Ίαν Κέρτις: Καιρός να λύσουμε κάποιες παρεξηγήσεις

Ίαν Κέρτις: Καιρός να λύσουμε κάποιες παρεξηγήσεις

Γεια σας αγαπητοί μου αναγνώστες! Τη στιγμή που διαβάζεις αυτό το άρθρο, εγώ μάλλον είμαι στο τρένο και κάνω ένα μικρό βήμα απόδρασης προς τα κεντρικά της χώρας. Το ξέρω πως και εσύ θα αποδράσεις, ή έστω να την κάνεις επειγόντως από την σάπια σου ρουτίνα, αλλά δεν μπορείς.

Οι τάσεις φυγής βέβαια ποτέ δεν αποτέλεσαν λύση, αλλά όσο να ‘ναι φαίνεται πως προτιμούμε την αποφυγή από την λύση και μας κάθεται καλύτερα να αναλύουμε τι χρώμα έχουν οι ζαρτιέρες μας, από το να εξομολογούμαστε και να σκαλίζουμε τι μπορεί να είναι πρόβλημα για εμάς. Τέτοιες νοοτροπίες δυστυχώς προκαλούν ένα είδος παθογένειας. Ατομικής και κοινωνικής. Αν δεν το έχεις καταλάβει είμαστε όλοι ένα μάτσο τρελοί και προβληματικοί που προσπαθούμε να αποδείξουμε στον εαυτό μας και στους γύρω μας το αντίθετο. Και αυτό μαζί με πολλά άλλα μας τρώνε.

Κλασική περίπτωση τέτοιας φαγωμάρας θεωρώ τον Ίαν Κέρτις (αγγλικά: Ian Curtis), για τον οποίο θα μιλήσουμε στο σημερινό άρθρο. Σίγουρα ακόμη και ο πιο άσχετος έχει ακούσει τουλάχιστον μία φορά το χιλιομασημένο “Love Will Tear Us Apart Again“, ένα fragments της ιστορίας περί αυτοκτονίας του Curtis, και διάφορα άλλα ανακριβή στοιχεία που κατά κάποιο τρόπο αλλοιώνουν την αληθινή διάσταση των πραγμάτων για αυτή τη σπουδαία προσωπικότητα.

Παρεξηγημένο παλικάρι, ακόμη και από τους fans του, αλλά είναι δουλειά του fandom να γιγαντώνει τη διαστρέβλωση και την εκπόρνευση της εκάστοτε κουλτουρικής θεότητάς της.

Απ’ ότι κατάλαβες, το μικρό Ανό, υπό τους ήχους των αγαπημένων Joy Division θα έρθει να σου ξεσυννεφιάσει όμορφα και εύκολα το τι έπαιξε ακριβώς με την αφεντιά του Ian Curtis. Τι έκανε στη ζωή του επί του γενικότερου, πως ξεκίνησε η όλη φάση με τους Joy Division και τι τον οδήγησε ώστε να κάνει τόσο πρόωρα – και οικειοθελώς – αγκαλίτσα με τον Χάρο.

Ο Ian Kevin Curtis γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου του 1956 και μεγάλωσε στο Μacclesfield. Από μικρή ηλικία έδειχνε να στροφάρει ιδιαίτερα και να έχει μεγάλη κλίση προς το γράψιμο, ιδιαίτερα στην ποίηση.

Στα 11 του λοιπόν ο μικρός μας βάρδος, πήρε υποτροφία για το King’s School του Macclesfield. Η αλήθεια είναι βέβαια πως οι ακαδημαϊκές σπουδές δεν τον έψηναν και πολύ, άσχετα αν τα πήγαινε αξιοσέβαστα καλά με στο σχολείο του. Έτσι, τελειώνοντας με το σχολείο έγινε υπάλληλος στο Rare Records, ένα δισκάδικο του Macclefield — καθόλου άσχημα για πρώτο βήμα απογαλακτισμού και επιβίωσης, αν σκεφτείς πως σκεφτόταν σοβαρά στο μέλλον του να ασχοληθεί με την κυρά-Μουσική.

Το 1975, σε ηλικία 19 χρονών, παντρεύτηκε την Deborah Woodruffe, με την οποία ήταν μαζί από τότε που πήγαινε σχολείο. Τον επόμενο χρόνο είδε για πρώτη φορά τους Sex Pistols επί σκηνής και σκέφτηκε πως μπορεί και αυτός να κάνει το ίδιο. Έτσι πέρασε στην πρώτη του προσπάθεια να φτιάξει ένα δικό του σχήμα αλλά απέτυχε.

Όμως, λίγο καιρό αργότερα, έπεσε πάνω στον δρόμο του Peter Hook και του Bernard Sumner, που ήθελαν να φτιάξουν συγκρότημα αλλά τους έλλειπε ο τραγουδιστής και ο drummer. Ο Ian προσφέρθηκε να κάνει τα φωνητικά για το σχήμα και μετά από αρκετούς άχρηστους μικρούς τυμπανιστές, βρήκαν και drummer της προκοπής, τον Stephen Morris.

