Η ύφεση χτυπάει την πόρτα της Γερμανίας

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εξέπληξε τους πάντες την Τετάρτη (10.5) με την αιφνιδιαστική μείωση κατά ένα τέταρτο της μονάδας των επιτοκίων της, δηλαδή από 4,75% σε 4,5%. Η απόφαση της Τράπεζας να άρει την επί μήνες πεισματική στάση της για την διατήρηση των επιτοκίων στα προηγούμενα επίπεδα, παρά τις εκκλήσεις για μείωση τόσο από τις χώρες-μέλη όσο και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και παρά τις τέσσερις μειώσεις των επιτοκίων στις ΗΠΑ συνολικού ποσοστού 2%, πάρθηκε μετά από τις ανησυχητικές ανακοινώσεις για πτώση της παραγωγής και αύξηση των ρυθμών ανεργίας στην μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης της, αυτήν της Γερμανίας.

Η ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία αποτελεί τον μοναδικό αντισταθμιστικό παράγοντα μπροστά στον κίνδυνο της παγκόσμιας ύφεσης, λόγω της οξύτατης επιβράδυνσης της οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και της δεκάχρονης και πλέον παραγωγικής καχεξίας της Ιαπωνίας, έχει αρχίσει τα δείχνει σημάδια υποτονικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η ανάπτυξη στην ευρωζώνη προβλέπεται να μειωθεί από 3,4% το 2000 στο 2,6% το 2001.

Με δεδομένη πλέον την απότομη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Γερμανίας στην οποία αναλογεί το 35% της ανάπτυξης της ευρωζώνης, οι προβλέψεις αυτές πρέπει να αναθεωρηθούν πολύ προς τα κάτω. Αυτή την άποψη θα πρέπει να συμμερίζεται και η ΕΚΤ η οποία παρότι είχε επανειλημμένα διατυπώσει ότι η θέση της είναι να κρατήσει τα επιτόκια στα αρχικά επίπεδα, προκειμένου να φέρει τον πληθωρισμό στο 2% (σήμερα είναι στο 2,6% με στοιχεία του Μαρτίου), προχώρησε σε μια εσπευσμένη μείωση.

Μετά και τα στατιστικά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, όλοι πλέον ακόμα και κυβερνητικοί αξιωματούχοι (διακινδυνεύοντας το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν άσχημες εντυπώσεις), μιλούν για ανοιχτά για επερχόμενη οικονομική ύφεση.

Έτσι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Χανς ’ϊχελ αναθεώρησε τις εκτιμήσεις για τον ρυθμό ανάπτυξης σε 2% έναντι των αρχικών προβλέψεων για 2,75% ενώ ο Κλάους Κούχμπαχερ, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Bundesbank είπε ότι δεν είναι απίθανο το ενδεχόμενο της ύφεσης στην Γερμανία. Όσο για τους διεθνής οργανισμούς είναι ακόμα πιο απαισιόδοξοι.

Το Διεθνές Νομισματικός Ταμείο δίνει περιθώρια ανάπτυξης μέχρι 1,9% (τον περασμένο Οκτώβριο υπολόγιζε την ανάπτυξη στο 3.3%) ενώ ο Peter Saacke οικονομικός αναλυτής της Merrill Lynch στο Λονδίνο αναφέρει ότι η ανάπτυξη του δευτέρου τριμήνου φαίνεται ότι θα είναι αρνητική και το είναι πλέον πολύ πιθανό να βυθιστεί η χώρα σε ύφεση.

