Η οικονομική πολιτική Ομπάμα τροφοδοτεί νέα φούσκα στις ΗΠΑ

Ο πρόεδρος των HΠA Mπαράκ Oμπάμα ακολουθεί το παράδειγμα της προηγούμενης κυβέρνησης. Επιθυμεί ένα ογκώδες πρόγραμμα δαπανών προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση, την οποία δημιούργησε η εύκολη παροχή φθηνού χρήματος. Ο Oμπάμα θα πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση. Oπως άλλωστε υποστήριξε και ο ίδιος πρόσφατα, διανύουμε έναν δύσκολο δρόμο και θα πρέπει να προσπαθήσουμε να φθάσουμε στο τέλος του με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες.

Η κρίση ξεκίνησε εξαιτίας του «τοξικού» συνδυασμού μείωσης επιτοκίων και άκρατου κρατικού δανεισμού, δύο στοιχεία που χαρακτήρισαν την περίοδο που πρόεδρος της Fed ήταν ο Aλαν Γκρίσπαν και πρόεδρος των ΗΠΑ ο Tζόρτζ Mπους. Η Αμερική βίωσε μία περίοδο εξαιρετικά υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος, καθώς η κυβέρνηση Mπους θεώρησε ότι το «καλύτερο φάρμακο» ήταν οι άκρατες δαπάνες. Πιθανώς να θεωρήθηκε –αρχικά– δικαιωμένος, καθώς στην αρχή της εν λόγω περιόδου η αμερικανική οικονομία κατέγραφε ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης.

Ο Aλαν Γκρίσπαν ακολούθησε επιθετική νομισματική πολιτική. Ως απάντηση στην ύφεση που έπληξε τις ΗΠΑ το 2000 αλλά και των τρομοκρατικά κτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οδήγησε το βασικό επιτόκιο στο 1% και τα πραγματικά επιτόκια κοντά ή ακόμη και χαμηλότερα από το 0%.

Καθώς το εύκολο χρήμα έρεε, ο Αμερικανός καταναλωτής φρόντισε να υπερδανειστεί και να ξοδεύσει αλόγιστα. Οι τιμές κατοικιών εκτοξεύθηκαν στα ύψη, καθώς οι καταναλωτές μπορούσαν με απίστευτη ευκολία να δανειστούν χρήματα από τις τράπεζες και να αγοράσουν σπίτια, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν με ίδια κεφάλαια.

Δηλαδή σε μία περίοδο που τόσο η κυβέρνηση όσο και οι καταναλωτές θα έπρεπε να αποταμιεύουν, καθώς η περίφημη γενιά των baby boomers πλησίαζε στη συνταξιοδότηση και οι δύο προτίμησαν να δαπανούν «ξένα» χρήματα.

Το 2006 η «φούσκα» των πιστώσεων άρχισε να υποχωρεί. Η Fed ξεκίνησε να αυξάνει τα επιτόκια σε περισσότερο φυσιολογικά επίπεδα και οι τράπεζες άρχισαν να παράσχουν δάνεια με περισσότερο «σφιχτούς» όρους. Οι τιμές κατοικιών οι οποίες στηρίζονταν στην παροχή εύκολου χρήματος άρχισαν να «επιστρέφουν» σε περισσότερο ομαλά επίπεδα και οι δανειζόμενοι άρχισαν να αισθάνονται τις πρώτες πιέσεις. Ταυτόχρονα, οι επενδυτές ξεκίνησαν να πωλούν τοποθετήσεις τις οποίες θεωρούσαν υπερτιμημένες, με αποτέλεσμα την απότομη διόρθωση των τιμών τους.

Όλη αυτή η διαδικασία της διόρθωσης «χτύπησε» κάθε πάγιο, από τις τιμές κατοικιών έως τις μετοχές και τις επενδύσεις σταθερού εισοδήματος. «Θύματα» ήταν ακόμη και τα εμπορεύματα. Μόνο τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα έμειναν αλώβητα, καθώς οι επενδυτές στράφηκαν σε αυτά, θεωρώντας τα ως καταφύγια.

Σήμερα κυβέρνηση και Fed ακολουθούν την ίδια πορεία. Ο επικεφαλής της Fed, Mπεν Mπερνάνκε, προχώρησε σε κάθετη μείωση επιτοκίων και φρόντισε να «προσθέσει» 1,5 τρισ. δολάρια στον ισολογισμό της τράπεζας, τα οποία προέρχονται από αγορά «τοξικών» επενδύσεων των τραπεζών, από παροχή δανείων σε αυτές με αντάλλαγμα μετοχές αλλά και από στήριξη και άλλων επιχειρήσεων πέραν του χρηματοοικονομικού τομέα.

Μέχρι στιγμής η κάθετη μείωση των επιτοκίων δεν έχει οδηγήσει στην πολυπόθητη ενίσχυση της παροχής δανείων από τις τράπεζες ή στην ανάκαμψη των τιμών των μετοχών. Οι τράπεζες δεν πρόκειται να ξεκινήσουν την παροχή νέων δανείων εάν πρώτα δεν αισθανθούν οι ίδιες ικανοποιημένες με τους ισολογισμούς τους αλλά και δεν πεισθούν ότι αυτοί που δανείζουν θα τις αποπληρώσουν, έστω και με κάποια –μικρή πάντα– καθυστέρηση.

Οι τιμές σε επενδύσεις όπως μετοχές θα συνεχίσουν να υποχωρούν και ως εκ τούτου θα έχουμε νέο γύρο επισφαλειών και απομειώσεων πάγιου ενεργητικού από τα τραπεζικά ιδρύματα των ΗΠΑ και φυσικά συνέχεια στο «πάγωμα» της πιστωτικής αγοράς. Το πιθανότερο είναι ότι όλη αυτή η κατάσταση θα διαρκέσει έως το 2010, χωρίς κανείς να μπορεί να αποκλείσει και περαιτέρω παράτασή της.