Και αφού συμπληρώσαμε το καρέ, έπρεπε να το ονομάσουμε κιόλας: αρχικά είπαν να το πούνε “Warshaw“, αλλά επειδή έσκασαν μύτη οι “Warsaw Pakt” οι δικοί μας ήθελαν κάτι πιο πρωτότυπο.

Έτσι ονόμασαν το μουσικό τους παιδάκι “Joy Division“. Όνομα εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα “House of Dolls“, όπου περιγράφει o Joy Divisions, τις πτέρυγες των στρατοπέδων συγκέντρωσης δηλαδή, στις οποίες κρατούνταν γυναίκες, κυρίως εβραϊκής καταγωγής, που χρησιμοποιούνταν ως σκεύη ηδονής από τους φρουρούς και τους ευνοούμενους μη Εβραίους κρατούμενους.

Το όνομα που διάλεξαν, έχει οδηγήσει πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Curtis και τα άλλα μέλη της μπάντας είχαν μια κλίση προς ναζισμό και φασισμό, πράγμα στο οποίο κάνει νίξη και η Deborah, στην μετέπειτα βιογραφία που έγραψε για τον Curtis.

Η αλήθεια είναι πως ο Curtis, ναι, είχε συντηρητικές απόψεις, αλλά ναζίδικες ιδεολογίες λίγο δύσκολο. Γενικά αν το παρατηρήσεις, τα ονόματα αλλά και το artwork πολλών συγκροτημάτων που σχετίζονται με τον Δεύτερο Παγκόσμιο και με nazi related θεματολογία, τείνουν να έχουν προβοκατόρικο, αν όχι ειρωνικό χαρακτήρα. Ναι, σίγουρα υπάρχουν και στρατευμένοι καλλιτέχνες, αλλά αυτοί θαρρώ έχουν την τάση να είναι εξόφθαλμοι και συχνά γελοίοι.

Συν τοις άλλοις σκέψου ότι η μετέπειτα δουλειά του ήταν να προσφέρει υπηρεσίες σε άτομα με διανοητικές και σωματικές αναπηρίες. Δεν νομίζω πως κάποιος καυλωμένος ναζής/φασίστας θα δεχόταν να κάνει κάτι τέτοιο, ε;

To 1978 έβγαλαν το πρώτο τους EP το “An Ideal for Living“. Και κάπου εκεί τους πρόσεξε ο Rob Brenton και έγινε manager τους, μιας και τα παιδιά δεν είχαν ιδέα από promotion και άλλες τέτοιες μαλακίες. Toν Ιούνη του 1979 έβγαλαν το “Unknown Pleasures“. Τον Απρίλη του ίδιου έτους γεννήθηκε και η κόρη του Ian η Natalie. Όμως με αυτά τα όμορφα ήρθε και ένα άσχημο. Ο Ian διαγνώστηκε με επιληψία και εκείνον τον καιρό το να είσαι επιληπτικός ήταν πιο βαρύ απ’ ότι στις μέρες μας.

Τι “γιατί;” χρυσό μου; Κατ’ αρχάς είναι αυτό το καταραμένο το “στίγμα”. Το να είχες επιληψία τότε σε καθιστούσε χαζεμένο — και δυστυχώς θαρρώ πως και στις μέρες μας ισχύει αυτή η αντίληψη ως ένα βαθμό. Επίσης οι θεραπείες για τις επιληπτικές κρίσεις εκείνο τον καιρό δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένες όσο σήμερα (για την ακρίβεια από το ’30 και και τα 80s περίπου, τα περισσότερα φάρμακα κατά της επιληψίας βρέθηκαν τυχαία) και οι παρενέργειες τους ήταν αρκετούτσικες, κυρίως αυτές που είχαν επιρροή στην ψυχολογία του ασθενή.

Έτσι ο Ian άρχισε να κατεβάζει την αγωγή του και ενώ οι κρίσεις μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, ο ίδιος όμως άρχισε να παρουσιάζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης και κυκλοθυμίας τα οποία συνδέονταν με την αγωγή που έπαιρνε. Αυτά τα συμπτώματα τον έκαναν να χαρακτηριστεί από τις μάζες -αλλά και από την ίδια την Deborah στην βιογραφία που έγραψε-μάλλον παλαβός. Η αλήθεια είναι ότι είχε καταθλιπτικές τάσεις, όπως και κυκλοθυμικό χαρακτήρα και πως απλά η αγωγή που έπαιρνε έκανε έντονη την εκδήλωση τους, δίνοντας στον περίγυρο την εντύπωση ενός ανισόρροπου ατόμου.

Ωστόσο δεν ήταν. Ο ίδιος το πάλευε πολύ σθεναρά ώστε να καταφέρει να αντεπεξέλθει σε όσα έτρεχαν στην ζωή του: στο γκρουπ, τη δουλειά του και την οικογένειά του. Και ενώ το συγκρότημα πήγαινε ιδιαιτέρως καλά και η δουλειά ήταν σταθερή, παρόλο που και τα δύο τον άγχωναν, η σχέση του με την Deborah είχε αρχίσει να καταρρέει. Και εκεί ο Ian έδειξε αδυναμία και άρχισε νταλαβέρια με μια δημοσιογράφο από το Βέλγιο, την Annik Honore. Πολύ αργότερα ειπώθηκε από την ίδια την Annik πως η σχέση τους ήταν απλά πλατωνική.

