδωρος, επιδεικνύοντας ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, ανασυνέταξε τα πλοία του και τα οδήγησε σε αγκυροβόλιο στην ασιατική ακτή, δίνοντας τέλος στη ναυμαχία.

Όταν είδαν τους Περγαμηνούς να φεύγουν έκαναν το ίδιο και οι Ρόδιοι, οι οποίοι είχαν χάσει και αυτοί τον ναύαρχό τους, όπως επίσης και η αριστερή πτέρυγα των Μακεδόνων. Ο Φίλιππος με τη νικήτρια δεξιά του πτέρυγα, ρυμουλκώντας και επιδεικνύοντας την αιχμαλωτισμένη εχθρική ναυαρχίδα, έμεινε για λίγο στο ευρύτερο πεδίο της σύγκρουσης (κοντά στο ακρωτήριο Αργεννο της χερσονήσου Ερυθραίας), διακηρύσσοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την επικράτησή του.

Απώλειες της ναυμαχίας

Οι δύο αντίπαλοι στόλοι υπέστησαν δυσανάλογα σημαντικές καταστροφές. Ο μακεδονικός έχασε, κατεστραμμένα και αιχμαλωτισμένα, 26 κύρια πολεμικά πλοία (μια δεκήρη που ήταν η ναυαρχίδα του Φιλίππου, 5 άλλα μεγάλα πλοία, 20 άλλα κατάφρακτα, 3 τριημιολίες, 72 λέμβους, από τις οποίες 40 βύθισαν και 7 αιχμαλώτισαν οι Ρόδιοι).

Επιπλέον το κόστος σε ανθρώπινες ζωές ήταν πολύ βαρύ: 6.000 ναυτικοί και 3.000 στρατιώτες ήταν οι φονευθέντες και οι πνιγμένοι, ενώ 2.000 αιχμαλωτίστηκαν, συνολικά 11.000 πολύτιμοι άνδρες ήταν εκτός μάχης! Οι Μακεδόνες πολύ λίγες φορές είχαν θρηνήσει τόσο πολλούς μαχητές τους.

Με τόσο τρομερές απώλειες ο ισχυρισμός του βασιλιά τους ότι ήταν ο νικητής της σύγκρουσης φαινόταν εξωπραγματικός. Αυτό έγινε άμεσα και με δραματικό τρόπο αντιληπτό, όταν τα θαλάσσια ρεύματα της περιοχής μετέφεραν τα συντρίμμια των βυθισμένων και κατεστραμμένων μακεδονικών πλοίων μαζί με τα σώματα πνιγμένων ανδρών κοντά στο σημείο όπου είχε αγκυροβολήσει ο υπόλοιπος μακεδονικός στόλος, προκαλώντας αλγεινή εντύπωση…

Στο αντίπαλο στρατόπεδο οι Περγαμηνοί έχασαν 5 μεγάλα σκάφη (2 πεντήρεις και 3 τετρήρεις, ανάμεσα στις οποίες και τη ναυαρχίδα τους) και μια τριημιολία αλλά είχαν μόνο 70 νεκρούς. Οι Ρόδιοι έχασαν 2 πεντήρεις και μια τριήρη ενώ και αυτοί είχαν μόνο 60 νεκρούς. Από τους δύο συμμάχους αιχμαλωτίστηκαν συνολικά 700 ναυτικοί. Η σημαντικότερη απώλεια για το περήφανο νησί ήταν ο ικανός ναύαρχος Θεοφιλίσκος, ο οποίος πέθανε αφού όρισε τον διάδοχό του, διακρινόμενος από υψηλό αίσθημα ευθύνης μέχρι και τις τελευταίες του στιγμές.

Οι συνέπειες της Ναυμαχίας της Χίου

Οι οδυνηρές συνέπειες της σύγκρουσης δεν έγιναν αμέσως αντιληπτές. Το αντίθετο μάλιστα συνέβη, καθώς ο μακεδονικός στόλος υπό τον δραστήριο και αποφασιστικό Φίλιππο Ε’ παρέμεινε στα νερά της Χίου ενώ οι δύο σύμμαχοι χωρίστηκαν. Οι Περγαμηνοί επέστρεψαν στα παράλιά τους και ενίσχυσαν τη φρουρά της πόλης τους ενώ οι Ρόδιοι, αποθαρρυμένοι εξαιτίας της απουσίας του Θεοφιλίσκου, κατευθύνθηκαν νότια και προσορμίστηκαν στη νήσο Λάδη έξω από τη Μίλητο.

Εκεί έσπευσε και τους συνάντησε ο Φίλιππος και ύστερα από σύντομη ναυμαχία, στην οποία οι Ρόδιοι πολέμησαν χωρίς ιδιαίτερο σθένος, τους νίκησε και τους εξεδίωξε. Οι απώλειες όμως εδώ ήταν ελάχιστες και δεν μετέβαλαν το συνολικό ισοζύγιο δυνάμεων. Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν όλο το καλοκαίρι κατά ξηρά και θάλασσα χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα.

Ο Μακεδόνας βασιλιάς επέστρεψε απογοητευμένος στη χώρα του (φθινόπωρο του 201 π.Χ.), ενώ οι αντίπαλοί του, σταθμίζοντας τους κινδύνους που διέτρεχαν τα κράτη τους από επανάληψη των επιχειρήσεων τον επόμενο χρόνο και κρίνοντας ως ανεπαρκείς τις δυνάμεις και τις αντοχές τους, αποφάσισαν να ζητήσουν την υποστήριξη του ισχυρού εξωελληνικού παράγοντα, της Ρώμης.

