Η θεωρία του χάους και του πανζουρλισμού

Η θεωρία του χάους και του πανζουρλισμού

H ιδέα ήταν κάπως έτσι: «Τι λέτε, αυτή τη βδομάδα που συμπληρώνουμε 17 χρόνια λειτουργίας, να γράψουμε ελεύθερα, απαλλαγμένοι απ’ τις στήλες μας, δηλαδή να γράψουμε για πράγματα που ίσως και να θέλαμε αρκετές φορές να το πράξουμε, όμως το αμελούσαμε, να ανεβάσουμε άσχετα βίντεο, να βάλουμε φωτογραφίες κουκουρούκου, να γίνουμε κάπως περισσότερο αυτοαναφορικοί»;

Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι μου κάνουν πλάκα. Ότι θέλαν με έναν έξυπνο τρόπο να μου πουν ότι έτσι γράφουμε μια φορά το χρόνο κι όχι κάθε εβδομάδα, ότι ΕΤΣΙ συμπεριφερόμαστε όταν όλοι έχουν πιει και όχι όταν μόνοι μας έχουμε βουτήξει στο καζάνι με τις weiss. Δε με συνέφερε όμως, οπότε παρέκαμψα το χρυσό μετάλλιο της σκέψης μου και πήγα παρακάτω, στα κουτσάλογα που αγκομαχούσαν προς το τέλος.

Εκεί πείστηκα ότι η πρόταση δεν αφορούσε σε εμένα αλλά ήταν μια πραγματική πρόκληση για όλους τους συντάκτες του Fridge να στήσουν με έξυπνο τρόπο τη θεωρία του χάους απ’ την αρχή. Οι μικρές παρεκκλίσεις των αρχικών κειμένων του καθενός θα οδηγούσαν σε διαφορετικά μεν αποτελέσματα, θέλοντας και μη όμως, το ίδιο το Fridge κι ό,τι έχει υπάρξει αυτό για εμάς μέσα στο χρόνο θα άφηναν στο τέλος μιαν ορατή επίγευση του πρώτου γεγονότος. Η αιτιοκρατία θα θριάμβευε κι ο Αϊνστάιν θα έκανε ποδήλατο χαμογελαστός έχοντας πετάξει στον υπόνομο τα ζάρια του θεού.

Ας τα πάρουμε λοιπόν με τη σειρά. Και μιας και μιλάγαμε για μπύρες… Δε μιλάγαμε; Και το καζάνι με τις weiss τι ήταν; Να με προσέχετε θέλω! Δε θα φτάσουμε αλλιώς στο τέλος σήμερα! Μιας λοιπόν και μιλάγαμε για μπύρες, σε μια κουβέντα μου των προηγούμενων ημερών, ενδεικτική της όψιμης ψυχολογίας μου, σκέφτηκα να γίνω διαφημιστής της Άλφα στη Σουηδία. Σε ένα τραπέζι ο Χάρος κι ο Ιππότης Αντόνιους Μπλοκ κάθονται και τα λένε με το γνωστό τους κέφι και μπρίο. Κάπου εκεί ο ιππότης του πετάει ένα «τι τα θες; Ούτως ή άλλως όλοι σκόνη και κόκκαλα θα γίνουμε. Ποιο το νόημα να υπάρχουμε;» κι ο μαυροφορεμένος, τραβώντας λίγο πίσω την κουκούλα, σηκώνει το χέρι κρατώντας ποτήρι παγωμένης ξανθιάς και βραχνολέει «Άλφα, πριν τα πούμε ας τα πιούμε»!

Η παρέα μου όμως (δυο κορίτσια χαζά σαν άδεια ζαχαρόκουτα) δεν εκτίμησε το χιούμορ μου. Η μια έκοψε την ίδια στιγμή τις φλέβες της και ξεκίνησε να τις τραβάει προς τα έξω θέλοντας να βεβαιωθεί ότι θα ξεψυχήσει πριν ανοίξω ξανά το στόμα μου για να τους πω μιαν ακόμη ιστορία, και η άλλη ρίχτηκε στον σερβιτόρο, του έκανε κεφαλοκλείδωμα κι άρχισε να τον φιλάει σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν και κάποιος εκδικητικός Βουλγαροκτόνος δε θα την τύφλωνε αλλά θα της έπαιρνε για πάντα τη γλώσσα. Αυτός της έκανε αμέσως πρόταση γάμου και η ίδια τη δέχτηκε υπό έναν όρο: να με σκοτώσει βασανιστικά για χάρη της. Ο χαζός άντρας δεν έφερε αντίρρηση, άφησε κάτω το δίσκο με τα μπαρμπούνια και την τυροκαυτερή, έβαλε μπρος το αλυσοπρίονο και κατευθύνθηκε τρέχοντας προς την καρωτίδα μου.

Ευτυχώς, τελευταία στιγμή σκέφτηκα και του ζήτησα το λογαριασμό. Πέταξε τότε το πριόνι, με ρώτησε αν μπορούσε να τα μαζέψει, αν ήθελα γλυκάκι κι αν επιθυμούσα ένα ακόμη σφηνάκι. Του είπα «ναι σε όλα». Χτύπησε το έδρανο και μου είπε ότι το νομοσχέδιο πέρασε κατά πλειοψηφία. Χαρήκαμε και αλληλοσυγχαρήκαμε. Εγώ έφυγα προς το άγνωστο και ανακουφισμένος που γλίτωσα το λαρύγγι μου κι αυτός προς την κουζίνα και σίγουρος ότι κάτι του είχε ζητήσει η μέλλουσα σύζυγός του και το είχε ήδη ξεχάσει. Μια ακόμη επιτυχημένη σχέση μόλις ξεκινούσε σε αυτόν τον πλανήτη.