Τα προβλήματα όμως συνεχίζονται. Αποφάσισε να παρατήσει τη δουλειά του, θεωρώντας το μια διέξοδο για να ηρεμήσει ως ένα βαθμό. Αυτό βέβαια οδήγησε την Deborah να πιάσει δουλειά σε μπαρ για να βγαίνει από κάπου το μεροκάματο. Επίσης η μπάντα άρχισε να κάνει πιο συχνά tours και lives, τα οποία όμως αναγκαζόταν συχνά να αναβάλλει ή ακόμα και να ακυρώνει λόγω της κακής υγείας του Ian. Τέλος, βρισκόταν σχεδόν στα χωρίσματα με την Deborah.

Έτσι μέσα σε ένα χρόνο ο Ganesha τον έχεζε σταδιακά, και όντας άτομο με πολύ εύθραυστη ψυχοσύνθεση (την οποία τα φάρμακα δεν βοηθούσαν καθόλου) και μια γενική ευαισθησία, ίσως και μη συμβατότητα με τον κόσμο που ζούμε – φαίνεται και από τους στίχους του άλλωστε αυτό – είπε να κάνει τη μεγάλη φυγή.

Ήταν το βράδυ 17 προς 18 Μαϊού του 1980, η Deborah είχε αφήσει τη μικρή στους γονείς της γιατί δούλευε. Ο Ian ακύρωσε μια φιλική μάζωξη που είχε κανονίσει και κάθισε σπίτι να δει την ταινία “Stroszek“. Γυρίζοντας σπίτι η Deborah ,ο Ian την παρακάλεσε να περάσει και αυτή το βράδυ με τους γονείς της. Μένοντας μόνος λοιπόν έβαλε το “Last Idiot” του Iggy Pop να παίζει και έγραψε ένα μακροσκελές γράμμα στη στραβωμένη σύζυγο του. Αφού τελείωσε κατά τα ξημερώματα, πήγε στην κουζίνα και κρεμάστηκε.

Το σώμα του βρέθηκε αργότερα την ίδια μέρα από τη Deborah, όταν γύρισε σπίτι. Δύο μήνες αργότερα κυκλοφόρησε το δεύτερο studio album της μπάντας, το “Closer“.

Για τον περισσότερο κόσμο που τον γνώριζε, η αυτοκτονία του ήρθε out of the blue. Έχει ειπωθεί μάλιστα από άτομα που ήταν έξω από τον χορό, ότι το έκανε λόγω του θαυμασμού στα πρότυπα του, που την κάναν για τον άλλο κόσμο νέα και έμειναν στην αθανασία της μνήμης πριν τα σαπίσει ο χρόνος — αυτό όμως κατά την άποψη της γραφούσας θα ήταν μια πολύ επιφανειακή αντίληψη και στάσης ζωής, αν όχι προσβλητική για το άτομο του Curtis.

Στο κάτω κάτω δεν την είχε δει rock star. Για την ακρίβεια εκτός σκηνής ήταν ένα πολύ μετριοπαθές και ηπίων τόνων άτομο (άσχετα αν πάνω στην σκηνή έδινε πόνο). Σκέψου μόνο ότι ποτέ δεν είχε κάνει bragging για τη μουσική του. Περιμένεις ένα τέτοιο άτομο να αυτοκτόνησε για έναν τόσο ματαιόδοξο λόγο; Λες και τα μανίκια που έτρωγε δεν ήταν αρκετά ώστε να “σπάσει” και να πάρει τον δρόμο της αυτοκτονίας.

Καημένη ψυχή, όχι αξιολύπητη όμως. Γιατί μπορεί η συναισθηματική του αστάθεια και ευαισθησία να τον ώθησαν στο να βάλει τέλος στην ζωή του, αλλά ήταν και κινητήριες δυνάμεις για το στιχουργικό και κατ’ επέκτασιν μουσικό του έργο. Αν δεν είχε αυτό το συναισθηματικό μπουρδέλο μέσα του εσύ μάλλον τώρα δεν θα ανατρίχιαζες με το “Shadowplay“, δεν θα ψυχεδελιαζόσουν με το “She Lost Control Again” και επί του γενικότερου, κανείς μας εδώ και τόσα χρόνια δεν θα απολάμβανε τους Joy Division έτσι όπως είναι.

Ελπίζω μέσα από αυτό το άρθρο να έλυσα κάποιες από τις παρεξηγήσεις που υπάρχουν και ακούγονται για το άτομο του. Στο κάτω κάτω συνήθως ότι “ακούγεται” τείνει να είναι παραποιημένο και παρανοημένο μέχρι τα μπούνια. Το τι λέγεται άλλωστε δεν συμβαδίζει πάντα με το τι συμβαίνει. Βάζε το στο μυαλό σου που και που σαν σκέψη και πονηρέψου.