Ακόμη και μια επιπόλαιη ματιά στα στοιχεία, δείχνει ότι όλοι οι παραπάνω φόβοι είναι απόλυτα δικαιολογημένοι. Η γερμανική μεταποιητική βιομηχανία σημείωσε πτώση το μήνα Μάρτιο-ύστερα από εποχική προσαρμογή- της τάξης του 4,4% που είναι η χαμηλότερη πτώση από τον Οκτώβριο του 1995. Να σημειωθεί ότι οι οικονομολόγοι περίμεναν η μείωση να περιοριστεί μόνο στο 1,3% σε μηνιαία βάση. Επίσης η απόδοση του κατασκευαστικού τομέα παρουσίασε πτώση 13%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δείκτη Διευθυντών Προμηθειών του ινστιτούτου οικονομικών ερευνών στο Μόναχο, Ifo ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης πέφτει συνεχώς τους εννέα από τους δέκα τελευταίους μήνες. Η επιβράδυνση όμως της οικονομίας επιδρά αναπόφευκτα και στην εγχώρια αγορά εργασίας. Έτσι η ανεργία στην Γερμανία σημείωσε για 4ο συνεχόμενο μήνα πτώση φτάνοντας στο 9,5% ή 3.868.000 άτομα, ενώ μεγάλες εταιρείες όπως η Siemens ή η DaimlerChrysler έχουν ήδη ανακοινώσει μεγάλες περικοπές προσωπικού.

Και όμως ένα μόλις χρόνο πριν η οικονομία της Γερμανίας είχε τελείως διαφορετική εικόνα. Η οικονομική μεγέθυνση έφτανε στο 4% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση ενώ η ανεργία είχε πέσει από το 10,7%(πριν τρία χρόνια όταν ο κ. Σρέντερ ανέλαβε την κυβέρνηση) στο 9,2%. Όλοι περίμεναν ότι αν συνεχιζόταν η ανάπτυξη με αυτούς τους ρυθμούς και μέσα στο 2001, η Γερμανία θα μπορούσε ίσως να επαναλάβει την εκπληκτικές μεταπολεμικές της επιδόσεις και να γίνει η ατμομηχανή της Ευρώπης. Φαίνεται όμως ότι η ασθενής οικονομική ανάπτυξη που σημάδεψε σε μεγάλος μέρος της την δεκαετία του 1990, ως επακόλουθο της ενοποίησής της με την πρώην Ανατολική Γερμανία, φαίνεται ότι την ακολουθεί μέχρι σήμερα.

Αντί να ακολουθεί δεύτερη την ανάπτυξη της πρώτης φαίνεται ότι συμβαίνει το αντίθετο. Οι δυτικοί εξακολουθούν να καταβάλουν το χαράτσι του 5,5% από το εισόδημάτους για να υποστηρίξουν τους ομοεθνείς γείτονές τους. Επίσης υπολογίζεται ότι ο ένας στους τρείς είναι άνεργος στην πρώην Αν. Γερμανία (στοιχεία Economist).

Τόσο ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, όσο και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Χάνς Αϊχελ απέδωσαν τα παραπάνω απογοητευτικά στοιχεία στην μεγάλη εξαγωγική έκθεση της χώρας από τις Ηνωμενες Πολιτείες.

Πράγματι τον περασμένο Μάρτιο ο ρυθμός των γερμανικών εξαγωγών μειώθηκε κατά 7% σε μηνιαία βάση, ενώ οι εξαγωγικές παραγγελίες για κεφαλαιουχικά αγαθά οι οποίες αναλογούν στο μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων γερμανικών προϊόντων στο εξωτερικό, έχουν μειωθεί κατά ποσοστό 9%. Όμως μεγάλο μέρος του προβλήματος οφείλεται και στις αρνητικές επιπτώσεις στην εγχώρια αγορά από τις υψηλές ενεργειακές τιμές του περασμένου χρόνου.

Τα περιθώρια κίνησης της γερμανικής κυβέρνησης για την τόνωση της οικονομίας είναι αντίθετα με αυτήν των ΗΠΑ περιορισμένα. Η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής είναι πλέον θέμα μόνο της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας η οποία έχει να συνυπολογίσει και τις οικονομίες των άλλων χωρών καθώς και τις πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη προκειμένου, να προχωρήσει σε δραστική μείωση των επιτοκίων.

Συνεπώς αυτό που απομένει σαν τελευταίο όπλο στην διάθεση της κυβέρνησης, είναι η δημοσιονομική πολιτική που και αυτή σενα αρκετά μεγάλο βαθμό περιορίζεται από το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο το έλλειμμα του προϋπολογισμού πρέπει να κρατιέται σταθερά σε επίπεδα κάτω του 1,5% του ΑΕΠ.