Το επόμενο απόγευμα, κάνοντας τη βάρδια μου στο Μίνι-μάρκετ, περιμένοντας πιτσιρίκια και παππούδες για να παίξουμε με τις λέξεις, τις έννοιες και τις μελιτζάνες φλάσκες, εμφανίστηκε η ξαδέρφη μου. Όμορφη σαν χρωματιστή γειτονιά της Πράγας και ευφυής σαν βλέμμα καραμέλας γάλακτος, προσπαθούσε για 45 λεπτά να με πείσει ότι στα 25 της χρόνια θα πήγαινε για πρώτη φορά για τρέξιμο στο γήπεδο που είναι ένα χιλιόμετρο απ’ το σπίτι της. Αφού την πίστεψα μπας και ξεκουμπιστεί και μ’ αφήσει στην ερωτεύσιμη ησυχία μου, προσπάθησε για άλλα 45 λεπτά να με πείσει ότι είχε λογική που ήθελε να πάει ως εκεί με το αυτοκίνητο. Έλεγε για ανηφόρες, για κατηφόρες, ότι ντρέπεται το χωριό που θα την δει να περπατάει, ότι σε μια φίλη της που περπάτησε της ρίξανε ναρκωτικά στο ποτό και άλλα τέτοια βάσιμα και λογικά.

Ευτυχώς κάποια στιγμή κοίταξε έξω, είδε ότι είχε νυχτώσει, ότι είχε αλλάξει εποχή, μετά κοίταξε εμένα που είχα γεράσει, τα γένια μου που είχαν ασπρίσει και τα παιδιά μου που με φώναζαν γέρο και σκέφτηκε ότι μάλλον είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να σταματήσει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ να μιλάει. Το έκανε, ανέβηκε στο σπίτι της, έφαγε τα τελευταία τρία κομμάτια τυρόπιτα που είχαν μείνει απ’ τα ορεκτικά του Πάσχα και συνειδητοποίησε ότι η γυμναστική δεν είναι άλλο από ένας τόπος ιδανικός και άφταστος, από μια ιδέα ουτοπική, από ένα κοινόβιο όπου συγκατοικούμε ο Ρόλαντ της Γαλαάδ με τον Κόρτο Μαλτέζε, η Μισέλ Ροντρίγκεζ με την Σκάρλετ Γιόχανσον, ο Τομ Ρόμπινς με τον Κώστα Κοντοδήμο, η Μόνικα Μπελούτσι, η Ρέιτσελ Βάις, η Εύα Γκρην κι εγώ.

Κι αφού η μοίρα το έφερε έτσι, αφού έβαλε τις λέξεις σε τέτοια σειρά, αφού σοφά αρνήθηκε την ταυτοσήμανση του Προβάτου με την Καραβάτου, εννοώ αφού μου έδωσε εκείνα τα εφόδια που δεν έδωσε στο Κατερινάκι ώστε να μπορεί να χειριστεί τα καλούδια του έγχρονου κόσμου προς έγκαιρη αξιοποίησή τους, λέω να ασχοληθούμε με το -και κατά Ντένυ Μαρκορά- αγαπημένο μου θέμα: με εμένα!

Σχεδόν τρεισήμισι χρόνια απ’ τα τέσσερα του Texnologia εδώ. Κείμενα ποδοσφαιρικά αλλά και παρελκόμενα αυτών άλλα που η σχέση τους με τη θεά μοιάζει με εκείνη αγγλικής παμπ με το πάτωμα σκυλάδικου που φιλοξενεί τον Παντελίδη. Βίντεο -κυρίως για πλυντήρια, ζωάκια και μπύρες- που υπήρξαν λες και διακόσιες λέξεις μου έψαχναν ένα τρικ για να ξεγελάσουν τον επιμελητή και να ανέβουν ως AVD άξια προς θέαση. Τραγούδια ελληνικά και κομμάτια της τζαζ που πριν προταθούν έφτιαχναν με τη βελόνα του πικάπ τους, για ώρες, ομόκεντρους κύκλους στην ψυχή μου.

Συνεντεύξεις, παραμύθια, T&T, τα μεταμεσονύκτια ποιήματα και quotes στη fanpage μας στο Facebook (αλήθεια, τι αγάπη, τι αγκαλιά είναι αυτή που μου έχετε χαρίσει εξαιτίας αυτών εκεί μέσα;.) Και μετά, κάπου προς τα Χριστούγεννα του 2018 ήρθε η -ακριβή- Μαΐτα να δώσει εικόνα σε μια καλοκαιρινή μου ιδέα (σπρατς). Κι εμφανίστηκε ο Μάρτιν που έκανε τα Σαββατοκύριακά μου να χαμογελάν…

Πολλά, πάρα πολλά είναι αυτά που μου έδωσε το Ψυγείο μας κι αυτά που του έδωσα σε ετούτο το διάστημα. Δεν ξέρω αν η ανταλλαγή είναι δίκαιη, πώς ζυγίζεται η μια αξία και πώς η άλλη, δεν ξέρω πόσο ακόμη καιρό θα συμβαίνει αυτό, πάντως το ως τώρα εύδρομο θα ‘θελα όμοια να συνεχίσει και απ’ το τώρα και πέρα. Μεγάλο το ευχαριστώ σε όσους με διαβάζουν. Εκτός απ’ τον Peslac.