Ο Mπερνάνκε δεν μπορεί να στηριχθεί στη «συνεργασία» του Αμερικανού καταναλωτή. Η διάθεση των καταναλωτών είναι κακή και συνεχίζει να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Αυτή τη στιγμή οι baby boomers προτιμούν να σταματήσουν να καταναλώνουν και στρέφονται τόσο στην αποταμίευση όσο και σε μία προσπάθεια να περιορίσουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, τη ζημιά που έχουν υποστεί οι επενδύσεις τους.

Η αύξηση των κρατικών δαπανών –κάτι που είχε προτείνει ο Tζορτζ Mπους και συνεχίζει ο Mπαράκ Oμπάμα– δεν πρόκειται να λειτουργήσει προς όφελος της οικονομίας. Οι τιμές θα συνεχίσουν να υποχωρούν ανεξάρτητα από πόσα χρήματα θα δανειστεί η κυβέρνηση, ακόμη και εάν διατάξει τη Fed να τυπώσει νέο χρήμα. Σε αυτή, δε, την περίπτωση η κυβέρνηση αναλαμβάνει ένα ακόμη πιο μεγάλο ρίσκο: να υπάρξει «απαξίωση» των αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Μέχρι στιγμής οι επενδυτές τους έχουν δείξει σχεδόν απόλυτη εμπιστοσύνη, οδηγώντας υψηλά τις τιμές και χαμηλά τα yields. Iσως, όμως, με αυτό τον τρόπο έχει δημιουργηθεί μία ακόμη «φούσκα».

Σήμερα τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα είναι η πλέον ακριβή επένδυση στην υφήλιο. Το 10ετές ομόλογο έχει yield 2,9%, ακόμη και εάν η δημοσιονομική εικόνα των ΗΠΑ θυμίζει την αντίστοιχη μιας χώρας του Τρίτου Κόσμου. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ξεπερνά το 100%, εάν σε αυτό συμπεριληφθεί και το χρέος των δύο κρατικών ομίλων Freddie Mac και Fannie Mae. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για έλλειμμα προϋπολογισμού που θα ξεπεράσει το ένα τρισ. δολάρια στο δημοσιονομικό έτος 2008-2009 (ολοκληρώνεται στις 30 Σεπτεμβρίου 2009). Την ίδια στιγμή οι δαπάνες για συνταξιοδότηση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της γενιάς των baby boomers προβλέπεται ότι θα ξεπεράσουν τα 50 τρισ. δολάρια.

Καθώς οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να τυπώσουν περισσότερο χρήμα, οι επενδυτές θα ανακαλύψουν ότι έχουν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε ένα νόμισμα το οποίο θα συνεχίσει να υποχωρεί. Μέχρι στιγμής οι ξένοι επενδυτές –πάντα σε κρατικά ομόλογα– έχουν διατηρήσει την ψυχραιμία τους. Oμως κάποια στιγμή ξένοι και εγχώριοι επενδυτές θα συνειδητοποιήσουν την άσχημη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ και πιθανώς να αρχίσουν να πωλούν κρατικά ομόλογα.

Όταν αυτό συμβεί τα επιτόκια στα εν λόγω ομόλογα θα αρχίσουν να αυξάνονται, πιθανώς και απότομα, οδηγώντας σε τεράστιες απώλειες όσους αποφάσισαν να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε αυτή τη μορφή της επένδυσης.

Φυσικά το «ξεπούλημα» (sell-off) δεν θα σταματήσει στα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ. Θα επεκταθεί σε κάθε μορφή επένδυσης που «περιλαμβάνει» αμερικανικά συμφέροντα. Στις αγορές οι τιμές ομολόγων και μετοχών θα «βυθιστούν» ακόμη περισσότερο και οι επενδυτές θα τις εγκαταλείψουν έντρομοι.

Η πρόταση του Barron’Αs

Προκειμένου να αποφύγει όλα τα παραπάνω ο Mπαράκ Oμπάμα θα πρέπει να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο από τον προκάτοχό του. Eναν δρόμο που θα οδηγήσει τις ΗΠΑ στην ευημερία. Οι τομείς κοινωνικής ασφάλισης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης θα πρέπει να «δεχθούν» πλήρη αναμόρφωση, έστω και εάν αυτό έχει τεράστιο πολιτικό κόστος. Παράλληλα, οι ΗΠΑ θα πρέπει να μειώσουν τον αριθμό των στρατιωτών τους στο εξωτερικό. Aλλωστε η ασφάλεια στο εσωτερικό της χώρας είναι πολύ πιο σημαντική από την ασφάλεια σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, ακόμη και εάν σε αυτό υπάρχουν ισχυρά αμερικανικά συμφέροντα.

Ο Ομπάμα οφείλει να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα διάσωσης βασισμένος στις τρέχουσες συνθήκες που επικρατούν στην αμερικανική οικονομία. Σαφώς δεν θα είναι εύκολο να «πουλήσει» αυτό το σχέδιο στον μέσο Αμερικανό, αλλά είναι απαραίτητο για να σώσει την οικονομία αλλά και για να καθησυχάσει όλους τους συμμάχους των ΗΠΑ που ανησυχούν.

Οι Oυάσιγκτων, Λίνκολν και ο Pούσβελτ βρέθηκαν αντιμέτωποι με τεράστιες δυσκολίες, τεράστιες προκλήσεις αλλά πέτυχαν. Ο Oμπάμα αντιμετωπίζει ανάλογου μεγέθους δυσκολίες και προκλήσεις και το καθήκον να μας οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον θα πρέπει να είναι αυτό που επικρατεί στη σκέψη του.