Όμως η μείωση των ελλειμμάτων έχει το κόστος της σε ανάπτυξη και εργασία πράγμα που δεν διευκολύνει καθόλου την σημερινή κατάσταση με τη ύφεση έχει πάρει το πάνω χέρι. Οικονομολόγοι της Dresdner Bank υπολογίζουν ότι μια πτώση της ανάπτυξης κατά 0,5%, κοστίζει 5 δις μάρκα σε απώλεια φόρων, ενώ για κάθε 100000 χαμένες θέσεις εργασίας το υπουργείο οικονομικών θα πρέπει να εξοικονομεί 4 δις μαρκα (στοιχεία Economist).

Με δεδομένα αυτά τα προβλήματα, η διέξοδος για την ανακούφιση τόσο των εταιρειών όσο και των καταναλωτών προέρχεται από την φολογική αναθεώρηση η οποία άρχισε στις αρχές του χρόνου αλλά φαίνεται ότι θα επεκταθεί και μέχρι το 2005. Έτσι ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής έχει πέσει από το 51% που ήταν πέρυσι στο 48,5% φέτος, ενώ οι οικονομολόγοι υπολογίζουν ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα πρόκειται να αυξηθεί κατά 3,8%(ονομαστικές τιμές) που αποτελεί τον μεγαλύτερο ρυθμό ανόδου από το 1992. Σύμφωνα με υπολογισμούς τουΥπουργείου Οικονομικών οι φοροαπαλλαγές θα αυξήσουν το ΑΕΠ σε ετήσια βάση κατά 0,5%.

Επίσης επίκεινται μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές που θα εξοικονομίσουν πολλά δισ μάρκα στα ταμεία των εταιρειών. Αυτές αφορούν την ψήφιση νομοσχεδίου από το κοινοβούλιο που θα βάζει τέλος στον μεγάλο όγκο των ανταλλαγών μετοχών μεταξύ των εταιρειών, πρακτική που ακολουθήθηκε κατά κόρον στην γερμανική βιομηχανία από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και μετά. Το αποτέλεσμα ήταν να κρατούνται στα εταιρικά χαρτοφυλάκια ανεκμετάλλευτα δισεκατομμύρια μάρκα για δεκαετίες.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η κατοχή τέτοιων μετοχών από την Allianz, ασφαλιστική εταιρεία με έδρα το Μόναχο, ανέρχεται σε 50 δις ευρώ. Η πώληση αυτών των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών θα αυξήσει τις εξαγορές και συγχωνεύσεις και θα ωθήσει την επενδυτική τους δραστηριότητα. Ο Klaus Scholte στρατηγικός αναλυτής της Dresdner Kleinwort Wasserstein αναφέρει ότι οι φορολογική αναθεώρηση θα γεμίσει τα ταμεία των εταιρειών με άφθονο ρευστό το οποίο θα μπορέσει στην συνέχεια να επενδυθεί στο εξωτερικό, με εξαγορά μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών.

Το νομοσχέδιο προβέπει ότι η τα πραγματοποιούμενα κέρδη από την πώληση των μετοχών άλλων εταιρειών από το χαρτοφυλάκιο μιας εταιρείας θα είναι αφορολόγητα (σήμερα φολογούνται κατά 50%, πράγμα που λειτουργούσε ως αποτρεπτικός μηχανισμός στην ρευστοποίηση των μετοχών).

Σίγουρα οι επόμενοι 18 μήνες που μεσολαβούν μέχρι τις επόμενες γενικές εκλογές στην Γερμανία δεν θα είναι και οι πιο εύκολοι για την κυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών. Με την οικονομία σε πτώση και την ανεργία να καλπάζει η κυβέρνηση θα χρειαστεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση γίνεται τόσο από τα συνδικάτα όσο και από την αντιπολίτευτη προκειμένου να ξεπεράσει την παρούσα αρνητική συγκυρία. Συναίνεση που δεν φαίνεται να είναι τόσο δύσκολο να επιτευχθεί στην χώρα αυτή, αν αναλογιστούμε την πρόσφατη επιτυχία της κυβέρνησης στην μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος (το σχετικό νομοσχέδιο εξασφάλισε την σύμφωνη γνώμη τόσο της αντιπολίτευσης όσο και των συνδικάτων).