Τα επόμενα χρόνια αναδείχθηκε η κορυφαία σημασία των συγκρούσεων που διεξήχθησαν στα νερά της Χίου. Το μακεδονικό ναυτικό υπέστη σοβαρά πλήγματα στα μεγάλα σκάφη του αλλά προπάντων στους έμπειρους ναυτικούς του (6.000 νεκροί και 2.000 αιχμάλωτοι) που πλέον δεν μπορούσε να συνέλθει.

Δεν υπήρχαν επαρκείς πόροι ούτε ανθρώπινοι ούτε υλικοί ώστε να μπορέσει να ορθοποδήσει πάλι. Αυτή η απουσία ισχύος σήμαινε ότι τα θαλάσσια σύνορα ολόκληρης της Ελλάδας έμεναν απροστάτευτα και εκτεθειμένα στις ορέξεις οποιουδήποτε αντιπάλου διέθετε μια αξιόλογη ναυτική δύναμη. Επειδή ήταν απροστάτευτα τα εκτεταμένα θαλάσσια σύνορα της ελληνικής χερσονήσου είναι προφανές ότι και ο χερσαίος χώρος ήταν ευάλωτος.

Η Ρώμη επεμβαίνει στα ελληνικά πράγματα

Το 201 π.Χ. κατά την περίοδο που το μακεδονικό ναυτικό δεχόταν καίριο πλήγμα στη Χίο, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου συνέβαιναν κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονότα. Μετά τη λήξη του Β’ Καρχηδονιακού Πολέμου η Ρώμη αναδείχθηκε περήφανη νικήτρια, παρά τα πλήγματα που είχε δεχθεί, και αναμφισβήτητη κυρίαρχος της δυτικής Μεσογείου.

Στις ηγετικές τάξεις της αναπτύσσονταν όλο και περισσότερο διαθέσεις παγκόσμιας ηγεμονίας, ενώ οι λαϊκές τάξεις έβλεπαν στους κατακτητικούς πολέμους το αποτελεσματικότερο μέσο πλουτισμού. Στράφηκαν λοιπόν προς την Ανατολή, που αφενός διέθετε συσσωρευμένο πλούτο που προκαλούσε, και αφετέρου ήταν πολιτικά κατακερματισμένη.

Εχοντας την εμπειρία από τους Ελληνες της Ιταλίας και της Σικελίας, καθώς και από τις συμμαχίες τους στον Α’ Μακεδονικό Πόλεμο (Αιτωλούς κλπ.), οι Ρωμαίοι πολιτικοί γνώριζαν πλέον να εκμεταλλεύονται τις μόνιμες ελληνικές διαιρέσεις και να στρέφουν το ένα κρατίδιο εναντίον του άλλου. Ετσι αφού αποδυνάμωσαν τους Μακεδόνες από τα ερείσματά τους και αφού συμμάχησαν με τους χολωμένους από όσα προηγήθηκαν ηγέτες της Ρόδου και της Περγάμου, τούς κήρυξαν τον πόλεμο το έτος 200 π.Χ.

Το στρατιωτικό δυναμικό των δύο αντιπάλων είχε σημαντικές διαφορές. Η Ρώμη διέθετε συνολικά υπό τα όπλα 140.000 άνδρες (14 λεγεώνες) και είχε ετοιμοπόλεμα 100 μεγάλα πολεμικά πλοία τα οποία μπορούσε, εάν χρειαζόταν, να διπλασιάσει ή να τριπλασιάσει. Οι εφεδρείες όμως που μπορούσε να κινητοποιήσει ήταν πολύ μεγαλύτερες διότι υπερέβαιναν το μισό εκατομμύριο άνδρες που μπορούσαν να διατεθούν είτε στην ξηρά είτε στη θάλασσα. Η Μακεδονία είχε πολύ μικρότερες δυνατότητες.

Ο Φίλιππος συγκέντρωσε 20.000 περίπου άνδρες για εκστρατεία, άλλες 15-20.000 άνδρες αποτελούσαν τις φρουρές των οχυρών και των πόλεων, ενώ οι εφεδρείες του κράτους του υπολογίζονται στο 1/10 των ρωμαϊκών. Η σύγκριση ήταν απογοητευτική για τους Ελληνες όσον αφορά τις θαλάσσιες δυνάμεις. Ο μακεδονικός στόλος ήταν πλέον πολύ μικρός και αποτελείτο κυρίως από λέμβους (100-120), μικρό αριθμό ελαφρών πλοίων και μόνο 25-30 πλοία μάχης. Ο δρόμος για την κατάκτηση της Ελλάδας ήταν ουσιαστικά ανοικτός.

Οι Ρωμαίοι μπορούσαν άνετα και ανώδυνα να στέλνουν στρατιωτικές μονάδες τους στην Ελλάδα, να διεξάγουν επιχειρήσεις κατά ξηρά στην ξένη χώρα χωρίς να κινδυνεύει ή να θίγεται η δική τους, να συντηρούν, να υποστηρίζουν και να ενισχύουν τα στρατεύματά τους και αυτό θα γινόταν για όσο χρόνο χρειαζόταν μέχρι να επιτύχουν μια σημαντική νίκη εναντίον ενός αντιπάλου που δεν διέθετε μεγάλες αντοχές. Πολύ περισσότερο μειωνόταν η αντοχή του μακεδονικού κράτους, όταν τα παράλιά του και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες του βρίσκονταν διαρκώς υπό την απειλή ναυτικής επιδρομής.

Προηγούμενο άρθροΜάχη του Χουέ (1968) Η πανωλεθρία των Αμερικανών
Επόμενο άρθροBMW: Ξεκίνησε ως οικογενειακή επιχείρηση και έγινε αυτοκρατορία
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